Του Πάνου Ιορδανίδη,

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρισκόμενη ίσως στην κρισιμότερη καμπή της ιστορίας της, δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί κεντρικό θέμα συζήτησης στο 4ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Υπό αυτό το πρίσμα, δύο ξεχωριστές συζητήσεις, αυτή του Δημήτρη Αβραμόπουλου, του Επίτροπου Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας, με τον γνωστό δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, και αυτή του Γιώργου Παπανδρέου, του πρώην Έλληνα πρωθυπουργού, με τον επικεφαλής διπλωματικό ανταποκριτή των New York Times στην Ευρώπη, Στίβεν Ερλάνγκερ, άφησαν ένα ιδιαίτερο στίγμα κατά τις διεργασίες του συνεδρίου.

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, από το Artemis Hall του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, επικεντρώθηκε στις προκλήσεις της Ευρώπης δίνοντας έμφαση στο μεταναστευτικό πρόβλημα και τις δευτερογενείς επιπτώσεις που δημιουργεί η επίλυσή του. Με γνώμονα το χαρτοφυλάκιό του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η σκοπιά με την οποία εξετάζει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι διακρίνεται από έναν πραγματισμό ενός ανθρώπου που έχει ζήσει τα πράγματα «εκ των έσω», πράγμα που αποτυπώθηκε και στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε.

Με αφορμή τις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Επίτροπος εξέφρασε την ανησυχία του για την επερχόμενη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου, αποδίδοντας την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού στην αδυναμία των πολιτικών ηγεσιών να δώσουν συλλογικές λύσεις στο προσφυγικό και στα θέματα ασφαλείας που ταλανίζουν την Ευρώπη. Η ανάδυση αυτών των δυνάμεων, δεν έχει να κάνει με την οικονομική κρίση, αλλά με μια υπαρξιακή κρίση που βιώνει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα τα τελευταία χρόνια.

Σημειώνοντας την παρατήρησή του για τον ελληνικό τύπο που αγνοεί, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τη συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ και επικεντρώνεται στις εγχώριες πολιτικές διαμάχες, έσπευσε να κάνει έναν ειδοποιό διαχωρισμό σχετικά με τις δομές και ρόλο των οργάνων της ΕΕ: Η πολιτική δύναμη βρίσκεται στα χέρια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που απαρτίζεται από τις ηγεσίες των κρατών-μελών και όχι στα χέρια του Ευρωκοινοβουλίου και της Κομισιόν, όπου δρουν σαν όργανα χάραξης πολιτικής. Χαρακτηριστικά, όπως δηλώνει ο ίδιος, όταν απέκτησε το χαρτοφυλάκιο της μετανάστευσης είχε την αίσθηση ότι θα κάνει τη δουλειά ενός «υπουργού της Ευρώπης», πράγμα που απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Στο μείζον θέμα του μεταναστευτικού, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος στάθηκε στις κατηγορίες χωρών της Κεντρικής Ευρώπης, όπως είναι η Ουγγαρία, προς την Ελλάδα που, όπως τονίζει ο ίδιος, έκαναν το ξεκίνημα της μεταναστευτικής κρίσης πολύ δυσκολότερο. Η αδυναμία των ευρωπαϊκών χωρών να επωμιστούν το μερίδιο τους στη διαχείριση του προβλήματος οδήγησε στην συνεννόηση της ΕΕ με την Τουρκία, κάτι που για τον Επίτροπο λειτούργησε αποτελεσματικά δεδομένου των εξελίξεων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για την Τουρκία να μην ξεφύγει από τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό όντας απαραίτητη για την ΕΕ και αντιστρόφως.

Ο Γιώργος Παπανδρέου, από το Αμφιθέατρο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών, μίλησε τόσο για τις αβελτηρίες του παρελθόντος όσο και για τις λύσεις που πρέπει να υιοθετηθούν προκειμένου η Ευρώπη να ξεφύγει από το τέλμα. Η προσέγγιση του πρώην πρωθυπουργού επέρχεται μέσω μιας ιδεολογικοπολιτικής σκοπιάς των πεπραγμένων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δίνοντας έμφαση στον πολιτικό χώρο που εκπροσωπεί ο ίδιος.

Η συζήτηση ξεκίνησε με το ζήτημα της ελληνικής κρίσης, το οποίο ο πρώην πρωθυπουργός βίωσε από πρώτο χέρι. Αφού στάθηκε στην αδυναμία της κυβέρνησής του να πείσει τις αγορές ότι η Ελλάδα ήταν πρόθυμη να κάνει μεγάλες μεταρρυθμίσεις, ο Γιώργος Παπανδρέου εξέφρασε την πεποίθηση του ότι ουδέποτε έπρεπε να αντιμετωπιστεί η ελληνική δημοσιονομική κρίση ως ένα ελληνικό πρόβλημα, αλλά ως ένα ευρωπαϊκό. Οι συλλογικές δομές που αναδείχθηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη έπρεπε να είχαν εισαχθεί προ πολλού στους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ιδεολογική βάση στην οποία πρέπει να βασιστεί η Ευρώπη, σύμφωνα με τον τέως πρωθυπουργό, είναι αυτή της «πραγματικής σοσιαλδημοκρατίας» και όχι του ευρωσκεπτικισμού. Η ανάγκη αυτή προέρχεται από ανοικοδόμηση ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου» που έχει υπονομευτεί από ένα κεφάλαιο «χωρίς πατρίδα» και την κατάτμηση του κοινωνικού κράτους. Ταυτόχρονα, εξέφρασε πως οι οικονομικές και νομισματικές πολιτικές της ΕΕ πρέπει να βασιστούν σε έναν «πανευρωπαϊκό κεϋνσιανισμό», μια πολιτική που θα κατασκευάσει ένα νέο ευρωπαϊκό όραμα, αυτό του «εξανθρωπισμού της παγκοσμιοποίησης»

Με αυτά τα δεδομένα, ο Γιώργος Παπανδρέου θέλησε να μην τοποθετηθεί στο δίπολο «φιλοευρωπαίοι-ευρωσκεπτικιστές», αλλά στην βάση μιας «εποικοδομητικής κριτικής της Ευρώπης». Για να ενισχύσει το συλλογισμό του, εξέφρασε τη γνώμη του για το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, ότι δηλαδή δεν θα είχε λόγο να δημιουργηθεί ένα τέτοιο κίνημα αν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν έναν δυνατό ρόλο στα τεκταινόμενα. Ο βαθύς φόβος και η ανασφάλεια οδηγούν στον λαϊκισμό, όπως είπε ο ίδιος, και οι προκλήσεις της Ευρώπης πρέπει να αντιμετωπιστούν με στιβαρές οικονομικές πολιτικές στους τομείς της πράσινης ανάπτυξης και της τεχνολογίας.

Είτε το δει κανείς από μια πραγματιστική σκοπιά, είτε από μια ιδεολογικοπολιτική, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: Η Ευρώπη έχει ανάγκη από ενότητα, συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών απέναντι σε κάθε πρόκληση, γιατί είναι εκείνα τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία που δεν θα επιτρέψουν στον καταστροφικό εαυτό της να κυριαρχήσει, ο οποίος σήμερα εκφράζεται μέσω του εθνικισμού και του λαϊκισμού.


Πάνος Ιορδανίδης

Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι λάτρης της διεθνούς πολιτικής τόσο σαν ακαδημαϊκό, όσο και σαν δημοσιογραφικό αντικείμενο. Έχει ασκηθεί σε πολιτικές διευθύνσεις του ΥΠΕΞ και δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο του εθελοντισμού σε ΜΚΟ, ακαδημαϊκά συνέδρια και εκπαιδευτικές προσομοιώσεις.