3.5 C
Athens
Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΟι δομικές παθογένειες του ελληνικού φορολογικού συστήματος ως τροχοπέδη για την οικονομική...

Οι δομικές παθογένειες του ελληνικού φορολογικού συστήματος ως τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη


Του Μιχάλη Θεοδωρακόπουλου,

Στόχος ενός σύγχρονου φιλελεύθερου κράτους πρέπει να είναι η χάραξη και εφαρμογή ενός προσεκτικά σχεδιασμένου, λειτουργικού και αποδοτικού φορολογικού συστήματος, που θα διευκολύνει την οικονομική μεγέθυνση και παράλληλα θα είναι κοινωνικά δίκαιο. Δυστυχώς, το ελληνικό φορολογικό σύστημα κρίνεται εν πολλοίς δομικά προβληματικό: κάθε μορφής φορολογικό σύστημα στην χώρα μας δείχνει να είναι καταδικασμένο να αποτύχει, τουλάχιστον όσο ελλείπει μια συνολική προσέγγιση για την ορθή διαχείριση του πεδίου: πρόκειται για ένα σύστημα, που χαρακτηρίζεται από μια χομπσιανού τύπου «κατάσταση της φύσης», δεδομένου ότι εδώ δραστηριοποιούνται δύο υποκείμενα, που έχουν παράλληλα ρόλο δότη και λήπτη, δύο μέρη που -τουλάχιστον κατά την «νέο»-ελληνική συνείδηση και κακώς- εχθρεύονται το ένα το άλλο και συμπεριφέρονται ως αν αλληλοαπειλούντο. Από την μία πλευρά, υπάρχει το σκληρό κράτος, η αδυσώπητη και άσπλαχνη κρατική εξουσία, ασκούσα με καρποσυλλεκτική διάθεση την φορολογική κυριαρχία. Αυτή χαράσσει την φορολογική πολιτική, επιβάλλει τους κανόνες, φροντίζει για την ύπαρξη επαρκών πόρων, ώστε να επιβιώσει ο κρατικός μηχανισμός και να λειτουργήσουν έστω τύποις οι δημόσιες υπηρεσίες. Από την άλλη πλευρά, ο πολίτης φέρει εν προκειμένω τον μανδύα του φορολογουμένου: είναι εκείνος από τον οποίο ή από τις δραστηριότητες του οποίου αντλούνται οι φόροι και ταυτόχρονα αυτός που απολαμβάνει τις παροχές εκ μέρους του κράτους (παιδεία, υγεία, ασφάλεια, εξυπηρέτηση από τις δημόσιες αρχές). Τα δύο αυτά μέρη λοιπόν, αντιμετωπίζουν με καχυποψία το ένα το άλλο και αρνούνται να συμπεριφερθούν με ειλικρίνεια, εντιμότητα και αλληλοκατανόηση. Και δυστυχώς, η στάση τους αυτή φαίνεται δικαιολογήσιμη, άλλο αν δεν συνειδητοποιούν εκατέρωθεν ότι το κράτος τείνει συχνά να ταυτίζεται με τους ίδιους του τους πολίτες και πως αυξημένοι κρατικοί πόροι ισοδυναμούν κατά κανόνα με αυξημένου επιπέδου και ποιότητας παρεχόμενες υπηρεσίες. Για να ξεπεραστεί όμως τούτο το δίλημμα, απαιτείται ωριμότητα και μεσομακροπρόθεσμη προοπτική και ενατένιση του μέλλοντος, ώστε να γίνει αντιληπτό ότι ορθότερη -και κυρίως χρησιμότερη- θα ήταν μια διάθεση οικειοθελούς συνεργασίας και εμπιστοσύνης στο έτερον ήμισυ.

Οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις κατά την τελευταία δεκαετία απεδείχθη ότι ήταν φυγόπονες και ότι αρνήθηκαν να λειτουργήσουν με φιλελεύθερο πνεύμα, που θα μπορούσε ήδη να έχει προσδώσει έναν αναπτυξιακό χαρακτήρα στο εθνικό φορολογικό σύστημα: αρκέστηκαν λοιπόν στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών, στην επιβολή φόρου επί ακίνητης περιουσίας και στην μείωση του αφορολογήτου ορίου, λαμβάνοντας τον άχαρο ρόλο του φοροεισπράκτορος. Κατ’ αποτέλεσμα, πολλές επιχειρήσεις έβαλαν αμέσως λουκέτο (με συνέπεια την είσοδο στον φαύλο κύκλο της αύξησης της ανεργίας και συνεπακόλουθο την απομείωση των ασφαλιστικών εισφορών,  που θα απέδιδαν αυτοί οι δυνάμει εργαζόμενοι, ήτοι χαμηλούς πόρους για ένα σπάταλο κράτος και ένταση της αναγκαιότητας να βρεθούν από αλλού πηγές εσόδων !) και πολλές κατέληξαν να φυτοζωούν, αδύναμες να ανταποκριθούν στα φορολογικά βάρη. Ζητήματα δε γραφειοκρατίας, διαφθοράς, αστάθειας του φορολογικού πλαισίου και αύξησης των φορολογικών συντελεστών εμποδίζουν την καλλιέργεια υγιούς επιχειρηματικού πνεύματος και την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Πιο συγκεκριμένα, στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής, οι αδυναμίες στον ελληνικό χώρο εντοπίζονται στα εξής:

Α) «Ουκ εν τω πολλώ το ευ». Η ρήση αυτή δείχνει να απουσιάζει από το γνωστικό πεδίο του Έλληνα νομοθέτη. Σε ένα φιλελεύθερο κράτος, το φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι απλό και κατανοητό. Αντ’ αυτού, η φορολογική νομοθεσία στην Ελλάδα είναι ευμετάβλητη, πολύπλοκη και δυσνόητη, αποθαρρύνει τους επενδυτές, δυσχεραίνει το έργο της Διοίκησης και αποδεικνύεται κοστοβόρα ως προς την συμμόρφωση πολιτών και επιχειρήσεων. Ένα τέτοιο περίπλοκο σύστημα είναι διάτρητο και ενισχύει την αδιαφάνεια και την διάθεση για φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή, προκαλεί δε σε κάθε περίπτωση αίσθημα ανασφάλειας δικαίου. Το πρόβλημα εντείνεται αν λάβουμε υπ’ όψιν μας, πέρα από την διαρροή πόρων για τον κρατικό προϋπολογισμό, την δυσλειτουργία του μηχανισμού απόδοσης δικαιοσύνης της χώρας μας ως προς την επίλυση διαφορών. Από ποικίλες έρευνες κατά καιρούς, προκύπτει ότι ο περιορισμός των φορολογικών κλιμάκων και η θέσπιση ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή θα ήταν δυνατό να επιλύσει πολλά εξ αυτών των ζητημάτων.

Β) Ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος John Calvin Coolidge έλεγε πως «Το να εισπράττεις περισσότερους φόρους από όσους σου είναι απαραίτητο, είναι έννομη ληστεία.». Η Ελλάδα κατέκτησε προ διετίας την πρώτη θέση μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ στην αύξηση της φορολογίας, φέροντας για τα μάτια των Ελλήνων πολιτών, αλλά και των αλλοδαπών επενδυτών το στίγμα του φοροεπιδρομέως. Επιπλέον, επεβλήθησαν αλλεπάλληλες διαδοχικές εισφορές και φόροι επί της ακίνητης περιουσίας, οι οποίοι οδήγησαν στην πτώση της τιμής των ακινήτων και στην από-επένδυση της αγοράς. Αντίθετα με την πάγια ελληνική τακτική της αύξησης των φορολογικών συντελεστών (ενδεικτικά, 29% στην φορολογία των επιχειρήσεων και 24% ΦΠΑ, την ίδια στιγμή που τα γειτονικά μας κράτη επιδίδονται σε κούρσες φορολογικού ανταγωνισμού με υποδιπλάσιους συντελεστές) και των ασφαλιστικών εισφορών, η τόνωση της επιχειρηματικότητας προϋποθέτει -φυσικά παράλληλα με την αντιμετώπιση φαινομένων όπως η δυσκίνητη διοίκηση και το έλλειμμα θεσμικής συνείδησης των φορολογουμένων, ειδάλλως θα ακολουθήσει μετά βεβαιότητος δημοσιονομικός εκτροχιασμός- μείωση αυτών, ώστε να προσελκυθούν επενδυτές, να ανοίξουν θέσεις εργασίας και να επιτευχθεί ροή χρήματος στην αγορά. Με άλλα λόγια, πρέπει το κράτος να δημιουργήσει χώρο και να επιτρέψει στην ιδιωτική πρωτοβουλία να αναλάβει δράση, για να μεγεθύνει την οικονομία. Οι φόροι πρέπει να προσλάβουν τον χαρακτήρα του εργαλείου για την οικονομική ανάπτυξη και όχι να γίνουν αυτοσκοπός (με την έννοια της αφαίμαξης των ιδιωτών και των επιχειρήσεων, ώστε να συγκεντρωθεί πλούτος στο κράτος για την άσκηση αντι-αναπτυξιακών επιδοματικών πολιτικών), όπως επιτάσσουν ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, που εχθρεύονται την επιχειρηματικότητα και τις αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας. Για παράδειγμα, αναγκαία είναι η άμεση θέσπιση υψηλών φοροαπαλλαγών για οικογένειες με τρία ή και περισσότερα τέκνα, προκειμένου να δοθεί ισχυρό κίνητρο για τεκνογονία. Αυτό, όχι μόνο θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της μάστιγας της υπογεννητικότητας, αλλά μεσομακροπρόθεσμα θα γεννήσει νέους εργαζομένους και θα επαναπατρίσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που εγκατέλειψε την χώρα την περίοδο της κρίσης. Στόχος είναι οι τελευταίοι να φορολογούνται δίκαια και επ’ ουδενί υπερβολικά, καθώς και να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές, όντες σε θέση να διευκολύνουν την σταθεροποίηση του ασφαλιστικού μας συστήματος και να διασφαλίσουν έσοδα για τον κρατικό προϋπολογισμό.

Πρέπει δε να γίνουν κατανοητά τα εξής, ως προς την αναγκαιότητα μείωσης των φορολογικών συντελεστών: αυξημένοι φόροι εισοδήματος φυσικών προσώπων κρίνονται επιβλαβείς για την οικονομική μεγέθυνση, καθ’ ότι στερούν από τα υποκείμενα αυτά την δυνατότητα κατανάλωσης, αποταμίευσης και ίσως επένδυσης των κεφαλαίων αυτών, κάτι που θα απέφερε ένα πολλαπλασιαστικό για την εθνική οικονομία όφελος. Ομοίως επί της φορολογίας των εταιρικών κερδών: οι επιχειρήσεις, ιδίως του του εξωτερικού, αποθαρρύνονται από την αύξηση της παραγωγικότητάς τους ή διστάζουν να ξεκινήσουν επενδυτική δραστηριότητα σε ένα κράτος με αυξημένους φορολογικούς συντελεστές και ασταθές φορολογικό σύστημα. Αντίθετα, οι φόροι στην κατανάλωση (π.χ. ΦΠΑ) δεν λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τούτο όμως δεν συνεπάγεται ότι προκρίνεται ανέλεγκτη αύξησή τους, καθώς το βάρος αυτών φέρει ο τελικός αποδέκτης των προϊόντων και υπηρεσιών, ο καταναλωτής. Εξαίρεση εδώ ισχύει για τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (σε καύσιμα, προϊόντα καπνού και αλκοολούχα), αφού δεν εκπίπτουν, όπως ο ΦΠΑ.

Ο αντίλογος εδώ έχει πράγματι ισχυρά επιχειρήματα: αναπτυγμένα κράτη με ανοικτού τύπου οικονομίες (όπως τα σκανδιναβικά) χαρακτηρίζονται από υψηλούς φορολογικού συντελεστές και αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές. Η απάντηση βέβαια συνοψίζεται στο εξής ρητορικό ερώτημα: είναι, προς στιγμήν έστω, ικανό το κοινωνικό μας κράτος -π.χ. σε επίπεδο υποδομών- να προσφέρει αντίστοιχης ποιότητας παροχές στους πολίτες της…; Με άλλα λόγια, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών θα σήμαινε αυτόματα και παροχή υπηρεσιών υψηλού επιπέδου στους πολίτες ;

Γ) «Το κράτος σέρνεται». Αν μη τι άλλο αναγκαία κρίνεται η αναμόρφωση της φορολογικής διοίκησης, ώστε να γίνει πιο αποδοτική. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει στο πεδίο αυτό (π.χ. μείωση του αριθμού των εφοριών, χρήση των νέων τεχνολογιών και αξιοποίηση των προσφερομένων από το διαδίκτυο δυνατοτήτων για την ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών, σύσταση Ανεξάρτητης Γενικής Γραμματείας Εσόδων), προκρίνεται η ενίσχυση της προσπάθειας για να απομειωθεί το κόστος της γραφειοκρατίας σε επιχειρήσεις και πολίτες και το κράτος να γίνει λιτό (όχι όμως και απισχνασμένο !) και αποτελεσματικό. Δέον να σημειωθεί ότι η χώρα μας κατατάσσεται χαμηλά στην λίστα των κρατών του ΟΟΣΑ ως προς την ολοκλήρωση διενέργειας φορολογικών ελέγχων και την διευθέτηση των φορολογικών διαφορών και ψηλά ως προς τον αριθμό των υπαλλήλων που απασχολούνται στην φορολογική Διοίκηση.

Δ) Έλλειμμα θεσμικής κουλτούρας των πολιτών. Πράγματι, όσο άξιος, πεφωτισμένος και ικανός και αν είναι ένας ηγέτης, η εξουσία του θα είναι δίχως αντίκρυσμα αν δεν διαφεντεύει τον λαό του. Ομοίως, όσο εξαιρετικά σχεδιασμένο και αν είναι ένα φορολογικό σύστημα, αυτό δεν θα μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη αν οι αποδέκτες του, οι φορολογούμενοι, αρνούνται να υπακούσουν και να συμμορφωθούν προς τις επιταγές του. Η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών χαρακτηρίζεται από έλλειμμα θεσμικής συνείδησης. Ο τρόπος οδήγησης, ο σεβασμός στους πεζούς και η κατάχρηση των δημοσίων μέσων συγκοινωνίας (χαρακτηριστικά παραδείγματα που αντλώ από την αρθρογραφία του Αναπληρωτή Καθηγητή Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Α. Χατζή) ενδεικνύουν την ανωριμότητα και την πάγια άρνηση του πολίτη να αναλάβει τις υποχρεώσεις του, που εν προκειμένω συνοψίζονται στην τήρηση των φορολογικών του υποχρεώσεων. Για παράδειγμα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες δηλώνουν συχνά εξαιρετικά χαμηλά εισοδήματα, με αποτέλεσμα να μην απεικονίζεται η πραγματικότητα και να προκαλούνται στρεβλώσεις (επιβαρύνονται άλλοι κλάδοι, προκειμένου να επιτευχθούν ισόποσοι πόροι), με αποτέλεσμα να θεωρείται πως η φοροδιαφυγή συνιστά θεμιτή άμυνα κατά της υπερβολικής φορολογίας. Δεδομένης της συσχέτισης των ηλεκτρονικών συναλλαγών με την συγκέντρωση των φορολογικών εσόδων, έχει αποδειχθεί ότι η ευρεία και εντατική χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, καθ’ όσον η προτίμηση χρήσης μετρητών έναντι της «κάρτας», ιδίως υπό συνθήκες υπερφορολόγησης, ενδεικνύει την διάθεση απόκρυψης εισοδήματος και φοροαποφυγής. Θεωρείται επομένως αναγκαία η παροχή επιπλέον φορολογικών κινήτρων  για την ενίσχυση των ψηφιακών πληρωμών, με έμφαση και στα παράπλευρα πλεονεκτήματα αυτής της επιλογής (π.χ. το αυξημένο αίσθημα ασφάλειας στον δρόμο από την μη χρήση μετρητών).

Λύσεις για ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα υπάρχουν. Υπάρχουν όμως και ευήκοα ώτα;

«Αφιερώνω το άρθρο μου αυτό στους γονείς μου, που βρίσκονται μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι όμως τόσο κοντά μου…»

Μιχάλης Θεοδωρακόπουλος
Ο Μιχάλης Θεοδωρακόπουλος είναι νέος δικηγόρος, απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στο «Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Γνωρίζει άπταιστα αγγλικά και γαλλικά, κατέχει πιστοποιητικό Αγγλικής Νομικής Ορολογίας από το Διδασκαλείο του ΕΚΠΑ και έχει παρακολουθήσει εξ αποστάσεως προγράμματα Πανεπιστημίων του εξωτερικού με θέμα την διεθνή προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ