Του Ανδρέα Παπαϊωσήφ,

Η έννοια της άμυνας, η δυνατότητα δηλαδή ενός κράτους να αμύνεται υπέρ της εδαφικής του ακεραιότητας, των πολιτών του και των συμφερόντων του, είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του έθνους – κράτους διαχρονικά. Είναι ο πυλώνας που παρέχει την απαραίτητη ασφάλεια στην συνολική οντότητα του κράτους και όλων των μελών του ώστε να μπορούν να ευημερούν, να αναπτύσσονται και να εξελίσσονται. Η ασφάλεια αυτή μπορεί να παρέχεται είτε πολιτικά – διπλωματικά είτε στρατιωτικά. Όμως η σημασία της έννοιας της άμυνας έρχεται μέσα από το στρατιωτικό της μέρος, με το πολιτικό να δίνει έμφαση σε άλλα ζητήματα, όπως το πώς μπορεί να συντηρείται και να εξελίσσεται/εκσυγχρονίζεται η αποτρεπτική ισχύ.

Πως όμως προωθείται αυτή η εξέλιξη και συντήρηση; Ο μοναδικός τρόπος επίτευξης είναι η οικονομία. Είναι η διάχυση κεφαλαίων προς όλους του αμυντικούς κλάδους, όπως η έρευνα και ανάπτυξη, η εκπαίδευση προσωπικού και η κατασκευή νέων αμυντικών συστημάτων. Όλα αυτά τα ζητήματα, σε μεγάλο μέρος, δημιουργούνται και αναπτύσσονται μέσα από την αμυντική βιομηχανία και την σχέση αυτής με την οικονομία του εκάστοτε κράτους. Με αυτόν τον γνώμονα, στα πλαίσια του φετινού Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, πραγματοποιήθηκε ένα πάνελ με τίτλο Άμυνα & Οικονομία. Στο εν λόγω πάνελ, επιφανείς αξιωματούχοι του Ελληνικού Στρατού, ακαδημαϊκοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι εξέφρασαν τις απόψεις τους ως προς το πώς είναι δυνατό η Ελλάδα να υποστηρίξει ακόμα περισσότερο την αμυντική της δυνατότητα μέσα από το “πάντρεμα” αυτής με την οικονομία. 

Ο Υπουργός Εξωτερικών της χώρας μας, Ευάγγελος Αποστολάκης, ανέφερε πως «η αμυντική πολιτική της Ελλάδας βασίζεται στην προάσπιση της εδαφικής της ακεραιότητας, την ικανοποίηση εθνικών συμφερόντων, την ενίσχυση της ασφάλειας και την εξωστρέφεια». Θέλοντας να παραθέσει μια συνολική εικόνα για την Ελληνική αντίληψη της σχέσης άμυνας και εξωτερικής πολιτικής δήλωσε πως “η Ελλάδα προσπαθεί να προασπιστεί τα συμφέροντά της μέσα από έναν άξονα ισχυρών συνεργασιών, με δραστηριότητες που περιλαμβάνουν συν-εκπαίδευση με γειτονικά κράτη (Αίγυπτος, Μαρόκο, Βαλκάνια, Κύπρος κ.α.)” ενώ δεν δίστασε να αναφερθεί στα ζητήματα της Τουρκίας και του Μακεδονικού. Ως προς το πρώτο δήλωσε πως “έχουμε έναν δύσκολο γείτονα που κάνει πολλές προκλητικές ενέργειες στο Αιγαίο και ότι το Υπουργείο καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να εξομαλύνει τις ενέργειες αυτές και να αποφεύγει τις εντάσεις”. Ενώ ως προς το δεύτερο ανέφερε ότι «η ένταξη της χώρας στο Ν.Α.Τ.Ο θα βοηθήσει στην ισχυροποίηση της σταθερότητας της περιοχής και τόνισε ότι στόχος της Ελλάδας είναι η εμβάθυνση της συνεργασίας των δύο χωρών». Στο ζήτημα της σχέσης άμυνας – οικονομίας ο Υπουργός τόνισε πως η αμυντική βιομηχανία είναι συνδεδεμένη με την οικονομία και πως προωθείται η υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων που θα τονώσει την αμυντική βιομηχανία της χώρας.

Στην συνέχεια, ο Αντιναύαρχος Κυριάκος Κυριακίδης δήλωσε πως “η ευρύτερη εμπλοκή της εγχώριας βιομηχανίας θα μειώσει τις κρατικές αμυντικές δαπάνες και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητη η εκπόνηση ενός μακρόχρονου αμυντικού σχεδιασμού. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο «απογαλακτισμός» του κλάδου από το κράτος με την εν μέρει ιδιωτικοποίηση των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών, με την αναβάθμιση της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και την συνεργατική σχέση οικονομίας και άμυνας”. Ενώ ο Dennys Plessas, Vice President Business Development Initiatives Lockheed Martin Aeronautics / International, παρέθεσε στοιχεία κατά τα οποία, «στην Ευρώπη υπάρχουν 2,500 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες μαζί με τις μεγάλες εταιρίες του κλάδου, έχουν δημιουργήσει πάνω από 1 εκατομμύριο 200 χιλιάδες θέσεις εργασίες και έχουν ετήσιο τζίρο 100 δισεκατομμύρια ευρώ.  Τα αντίστοιχα νούμερα στις ΗΠΑ είναι να απασχολούνται στον κλάδο 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι, 250 χιλιάδες από αυτούς μόνο στο σχεδιασμό και υλοποίηση οπλικών συστημάτων, και ο κλάδος να αποτελεί το 1,8-2% του ΑΕΠ της χώρας», θέλοντας να δείξει την μεγάλη σημασία του συσχετισμού άμυνας και οικονομίας σε διεθνές επίπεδο ενώ κλείνοντας δήλωσε πως “η σύγχρονη αμυντική βιομηχανία είναι ένα σημαντικό διπλωματικό όπλο”.

Αντιλαμβανόμενος τα λεγόμενα των παρευρισκόμενων του πάνελ και κατανοώντας την σημασία του ζητήματος αυτού, είμαι σε θέση να εκφράσω με σιγουριά πως πλέον για ένα κράτος δεν είναι αρκετή η αγορά οπλικών και αμυντικών συστημάτων από μεγάλες διεθνής βιομηχανίες. Βλέποντας μεγάλα κράτη να επενδύουν σεβαστά ποσά στον τομέα αυτό, πιστεύω πως η θέση του Αντιναυάρχου Κυριακίδη είναι και η σωστή, διότι η Ελλάδα θα έπρεπε να επενδύσει και αυτή στον αμυντικό της τομέα. Όχι όμως, όπως προ είπα σε απλές αγορές, αλλά κυρίως στους τομείς της έρευνας και ανάπτυξης, στις βιομηχανικές υποδομές και στην εκπαίδευση προσωπικού. Η Ελλάδα πορεύεται σε μια εύθραυστη γεωγραφική τοποθεσία όπου οι συσχετισμοί αλλάζουν συνεχώς. Συνεπώς θα ήταν ορθό να συγκεκριμενοποιηθεί ένα σχέδιο βιομηχανικής αμυντικής ανάπτυξης ώστε η χώρα να έχει την δυνατότητα μελλοντικά να υφίσταται όσο το δυνατόν αυτάρκης και να προβάλει προς τον έξω κόσμο την σοβαρή, απροσπέλαστη και αδιαπραγμάτευτη άμυνα που θα έχει κατασκευάσει. Επίσης (χωρίς φυσικά να προτάσσω την οικονομία πολέμου) η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας θα μπορούσε να δώσει μια ανάσα στην καταπονημένη εθνική οικονομία.


Ανδρέας Παπαϊωσήφ
Είναι 23 ετών και απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου της κατεύθυνσης Διεθνών Σχέσεων και Οργανισμών. Οι Διεθνείς Σχέσεις για αυτόν αποτελούν ένα αρκετά σημαντικό κομμάτι της ζωής του, καθώς έχει συμμετάσχει σε αρκετά συνέδρια, ημερίδες και προσομοιώσεις επάνω στο αντικείμενο. Ο λόγος που επιχειρεί να αρθρογραφήσει είναι η διάθεση του να μοιραστεί αυτό το πάθος για γνώση περί Διεθνών Σχέσεων.