Του Βασίλη Κουτσούμπα,

Υπάρχει συχνά μια κατηγορία κατά, αλλά και μια πρόσκληση προς τους νέους, κυρίως από ανθρώπους που βρίσκονται στον χώρο της πολιτικής.

Από τη μια οι νέοι δεν κάνουν αρκετά, δεν αφουγκράζονται τις ανάγκες των καιρών για να βγούνε μπροστά, μένουν στάσιμοι, στο περιθώριο, και η πιθανή συνεισφορά τους γίνεται μια εύχρηστη ατάκα για το πόσο θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα πράγματα αν το έπαιρναν απλώς απόφαση. Από την άλλη, μπορούν να αποτελέσουν φάροι ελπίδας και αναγέννησης, τοποφορητές προσδοκιών για κάτι καλύτερο, παρόλο που το κάτι αυτό μένει απροσδιόριστο, αχανές και καταλήγει να είναι μια αναμασημένη και πολυφορεμένη «μάρκα» συγκάλυψης λαθών του παρελθόντος.

Από όποια οπτική και αν προσπαθήσω να το δω, είναι μια μετάθεση ευθύνης, μια κατηγορία για ένα κατηγορητήριο που δεν θεμελιώνεται και μια φαινομενική πρόσκληση σε μια συνάντηση παλαιού και νέου για αλλαγή των πραγμάτων και βελτίωση των καιρών με εργαλεία την εμπειρία από τη μια, και τη φρεσκάδα πνεύματος από την άλλη που, ελλείψει ουσίας και ειλικρίνειας, δεν πρόκειται να εισακουσθεί ποτέ.

Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει. Η κατηγορία άνευ κατηγορητηρίου/η πρόσκληση άνευ περιεχομένου έγκειται σε μια παθογένεια της ελληνικής νοοτροπίας που τα τελευταία χρόνια τολμώ να πω καταπολεμείται. Είναι γεγονός πως η νεανική ενασχόληση και δραστηριοποίηση είχε ταυτισθεί τα τελευταία 30 χρόνια είτε εντός είτε εκτός πανεπιστημίου με κομματικές νεολαίες. Χωρίς να θέλω και να είμαι αρμόδιος να κρίνω αν το έργο τους είναι θεμιτό ή όχι, μπορώ ανεπιφύλακτα να υποστηρίξω πως αυτή η νοοτροπία είναι λανθασμένη. Ο λόγος λοιπόν που υπάρχει αυτή η κατηγορία-πρόσκληση είναι διότι οι νέοι σήμερα έχουμε επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο που στα παρελθόν φάνταζε ανούσιος, ίσως και ανύπαρκτος. Όταν, λοιπόν, μας επιρρίπτουν αυτήν την κατηγορία-πρόσκληση είναι επειδή δεν ανταποκρινόμαστε σε κάτι συνηθισμένο, δοκιμασμένο και ελεγχόμενο.

Έχουμε επιλέξει μια διαφορετική συσπείρωση νέων, μια συσπείρωση νέων που δεν κρίνει κάποιον από το «χρώμα» ή την ταμπέλα που του αποδίδεται, που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε ιδεολογίες και πεποιθήσεις αλλά κρίνει κάποιον για τις πράξεις του, για πράγματα απτά και μετρήσιμα, για την όρεξη του να προσφέρει, το πάθος και την ειλικρίνεια του, την επιθυμία του να βελτιώσει τον τόπο του και τον δρόμο που επιλέγει να χαράξει ο ίδιος.

Η εύκολη κριτική σε όσα διαβάσατε είναι η κατηγορία περί ιδεαλισμού και ανέφικτης υλοποίησης μια τέτοιας ιδέας. Εκπρόσωποι του κυνισμού που σε εποχές ανασφάλειας και αβεβαιότητας μεταμφιέζουν τις απόψεις τους ως τις μόνες ρεαλιστικές λύσεις και προωθούν την αρνητική κριτική τους σε οτιδήποτε καινούριο και διαφορετικό ως την επιλογή ασφάλειας και εμπειρίας είναι αυτοί που βρίσκονται απέναντί μας.

Η αλήθεια είναι όμως πως η ιδέα αυτή υλοποιείται, πέρα από τις σελίδες ενός άρθρου, πέρα από μια προσπάθεια κινητοποίησης και ενεργοποίησης μέσω ενός κειμένου, αλλά με πράξεις, πράξεις ουσίας και αποτελέσματος και, ναι, πράξεις που σε μεγάλο βαθμό εμπεριέχουν το στοιχείο του ιδεαλισμού μέσα τους. Δεν μιλάμε όμως για μια τυφλή αισιοδοξία, την σχεδόν ηθελημένη άγνοια ότι τα πράγματα θα φτιάξουν από μόνα τους, αλλά το θράσος να ελπίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, ότι μπορούμε να γίνουμε κάτι καλύτερο.

Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε εδώ στη Βοιωτία μέσω του Δικτύου Νέων, αλλά αυτή η τάση, αυτό το ρεύμα εκτείνεται πέρα από ένα δίκτυο, πέρα από μια συσπείρωση σε ένα νομό, σε μια πόλη, σε ένα χωριό και τα γεωγραφικά της όρια γίνονται απροσδιόριστα. Νεανικές πρωτοβουλίες σε όλη την χώρα διεκδικούν φωνή, παλεύουν για βήμα, απαιτούν καλύτερες συνθήκες γι αυτούς και τις πόλεις τους και τολμούν να βγούνε μπροστά. Νέοι από όλη την Ελλάδα επιλέγουν ένα διαφορετικό δρόμο, μια εναλλακτική λύση και αντιλαμβάνονται την προοπτική του να συμμετέχουν, να χαράζουν μια δική τους διαφορετική πορεία και να αποτελέσουν αναπόσπαστο κομμάτι μιας συλλογικής απάντησης.

Αφήνουμε, λοιπόν, πίσω την κατηγόρια και επιλέγουμε να απευθύνουμε μια αληθινή πρόσκληση, μια πρόσκληση που επιλέγει να ανατρέψει τα δεδομένα, που ενθαρρύνει την ενασχόληση και τη δράση, αρνείται να κάνει διακρίσεις, απορρίπτει τον κυνισμό και επιλέγει την τόλμη να ελπίζει.

Η πρόσκληση έγινε και η συνέχεια έπεται…


Βασίλης Κουτσούμπας

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβαδειά. Είναι δευτεροετής φοιτητής στο τμήμα Νομικής του ΔΠΘ και συν-ιδρυτής του Δικτύου Νέων Βοιωτίας. Μία πρωτοβουλία που έχει ως στόχο τη δικτύωση, ενημέρωση και δραστηριοποίηση των νέων μέσα από διάφορες δράσεις και εκδηλώσεις. Έχει συμμετάσχει σε διάφορες προσομοιώσεις πολιτικού και νομικού περιεχομένου ενώ μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Μεγαλύτερη αδυναμία του, η τζάζ.