Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Συζητήσεις επί συζητήσεων έχουν ξεσπάσει σχετικά με την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως. Κόμματα και πολιτικοί που είναι φορείς απόψεων οι οποίες βάσει των προτύπων που επικράτησαν μετά τη λήξη του Ψυχρού πολέμου στον ανεπτυγμένο κόσμο θεωρούνται αντιδημοκρατικές, ανελεύθερες, ρατσιστικές βρίσκονται στην κυβέρνηση ή την αξιωματική αντιπολίτευση αρκετών χωρών, που θεωρούνταν ανθεκτικές στο φαινόμενο.

Πώς διαμορφώθηκε αυτή η κατάσταση; Κλειδί για να κατανόησή της είναι η ανάλυση της τελευταίας πρότασης της προηγούμενης παραγράφου : Ποια είναι τα πρότυπα που επικράτησαν μετά την κατάρρευση του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού και ποιοι τα διαμόρφωσαν; Είναι γεγονός ότι οι δυτικές ελίτ λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό σαν να είχε επέλθει το τέλος της Ιστορίας με την ήττα του Κομμουνισμού. Επικράτησε σε πολιτικούς, οικονομικούς και πνευματικούς κύκλους η άποψη ότι τουλάχιστον στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ η συνεχής φιλελευθεροποίηση σε όλους του τομείς αποτελούσε αναπόφευκτο μονόδρομο και εγγυητή της ειρήνης και της ευημερίας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ειδικότερα επιχειρήθηκε η επιτάχυνση της διαδικασίας ενοποίησης. ‘’Λιγότερη εθνική κυριαρχία, περισσότερη Ευρώπη‘’ ήταν το πνεύμα σε όλους τους τομείς από την αυξημένη δικαιοδοσία των ευρωπαϊκών οργάνων έως τη νομισματική ένωση.

Το πρόβλημα ήταν ότι η ιδέα του ιστορικού μονόδρομου ήταν ουσιαστικά ανιστόρητη. Κι αυτό διότι παραβλέπει εγγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης και της ιστορικής πορείας. Έτσι σήμερα ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από σωρεία απόψεων εκπροσώπων των ελίτ που προσπαθούν δήθεν να ερμηνεύσουν το πρόβλημα αλλά στην ουσία έχουν ήδη εξάγει το συμπέρασμα ότι η ακολουθητέα πορεία που χάραξαν είναι η σωστή, ότι ευθύνεται η υπανάπτυξη των μαζών οι οποίες γίνονται έρμαια των κάθε λογής λαϊκιστών και ότι αρκούν κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις στην οικονομία ή στο μεταναστευτικό για να επανέλθει η ‘’κανονικότητα’’.

Το πρόβλημα των Ευρωπαίων δεν είναι μόνο η οικονομία ή το μεταναστευτικό Το πρόβλημα των Ευρωπαίων και του Δυτικού κόσμου γενικότερα είναι πρόβλημα ταυτότητας. Στο σύγχρονο άναρχο τοπίο της παγκοσμιοποίησης οι λαοί αναζητούν σταθερές. Τις αναζητούν σαν σωσίβια διότι αισθάνονται ότι κινδυνεύουν καθώς ανοίγονται στα αφιλόξενα και αχαρτογράφιτα ύδατα του ‘’παγκοσμίου χωριού’’. Οι κινήσεις όμως των ελίτ δεν ευνοούν τη σταθερότητα αλλά αντιθέτως προωθούν τη ρευστότητα. Είτε λόγω ιδεοληψίας είτε λόγω συμφέροντος προωθούν την ταχύτατη κατάλυση των σταθερών εκείνων επάνω στις οποίες συναποτελούν την ιδιοσυστασία του κάθε έθνους και του κάθε πολιτισμού. Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι αξιακά, πολιτισμικά, πνευματικά ο πολίτης φέρει πρωτίστως την ταυτότητα του έθνους – κράτους στο οποίο ανήκει και δευτερευόντως αυτή του Ευρωπαίου. Και η ταυτότητα αυτή δομείται από όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούσαν σε κάποιον την αίσθηση ότι ανήκει σε ένα σύνολο αλλά ταυτοχρόνως αποτελούσαν και διακριτικά γνωρίσματα από άλλα σύνολά Οι διαφορές αντιλήψεων και πρακτικών μεταξύ των ευρωπαϊκών κοινωνιών σήμερα είναι πολύ μεγάλες: Από το οικονομικό χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου έως το άνοιγμα των συνόρων από τη Μέρκελ και τη σκληρή αντιμεταναστευτική απάντηση εκ μέρους των χωρών του Βίζενγκραντ. Από το Brexit το οποίο αποτέλεσε μια ξεκάθαρη απόρριψη του βασικού πυρήνα της Ένωσης στο όραμα Μακρόν για περισσότερη Ευρώπη. Από την προτεσταντική οικονομική ηθική της Γερμανία στο αντάρτικο της Ιταλίας. Από την Ελλάδα όπου ¾ θεωρούν την θρησκεία και 7/10 την καταγωγή αναπόσπαστα στοιχείο της εθνικής τους ταυτότητας έως τη Σουηδία που μόνο 1/7 και 2/10 αντιστοίχως πιστεύουν τα ίδια και από εκεί στη Γαλλία όπου η άποψη για την ταύτιση καταγωγής – εθνικής ταυτότητας διχάζει του πολίτες της. Και στη Γερμανία και τη Βρετανία στις οποίες το ποσοστό υποστήριξης του γάμου ων ομοφυλοφίλων είναι τριπλάσιο από αυτό σε στη Βουλγαρία και την Ελλάδα. (Τα στατιστικά στοιχεία από την έρευνα του Pew Research Center, η οποία διενεργήθηκε την περίοδο 2015-2017 μεταξύ 56.000 ενηλίκων σε 34 κράτη της Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και δημοσιοποιήθηκε στις 29 Οκτωβρίου).

Οι ελίτ αντί να αναλογιστούν τις διαφορές στο εσωτερικό της Ευρώπης και να προσπαθήσουν να τις συμβιβάσουν με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες του κάθε κράτους–μέλους εθελοτυφλούν. Προωθούν την ομογενοποίηση στα πρότυπα που οι ίδιες ορίζουν ως ευρωπαϊκά ενώ στην πραγματικότητα είναι τα πρότυπα των ισχυρότερων κρατών και των δυναμικότερων ομάδων πίεσης, εξαπολύοντας το ανάθεμα σε ολόκληρες κυβερνήσεις και λαούς που αρνούνται να συμμορφωθούν στις ευρωπαϊκές αξίες. Λειτουργούν ακόμη και τιμωρητικά έναντι των λαών αυτών και παρεμβαίνουν προσβλητικά για να τους νουθετήσουν. Έρχονται εδώ λοιπόν οι πολιτικές δυνάμεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ακραίες και περιθωριακές για να δώσουν στον μέσο πολίτη κάθε χώρας την απενοχοποίηση των αντιλήψεών του. Του εγγυώνται ότι ενισχύοντας τις γραμμές τους υψώνει σημαία αντίστασης στην ‘’τυραννία των Βρυξελλών’’. Του υπόσχονται βασικά τη διατήρηση του έθνους-κράτους στο οποίο ανήκει, του προσφέρουν την εθνική ταυτότητα που νιώθει ότι χάνει προτάσσοντας με δυναμικό τρόπο ζητήματα ασφάλειας συνόρων, κατοχύρωσης της πρωτοκαθεδρίας του χριστιανισμού, σιδηρά πυγμή στην επιβολή της δημοσίας τάξεως, επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, οικονομικό προστατευτισμό και διασφάλιση του κοινωνικού κράτους. Ποντάρουν στον ένστικτο επιβίωσης που διαθέτει την ίδια στιγμή οι ‘’θεσμικοί παίκτες’’ της Ευρώπης του αραδιάζουν εκθέσεις ιδεών.

Η Ευρώπη οφείλει να επανεφεύρει τον εαυτό της. Να αντιληφθεί την υφιστάμενη κατάσταση και να αναζητήσει τρόπους επίτευξης μίας αρμονικότερης συνύπαρξης των μελών της. Να αντιμετωπίσει ρεαλιστικά την πολλαπλότητα των αντιλήψεων που φιλοξενεί στους κόλπους της και να ακούσει ξανά τις ανησυχίες των πολιτών της. Με την τροπή που έχουν σήμερα τα πράγματα σε λίγα χρόνια ένα πολύ μεγάλο τμήμα των Ευρωπαίων πολιτών όχι απλά θα προκρίνει την εθνική του ταυτότητα έναντι της ευρωπαϊκής αλλά θα θεωρεί αυτές τις δύο ασύμβατες μιας και θα αντιλαμβάνεται τη δεύτερη ως εχθρό της πρώτης. Θα πρόκειται για την αρχή τους τέλους της Ενωμένης Ευρώπης…

Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.