Της Βασιλικής Καράμπαμπα,

Τοποθεσία

Η Ροτόντα βρίσκεται βόρεια της Εγνατίας οδού στον ίδιο άξονα τόσο με το θριαμβικό τόξο όσο και με το γαλεριανό ανάκτορο. Ειδικότερα εντοπίζεται στο βόρειο τμήμα του γαλεριανού συγκροτήματος και νοτιοανατολικά της πόλης. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι ο Γαλέριος διέμεινε στην Θεσσαλονίκη μετατρέποντάς την σε έδρα του τις εξής περιόδους: 298-303 μ.Χ και 308-311 μ.Χ. Επομένως, δεν είναι δυνατό παρά η ανοικοδόμηση ολόκληρου του οικοδομήματος συμπεριλαμβανομένης και της Ροτόντας να έλαβε χώρα αυτή τη χρονολογική περίοδο.

Χρήσεις

Παλαιότερη επικρατέστερη άποψη σχετικά με την Ροτόντα ήταν ότι χτίστηκε στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. με προορισμό να λειτουργήσει ως μαυσωλείο του Γαλερίου μετά το θάνατό του. Ωστόσο, σήμερα οι περισσότεροι μελετητές απορρίπτουν την παραπάνω άποψη καθώς αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως το μαυσωλείο του Γαλερίου, το οποίο εντοπίστηκε στην γενέτειρά του Romuliana (σημερινό Gamzigrad), πόλη της δυτικής Σερβίας.

Συγκεκριμένα, ο Γαλέριος αρρώστησε λίγο πριν το θάνατό του και επέλεξε να μετακινηθεί στον τόπο καταγωγής του το 310 μ.Χ. όπου βρέθηκαν δύο μαυσωλεία, το δικό του και της μητέρας του Romula, το όνομα της οποίας απέδωσε στη πόλη προς τιμήν της.

Η παραμονή του Κωνσταντίνου στη Θεσσαλονική κατά τη περίοδο 322-323 και η αρχική του επιθυμία να μεταφέρει τη πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στη Θεσσαλονίκη οδήγησε ορισμένους μελετητές να διατυπώσουν την άποψη ότι πρόκειται για μαυσωλείο του Κωνσταντίνου, ενώ έχει υποστηριχτεί και η άποψη ότι πρόκειται για μαυσωλείο του Θεοδοσίου Α’. Ωστόσο, και τα δύο ενδεχόμενα έχουν απορριφθεί για ποικίλους λόγους.

Άλλη άποψη υποστηρίζει ότι υπήρξε ναός επίσημης αυτοκρατορικής λατρείας αφιερωμένος στους Καβείρους ή στον Δία, θεό προστάτη του Διοκλητιανού και του Γαλερίου. Σ’ αυτήν την θεωρία συνηγορεί η ομοιότητα και οι αρχιτεκτονικές αναλογίες του κτιρίου της Ροτόντας με το Πάνθεον της Ρώμης, το οποίο ήταν λατρευτικός ναός για μια πληθώρα θεοτήτων και θεοποιημένων αυτοκρατόρων.

Αργότερα, κατά τη βυζαντινή περίοδο πραγματοποιήθηκε η μετατροπή της σε χριστιανικό ναό (αυτοκρατορική εκκλησία). Ωστόσο, ο ακριβής χρονολογικός προσδιορισμός αυτής της μετατροπής είναι ακόμα άγνωστος. Υπάρχουν πολλές απόψεις που προτείνουν διαφορετικές χρονολογικές εκτιμήσεις, οι οποίες κυμαίνονται από τα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. εώς τις αρχές του 6ου αι. μ.Χ. Οι περισσότεροι μελετητές όμως συγκλίνουν στην άποψη που τοποθετεί τη μετατροπή του κτιρίου σε χριστιανική εκκλησία στα χρόνια της εξουσίας του Θεοδοσίου Α΄(379–395 μ.Χ.). Σημαντικό χρονολογικό δείκτη αποτελεί η αναγνώριση του χριστιανισμού ως επιτρεπόμενη θρησκεία στην αυτοκρατορία με το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ., οπότε τερματίστηκαν επίσημα οι διωγμοί κατά των χριστιανών και ακολούθησε η μετατροπή παγανιστικών ναών σε χριστιανικές εκκλησίες.

Διαφορετική άποψη στηριζόμενη στην απεικόνιση μαρτύρων στα μωσαϊκά του τρούλου προτείνει τη λειτουργία του μνημείου ως ματρύριο, δηλαδή ως χώρο λατρείας λειψάνων αγίων. Ωστόσο, η θεωρία αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την παραπάνω άποψη περί ανακτορικής εκκλησίας, καθώς στην πρώτη περίπτωση ο χώρος αποτελεί ιδιωτική περιουσία, ενώ στη δεύτερη παρέχεται στους πιστούς για προσκύνημα.

Είναι βέβαιο ότι ο ναός λειτούργησε ως μητρόπολη της Θεσσαλονίκης από τον 10ο έως τον 11ο αι., καθώς και το διάστημα 1525-1591. Η οθωμανική κατάκτηση της πόλης πραγματοποιήθηκε το 1430, επομένως οι Τούρκοι αρκετά χρόνια αργότερα, το 1591, μετέτρεψαν το κτίριο σε τζαμί. Ενέργεια που αποτελεί πρωτοβουλία του σείχη Hortaci Suleiman Efendi. Άλλωστε, πάνω από τη θύρα της δυτικής εισόδου υπάρχει μαρμάρινη αραβική επιγραφή που μας πληροφορεί ότι κτήτορας του μνημείου είναι ο σείχης Hortaci. Επρόκειτο για το τελευταίο χριστιανικό ναό που μετατράπηκε σε τζαμί. Εάν εξετάσει κανείς το ιστορικό πλαίσιο του 16ου που χαρακτηρίζεται από στρατιωτικές ήττες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ταυτόχρονη εμφάνιση επαναστατικών κινημάτων στον ελλαδικό χώρο, μπορεί να ερμηνεύσει την περαιτέρω πίεση που ασκήθηκε στον χριστιανικό υπόδουλο πληθυσμό, προκειμένου να εκτονωθεί το οθωμανικό αίσθημα περιχαράκωσης. Πρέπει ακόμα να λάβει κανείς υπόψιν του τη συντριβή του οθωμανικού στόλου από τις ενωμένες δυνάμεις της Ιεράς συμμαχίας στη ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571, γεγονός που οδήγησε στην σκλήρυνση της στάσης τους.

Μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, από τους οποίους το ελληνικό κράτος εξήλθε εδαφικά και πληθυσμιακά αυξημένο, πραγματοποιήθηκε η απελευθέρωση της Θεσσαλονικής το 1912. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε την εκ νέου μετατροπή του κτιρίου σε χριστιανικό ναό εν λειτουργία ως το 1920.

Ο «μεγάλος σεισμός» της Θεσσαλονίκης που σημειώθηκε τον Ιούνιο του 1978 προκάλεσε καταστροφές σε πολλές τοποθεσίες μεταβάλλοντας ριζικά την πολεοδομική εικόνα της πόλης. Η Ροτόντα δεν έμεινε αλώβητη, καθώς ο δυνατός σεισμός επέφερε προβλήματα στην στατικότητα του κτιρίου, καταστροφές τόσο στα ψηφιδωτά όσο και σε τμήματα του μιναρέ.

Ονομασία

Όσον αφορά το όνομα του συγκεκριμένου κτιρίου έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές απόψεις, αφού πρόκειται για ένα αρκετά αμφιλεγόμενο ζήτημα. Αρχικά, υπήρχαν προτάσεις από διάφορους μελετητές ότι ο επρόκειτο για ναό αφιερωμένο στο Χριστό και το όνομά του ήταν «Δύναμης Θεού». Ωστόσο, η απόψη αυτή δεν βρήκε πολλούς υποστηρικτές. Αντιθέτως, πιο διαδεδομένη στην επιστημονική κοινότητα υπήρξε η άποψη του Γεωργίου Θεοχαρίδη κατά την οποία ο ναός ήταν αφιερωμένος στην μνήμη των Ασωμάτων ή Αρχαγγέλων. Εξάλλου, έχουν βρεθεί αναφορές στις πηγές σχετικά με την «γειτονία των Ασωμάτων» από τις αρχές του 11ου αι. Συγκεκριμένα, έχει σωθεί η περιγραφή ενός Ενετού Πρεσβευτή όταν επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη λίγους μήνες μετά τη μετατροπή της Ροτόντας σε τζαμί, η οποία αναφέρει: «Είδομεν κατά πρώτον την εκκλησία των Αγγέλων, η οποία είναι καμωμένη εις στρογγυλόν σχήμα, ως το Πάνθεον της Ρώμης…». Εκτός από τις σχετικές μνείες, η ονομασία πιθανότατα οφείλεται στα ψηφιδωτά του θόλου του ναού, τα οποία απεικονίζουν αγγέλους και έμειναν αμετακίνητα καθ’ όλη τη βυζαντινή και οθωμανική περίοδο.

Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η Ροτόντα ήταν γνωστή για τους Τούρκους με τις εξής ονομασίες: (α) Hortac Efendi Camici και (β) Eski Mitropoliye ή Παλαιά Μητρόπολις. Γνωρίζουμε, ωστόσο, με βεβαιότητα ότι η Ροτόντα δεν ήταν ο μητροπολιτικός ναός, διότι τη λειτουργία αυτή επιτελούσε η εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Πιθανολογείται, όμως, ότι η Ροτόντα φιλοξένησε τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης κατά το διάστημα μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, δηλαδή στα 1525-1590/1.

Σήμερα είναι τακτική η χρήση δύο ονομασιών: (α) Ροτόντα και (β) Άγιος Γεώργιος. Η πρώτη ονομασία απαντάται στις πηγές από τον 18ο /19ο αι. και εξής. Μάλιστα, πιθανολογείται ότι η πρώτη αναφορά του μνημείου ως «Rotonda» έγινε από τον περιηγητή Paul Lucas, ο οποίος λόγω του περίκεντρου σχήματός του θεώρησε το κτίριο ειδωλολατρικό.

Αντίθετα, η δεύτερη αποκτήθηκε από το ομώνυμο παρεκκλήσι που βρίσκεται απέντι από τη δυτική είσοδο του περιβόλου, όπου και μεταφέρθηκαν εικόνες και άλλα χριστιανικά αντικείμενα από τη Ροτόντα, όταν αυτή μετατράπηκε σε τζαμί. Συνεπώς, η ονομασία «Άγιος Γεώργιος» είναι μάλλον ανορθόδοξη, καθώς ανήκει στον μεταβυζαντινό παρεκκλήσι με το οποίο γειτνιάζει.

Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι στις ιστορικές πηγές ως τον 11ο αι. απουσιάζει κάθε αναφορά για το συγκεκριμένο μνημείο, ενώ από τον 12ο αι. και εξής εμφανίζονται ελάχιστες αναφορές στον ναό των «Ασωμάτων», οι οποίες αυξάνονται κατά τη περίοδο της παλαιολόγειας δυναστείας (1261-1453). Η ερμηνεία που δόθηκε από τους ειδικούς σχετικά με την έλλειψη αναφορών του ναού στις πηγές είναι ότι πρόκειται για ένα μνημείο με ιδιοκτησιακό νομικό καθεστώς, στο οποίο δεν είχε πρόσβαση ο απλός λαός.

Τέλος, τον 15ο αι. η Ροτόντα εντάχθηκε οριστικά στην ενορία της Θεσσαλονίκης.
Το βέβαιο είναι ότι αποτελεί ένα επιβλητικό κτίριο, ένα μνημείο – σύμβολο για την πόλη, καθώς και μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Παρά τις πολλαπλές καταστροφές του κτιρίου τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του, το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη του παραμένει αμείωτο, μολονότι δεν υπάρχει πληρότητα ως προς τα δεδομένα της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του μνημείου από τον 4ο αι. εώς τα τέλη του 19ου αι.


Πηγές

  • Καζαμία-Τσέρνου Μαρία Ι., Μνημειακή Τοπογραφία της Χριστιανικής Θεσσαλονίκης. Οι ναοί, Α΄: 4ος-8ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Μέντζος Α., Το ανάκτορο και η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Νέες προτάσεις για την ιστορία του συγκροτήματος, Βυζαντινά 18 (1995-1996), Αφιέρωμα στη μνήμη του καθηγητή Παναγιώτη Κ. Χρήστου, 339-364.
  • Μουτσόπουλος Ν. Κ., Η Ροτόντα του Αγίου Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη. Αρχαιολογική έρευνα και αναστήλωση του μνημείου, Β. Κ. Κατσαρός (επίμ.), Θεσσαλονίκη 2013.
  • Παζαράς Θ., Η Ροτόντα του Αγίου Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη, (Δημοσίευμα Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου αρ. 135), Θεσσαλονίκη〖1985〗^2.
  • Χρυσάφη Ε., Ροτόντα, στο: Αποτυπώματα. Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη σε φωτογραφίες και σχέδια της Βρετανικής Σχολής Αθηνών (1888-1910), Θεσσαλονίκη 2012, 47-63

Βασιλική Καράμπαμπα
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια του Erasmus+ σπουδές, αποκόμισε διεθνή εμπειρία φοιτώντας στο Università degli studi di Padova της Ιταλίας. Τα ενδιαφέροντά της περιλαμβάνουν θέματα ιστορίας και επιγραφικής, εκπαίδευσης, πολιτιστικής κληρονομιάς και διαχείρισης.