Του Μανώλη Φυρογένη,

Επισκεπτόμενος στη βαλκανική χερσόνησο, όπως ονομαζόταν αρχικά πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκεσαι μάρτυρας μιας φύσης άγριας, έντονης, διαφορετικής. Μιας φύσης που δικαιολογεί όλα εκείνα τα στοιχεία της βιαιότητας και της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσαν από την εποχή του Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα και σε κάνουν να μελαγχολείς. Ο καυστικός αλλά πάντοτε επίκαιρος Βρετανός πολιτικός, Ουίνστον Τσόρτσιλ, είχε υποστηρίξει σε μια από τις πολλές διάσημες φράσεις του ότι «τα Βαλκάνια παράγουν περισσότερη ιστορία από αυτή που μπορούν να καταναλώσουν». Φράση πολύ εύστοχη αν αναλογιστεί κανείς τα τεκταινόμενα στη γεωγραφική επικράτεια.

Συχνά πυκνά, τα Βαλκάνια βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, σαν ένα ενεργό ηφαίστειο που σε κρατά μόνιμα σε εγρήγορση και κινητοποίηση και περιμένεις τη στιγμή που αυτό θα εκραγεί. Η πληθώρα των χωρών κρατών που δημιουργήθηκε λιγότερο από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και περισσότερο από την πτώση της Δημοκρατίας της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας και έπειτα, οι επεκτατικές πολιτικές τους, τα απατηλά όνειρα πολλών εξ ’αυτών καθώς και η πάντοτε «ζωηρή» Τουρκία, διατηρούν τη γεωγραφική αυτή περιοχή σε αναμμένα κάρβουνα.

Τα Βαλκάνια ανέκαθεν θεωρούνταν ο «φτωχός συγγενής» των παραδοσιακά μεγάλων δυνάμεων, θέλοντας να έχουν σε αυτή τη κρίσιμη από πολλές απόψεις, γεωγραφική περιοχή. Η έξοδος προς την θάλασσα, η ιδιομορφία των πλούσιων εδαφών τους και το ισχυρό status quo των εθνοτήτων τους, καθιστούν την περιοχή αυτή ωρολογιακή βόμβα. Το έντονο ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της ευρύτερης επικράτειας των Βαλκανίων έχουν εξιτάρει έναν σπουδαίο ιστορικό της νεότερης εποχής να ασχοληθεί με ζήλο με την περίπτωσή τους, εξηγώντας πως «η ακραία απονομιμοποίηση ολόκληρης της πολιτικής τάξης από την οικονομική κρίση του 1929 και ύστερα, δεν δύναται να παραμερίσει την καλοπροαίρετη ανοχή του παρελθόντος». Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα σημαντικό λόγο για την έκρηξη ακραίων πολιτικών ιδεολογιών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην πλειονότητα της Βαλκανικής χερσονήσου.

Παρατηρώντας πολύ προσεκτικά την ιστορία των Βαλκανικών λαών τους τελευταίους δύο αιώνες και δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο χρονικό διάστημα από τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα, μάλλον θα καταλήξει κανείς στην υπονόμευση του όποιου αισθήματος ευρωπαϊκής ανωτερότητας. Διότι ναι μεν δόθηκαν στους βαλκανικούς λαούς, από την Ευρώπη, τα ερεθίσματα για να αυτοπροσδιοριστούν αλλά ο ρομαντικός εθνικισμός ως παρεπόμενο των ιδεολογικών όπλων, ήταν ικανός να αυτοκαταστραφούν

Ευρισκόμενοι σε ένα ανήσυχο κοινωνικοπολιτικό σταυροδρόμι για ολόκληρη την Ευρώπη, η στάση που θα κρατήσουν οι Βαλκανικές χώρες, η σταθερότητα που τυχόν θα δείξουν καθώς και οι ενδεχομένως συντονισμένες κινήσεις – πολιτικές τους, καθ΄ όπως φαίνεται τόσο από τη Συμφωνία των Πρεσπών όσο και από τις συζητήσεις ανάμεσα σε κυβερνητικούς εταίρους της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ρουμανίας για κοινή υποψηφιότητα ανάληψης του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδοσφαίρου για το έτος 2028, μπορούν να ηρεμήσουν την μόνιμα εύφλεκτη κατάσταση. Το βάρος όμως της ιστορίας και των φρικαλεοτήτων που έχουν γίνει σε πολλούς τομείς στα Βαλκάνια, είναι ικανό να αφήσει τις χώρες αυτές να κοιτάξουν μπροστά;


Μανώλης Φυρογένης

Φοιτητής επί πτυχίω στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων με κατεύθυνση την Πολιτική Επιστήμη. Ενδιαφέρεται για τα κοινά ενώ ασχολείται ενεργά στον τομέα που έχει επιλέξει να ασχοληθεί επαγγελματικά. Επίσης, έχει εμπειρία από το Πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ, καθώς υπήρξε μέρος του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών (Erasmus) με απόλυτη επιτυχία.