Της Ειρήνης Βαρελτζίδου,

Η παιδική προστασία στην Ελλάδα εξασφαλίζεται, κυρίως, με δυο σημαντικούς θεσμούς: την υιοθεσία και την αναδοχή ανηλίκων. Σκοπός των δύο θεσμών είναι η απομάκρυνση του ανηλίκου από τη φυσική του οικογένεια λόγω σοβαρών προβλημάτων και η τοποθέτηση του σε ανάδοχη ή θετή οικογένεια.

Ειδικότερα, ο θεσμός της αναδοχής ανηλίκου λειτουργεί ως προσωρινό συμπλήρωμα της γονικής μέριμνας ή της επιτροπείας και η πραγματική φροντίδα του παιδιού αναλαμβάνεται από τρίτους-είτε μετά από συμφωνία με τους φυσικούς γονείς ή τον επίτροπο είτε μετά από δικαστική απόφαση (η οποία όμως δεν μεταβάλλει τις έννομες σχέσεις μεταξύ του ανηλίκου και της φυσικής του οικογένειας ή του επιτρόπου). Ο θεσμός της αναδοχής με τη σημερινή του μορφή, δηλαδή, ως μια μορφή παροχής προσωρινής φροντίδας σε παιδιά που η οικογένειά τους για διάφορους λόγους δεν μπορεί να τα φροντίσει, ξεκίνησε να εφαρμόζεται ως απλή πρακτική από το Πατριωτικό Ίδρυµα Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως (ΠΙΚΠΑ) ήδη από το 1932 στο λεκανοπέδιο Αττικής. Κάτι αντίστοιχο στην υπόλοιπη Ελλάδα εφαρμόστηκε πολύ αργότερα. Μάλιστα στη Θεσσαλονίκη ανάλογη πρακτική εφαρμόστηκε πρώτη φορά το 1962, με το Βρεφοκομείο «Άγιος Στυλιανός».

Σημαντική παράμετρο στην αναδοχή ανηλίκου συνιστούν οι προϋποθέσεις που ορίζει το κείμενο του Νόμου 4538/2018. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 του νόμου κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι είναι οικογένειες που αποτελούνται από συζύγους ή έχοντες συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (άρα ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια), με ή χωρίς παιδιά ή μεμονωμένα άτομα, άγαμα, ή διαζευγμένα, ή σε χηρεία, με ή χωρίς παιδιά, που μπορεί να είναι συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού με το ανήλικο τέκνο (συγγενική αναδοχή). Μεταξύ περισσοτέρων κατάλληλων υποψήφιων αναδόχων γονέων η επιλογή γίνεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου, υπό το πρίσμα και της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992 (Α΄ 192). Η συγγενική αναδοχή, αν είναι εφικτή και για το συμφέρον του ανηλίκου, πρέπει να προτιμάται.

Ακόμα, για να τοποθετηθεί ο ανήλικος στην ανάδοχη οικογένεια πρέπει να πληρούνται σωρευτικά και οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1. οι ανάδοχοι γονείς να πληρούν τα όρια ηλικίας και να έχουν διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία για την υιοθεσία. (Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της συγγενικής αναδοχής ), 2. οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες με αυτούς να έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, ιδίως μάλιστα να μην πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα, 3. οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες με αυτούς να μην έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή να μην εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, σύμφωνα με το άρθρο 1537 ΑΚ, ή για κακοποίηση ή παραμέληση ανηλίκων για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία για τα ναρκωτικά ή την εμπορία οργάνων, 4. οι ανάδοχοι γονείς να έχουν αποδεδειγμένα τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του ανάδοχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και καταβάλλοντας προσωπική φροντίδα και 5. οι ανάδοχοι γονείς να είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων(Σε απρόβλεπτες ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά αναφέρεται ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων δύναται να παραλειφθεί, εφόσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή).

Υπάρχουν έξι διαφορετικά είδη αναδοχής, τα οποία επιγραμματικά είναι: η φιλοξενία, η συγγενική αναδοχή, η επείγουσα, η βραχυπρόθεσμη, η μεσοπρόθεσμη και η μακροπρόθεσμη αναδοχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα παραπάνω είδη αυτό που προτιμάται είναι η συγγενική αναδοχή, καθώς με αυτόν τον τρόπο το παιδί δεν απομακρύνεται από την πραγματική του οικογένεια και η μετάβαση του ανηλίκου είναι πιο εύκολη και ομαλή. Η διαφορά στα υπόλοιπα είδη έγκειται στη διάρκεια της αναδοχής του ανηλίκου. Στην Ελλάδα η πιο συχνή αναδοχή θεωρείται η μακροπρόθεσμη η οποία διαρκεί πολλά χρόνια και χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της μονιμότητας (πράγμα που οδηγεί πολλές φορές σε υιοθεσία).

Με γνώμονα την πληρέστερη προστασία της παιδικής ηλικίας και την αποφυγή των ανεπιθύμητων συνεπειών της ιδρυματικής ζωής, η αναδοχή ανηλίκου αποτελεί μία εναλλακτική μορφή φροντίδας, στην οποία η πραγματική φροντίδα του παιδιού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αναλαμβάνεται από τρίτους υπό προϋποθέσεις. Το περιεχόμενο της αναδοχής είναι από το νόμο περιορισμένο και βασικό στόχο έχει την επανένταξη του ανηλίκου στη φυσική του οικογένεια μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν. Μέσα από την αναδοχή ανηλίκου γίνεται φανερή η ιδιαίτερη μεταχείριση των παιδιών από το κράτος, το οποίο έχει ως κυρίαρχο σκοπό την προστασία κάθε παιδιού και την ομαλή ανάπτυξη του.


Πηγές

  • Ελένη Δ. Εφραιμίδου. (2008). Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και ανάθεση σε ανάδοχη οικογένεια. Έκδοση: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τμήμα Νομικής.
  • Αδαμαντία Π. Χριστοφοράκου. (2017). Οι ρυθμίσεις των άρθρων 1532, 1533 ΑΚ για την κακή άσκηση της γονικής μέριμνας – Ο θεσμός της αναδοχής ανηλίκου. Έκδοση: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονικης, τμήμα Νομικής

Ειρήνη Βαρελτζίδου

Γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη. Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες γνωρίζει γερμανικά και άπταιστα, αγγλικά. Από μικρή της άρεσε η ενασχόληση με πολιτικά, κοινωνικά και νομικά θέματα, για αυτό έχει συμμετάσχει σε πολλά σεμινάρια και συνέδρια (όπως στη Βουλή των Εφήβων, σε μοντέλα Ηνωμένων Εθνών, στο Μοντέλο Βουλής των Ελλήνων). Αρθρογραφεί για νομικά θέματα, κυρίως οικογενειακής φύσεως