Του Μανώλη Στυλιανάκη,

To 1994 ήταν ένα έτος-ορόσημο για την ιστορία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, καθώς στις ενδιάμεσες εκλογές για την εκλογή του Κογκρέσου, κατάφερε να κερδίσει 54 θέσεις στην Βουλή των Αντιπροσώπων και 8 θέσεις στην Γερουσία. Ένα Red Wave, που δικαίως χαρακτηρίστηκε ως Ρεπουμπλικανική επανάσταση. Μετά την αποτυχία να καταλάβουν τον Λευκό Οίκο, έπρεπε να καταστρώσουν μια στρατηγική που θα τους χάριζε την πολυπόθητη νίκη, όταν και αν αυτή ερχόταν. Το σχέδιο αυτό ονομάστηκε “Contract with America”. Οι ρεπουμπλικάνοι σκέφτηκαν, πως αντί να σπαταλούν πολύτιμο χρόνο και ενέργεια  σε επουσιώδεις προστριβές μεταξύ τους, που εν τέλει οδηγούν σε διάσπαση παρά σε σύνθεση, θα ήταν πολύ πιο παραγωγικό να ενώσουν τις δυνάμεις τους, συσπειρωμένοι πίσω από μία κοινή προγραμματική ατζέντα. Έτσι αποφάσισαν να κάνουν πολιτική εκστρατεία επί τη βάσει μιας κοινής πολιτικής πλατφόρμας και όχι ατομικών «οραμάτων» και φιλοδοξιών.

Το κείμενο του εν λόγω «συμβολαίου», περιελάμβανε 8 σκληροπυρηνικές θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις, τις οποίες το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ορκίστηκε να υλοποιήσει και 10 νομοσχέδια που υποσχέθηκε να φέρει προς διαβούλευση, εάν και εφόσον καταλάμβαναν ποτέ το Κογκρέσο. Δεδομένων των ποικιλόμορφων συνιστωσών που απαρτίζουν το κόμμα, θεωρήθηκε κάπως δύσκολο να ενωθούν όλες οι φατρίες μαζί, απεμπολώντας η καθεμία τις κόκκινες γραμμές της. Έτσι συμφώνησαν να εστιάσουν και στη συνέχεια να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης σε οποιαδήποτε πρόταση κατάφερνε να συγκεντρώσει δημοσκοπικά το 60% της υποστήριξης του αμερικανικού λαού, αφήνοντας σε δεύτερο χρόνο θέματα αμφίσημα και διχαστικά (πχ αμβλώσεις, σχολική προσευχή, γάμος ομοφυλοφίλων κλπ).

Οι ρεπουμπλικάνοι πέρασαν από την άμυνα στην επίθεση και τα θέματα ημερησίας διάταξης ορίζονταν πλέον από τους ίδιους, οι οποίοι αρνήθηκαν να εκχωρήσουν στους πολιτικούς τους αντιπάλους το προνόμιο να καθορίζουν εκείνοι την εγχώρια ατζέντα. Θεραπεύτηκαν από το ενοχικό σύνδρομο που χαρακτηρίζει διεθνώς τον χώρο της δεξιάς, έπαψαν να δίνουν λογαριασμό στους δημοκρατικούς και πολύ περισσότερο σταμάτησαν να απολογούνται για την ιδεολογία και τα φρονήματά τους στην αριστερά.  Άσκησαν δριμύτατη αντιπολιτευτική κριτική στην κυβέρνηση Κλίντον, κατηγορώντας τον ως ένα ακόμη αποτυχημένο “tax and spend liberal” πολιτικό, που απέτυχε να πραγματώσει τις μεταρρυθμιστικές του υποσχέσεις.

Στην καθ’ ημάς Ελλάδα οι φιλελεύθεροι βρίσκονται έμπροσθεν ενός παράδοξου πολιτικού τοπίου. Παρ’ όλο που η πάλαι ποτέ ηγεμονεύουσα και νυν κυβερνώσα «ριζοσπαστική» αριστερά έχει ξεφτιλιστεί και πνέει πλέον τα λοίσθια, έχοντας όχι μόνον αθετήσει πάσα προεκλογική υπόσχεση, αλλά και πράττοντας αντιδιαμετρικά τα αντίθετα, το αντίπαλο δέος έναντι αυτής της συρρικνωμένης αριστεράς είναι μία καχεκτική αριστερίζουσα δεξιά, ολίγον νωχελική με εμφανή συμπτωματολογία ενοχικού συνδρόμου. Πίσω από τη φανταχτερή βιτρίνα των ηχηρών εξαγγελιών περί μεταρρυθμίσεων εμφωλεύουν κάτι νοσηρές νοοτροπίες του στυλ «μη μας πουν νεοφιλελεύθερους, μη διαταράξουμε τη κοινωνική ειρήνη, στροφή προς το μεσαίο χώρο κλπ» και λοιπά τινά αναιμικά.

Ουδείς τολμά να μιλήσει για ιδιωτικοποιήσεις, αλλά όλοι καταφεύγουν σε κάτι άνευρους ευφημισμούς και λεκτικά υποκατάστατα, όπως «στρατηγικές επενδύσεις, αποκρατικοποιήσεις κλπ» που δεν ενεργοποιούν τα κρατικιστικά αντανακλαστικά μίας σοσιαλαφιονισμένης κοινωνίας. Επιπλέον, ενώ η κυβερνώσα αριστερά έχει νομοθετήσει τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ποινικοποιώντας μάλιστα τις λαϊκές αντιδράσεις έξω από τα συμβολαιογραφία, ο φιλελεύθερος χώρος δεν τολμά να αγγίξει το ακανθώδες και φλέγον ζήτημα των κόκκινων δανείων στη ρίζα του και να προτείνει ριζοσπαστικές και σκληρές λύσεις, όπως φερ’ ειπείν οι ρευστοποιήσεις κόκκινων δανείων, βάζοντας έτσι το μαχαίρι στο κόκκαλο προκειμένου να πραγματώσει τις πολυδιαφημιζόμενες μεταρρυθμιστικές της τομές. Περιορίζεται απλά σε κάτι χαριτωμένους ρητορισμούς για δίκαιες λύσεις που τάχα θα προστατεύουν τόσο τον δανειολήπτη όσο και τις τράπεζες. Δηλαδή πέρδικα στο φούρνο ψητή και να λαλεί! Επιπροσθέτως, παρ’ όλο που το ασφαλιστικό πάσχει από ενδογενείς διαχρονικές παθογένειες που το καθιστούν απασφαλισμένη νάρκη, που ναρκοθετεί το μέλλον των επιχειρήσεων που ασφυκτιούν κάτω από τις δυσβάστακτες ασφαλιστικές εισφορές, ουδείς τολμά να κόψει συντάξεις 40άρηδων ή των άγαμων θυγατέρων που δεν έχουν συνεισφέρει σχεδόν τίποτα στο σύστημα. Γενικά ο φιλελεύθερος λόγος «τα σπάει» στα λόγια, αλλά όχι στα έργα. Εσχάτως με το πολύκροτο θέμα του κατώτατου μισθού, ποιος φιλελεύθερος κοινοβουλευτικός τόλμησε να μιλήσει για την ολική κατάργησή του μαζί με την ανάγκη ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας; Κανένας και αυτό λόγω φόβο πολιτικού κόστους.

Όντως, όπως πολύ σωστά έχει διατρανώσει ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, απαιτείται ένα «συμβόλαιο αλήθειας» μεταξύ του πολιτικού συστήματος και των πολιτών. Ωστόσο, όταν μια αντιπολίτευση εξαντλεί τον αντιπολιτευτικό της λόγο σε λαϊκιστικές κοινοτοπίες που έχουν ξεθωριάσει από την πολυχρησία τους, και αυτό επειδή 9 στους 10 επικοινωνιολόγους συστήνουν στιλπνές και εύπεπτες γλυκανάλατες στρογγυλάδες που δεν οξύνουν τα πνεύματα, τότε κάθε άλλο παρά για συμβόλαιο αλήθειας μιλάμε, μάλλον για συμβόλαιο λήθης που απλά παρατείνει την αφύσικη ναρκοληψία, εξαιτίας της οποίας υπνοβατούσαμε όλη την περίοδο της αμαρτωλής μεταπολίτευσης προς τον γκρεμό του οικονομικού κραχ του 2010 και της συνακόλουθης χρεωκοπίας.

Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μία shock θεραπεία, μία ένεση ενός κοκτέιλ μεταρρυθμίσεων που θα απελευθερώσουν την αγορά από το κράτος-δεσμώτη. Εξυπακούεται πως η υλοποίησή της απαιτεί ένα φιλελεύθερο φάσμα ευρύτατης πλειοψηφίας που θα εκκινεί από το χώρο του φιλελεύθερου κέντρου μέχρι την λιμπερταριανή δεξιά και τον οικονομικά φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο. Ένα τέτοιο πολυσυλλεκτικό υπερσύνολο θα πρέπει να παραμερίσει δευτερευούσης σημασίας διαφορές προκειμένου να επενδύσει το ιδεοπολιτικό του κεφάλαιο στην ενύλωση των προαναφερθέντων προταγμάτων. Γι’ αυτό το λόγο, οι εν Ελλάδι φιλελεύθεροι, εάν θέλουν κάποια στιγμή να δουν μία όντως φιλελεύθερη κυβέρνηση να κρατάει τη σκυτάλη στα πολιτικά δρώμενα της χώρας, καλά θα κάνουν ν’ αντιγράψουν τους ρεπουμπλικάνους αδελφούς τους, να συσπειρωθούν πίσω από μία κοινή ατζέντα, διατηρώντας αφενός τις ιδεολογικές αποχρώσεις τους, εστιάζοντας αφετέρου στο μείζον που είναι η καπιταλιστική ανασυγκρότηση της Ελλάδας.

Όταν με το καλό η Ελλάδα συνέλθει και το ΑΕΠ μας διπλασιαστεί, θα μπορούμε να τσακωνόμαστε για το φύλο το αγγέλων από την ασφάλεια των ανθρώπων που έχουν καλύψει τις πρωτεύουσες βιοποριστικές τους ανάγκες και έχουν την πολυτέλεια χρόνου να διυλίζουν τον κώνωπα. Όπως έλεγε και ο Ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας, πρώτα θα φάμε κι ύστερα θα φιλοσοφήσουμε. Αυτή τη στιγμή όλοι όσοι δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στο δυτικό ευρωπαϊκό υπόδειγμα, πρέπει να διατυπώσουν προτάσεις ριζοσπαστικές και ρηξικέλευθες που θα αποπνέουν (νεο)φιλελεύθερο άρωμα και θα συνθέσουν τον οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση. Αυτό το σχέδιο δεν θα είναι έξωθεν εισαχθέντα μνημονιακά guidelines αλλογενών οργανισμών, αλλά θ’ αποτελεί απόσταγμα της δικής μας βιωματικής ιστορίας, γλυκύς καρπός της πικρής παιδεύσεως μας στην κάμινο της κρίσης και γι’ αυτό θα γίνει αποδεκτό από το σώμα της κοινωνίας.


Μανώλης Στυλιανάκης

Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»