Του Μίνωα Ράπτη,

Διαχρονικά στην Ελλάδα μια από τις πιο αξιοσημείωτες παθογένειες για την πολιτική ζωή του τόπου, την οποία βιώνουμε ακόμη και σήμερα, είναι η εκμετάλλευση των κρατικών θεσμών από τους εκάστοτε κυβερνώντες για την εξυπηρέτηση όχι των εθνικών συμφερόντων, αλλά των ίδιων των κυβερνώντων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί και μεταπολιτευτικά, η συνεχής αλλαγή του εκλογικού νόμου από τις κυβερνήσεις.

Είναι 1989, η Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου φτάνει στην εκπνοή της θητείας της και τα αμέτρητα σκάνδαλα που έχουν δημοσιευθεί και αφορούν υπουργούς και κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ (αλλά και τον ίδιο των Πρωθυπουργό), με πιο γνωστό βέβαια το περίφημο Σκάνδαλο Κοσκωτά, δημιουργούν ένα κλίμα ευρείας πόλωσης, που δίνει σαφές προβάδισμα στη Νέα Δημοκρατία για τις επερχόμενες εκλογές.

Προνοητική η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ψηφίζει τον 1847/1989 (παραλλαγή του ως τότε ισχύοντος εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής, γνωστό σε πολλούς και ως ‘νόμο Κουτσόγιωργα’), μόλις λίγους μήνες πριν διεξαχθούν οι εκλογές του Ιουνίου του 1989.

Η κυβέρνηση προφανώς και δεν ψήφισε το νόμο αυτό για να αναδειχθεί ξανά πρώτο το ΠΑΣΟΚ, ήξεραν ότι, λόγω του κλίματος της εποχής στα πολιτικά πράγματα της χώρας, αλλά και λόγω της φθοράς που έφερε η οχταετής διακυβέρνηση, κάτι τέτοιο θα ήταν εικονικά ακατόρθωτο. Ο στόχος ήταν απλός: Να παρεμποδίσει μια πιθανή αυτοδυναμία του βασικού της αντιπάλου – της Νέας Δημοκρατίας – κι αν παρ’ όλα αυτά εκείνη βρει τρόπο να κυβερνήσει, να το κάνει με μια κυβέρνηση εύθραυστη, καμία σχέση με τις ως τότε κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης που τύγχαναν ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής.

Ως προς αυτό, οι εκλογές του Ιουνίου του 1989 μπορούν να θεωρηθούν ως επιτυχία για το ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Δημοκρατία χάνει την αυτοδυναμία (είναι η πρώτη φορά μεταπολιτευτικά που το πρώτο κόμμα αδυνατεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση) συγκεντρώνει 145 έδρες και αναγκάζεται, για να αποφύγει την παραγραφή των σκανδάλων της Κυβέρνησης Παπανδρέου και να παραπέμψει τους υπαίτιους σε δίκη, να συνεργαστεί με τον εκ διαμέτρου ιδεολογική της αντίπαλο: την Αριστερά.

Η κυβέρνηση αυτή, που έλαβε σάρκα και οστά υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη, και την οποία στήριξαν κοινοβουλευτικά η συντηρητική ΝΔ και ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου (συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ), δεν έχει σκοπό να κυβερνήσει τη χώρα, παρά μόνο να παραπέμψει τον Παπανδρέου και τους λοιπούς εμπλεκόμενους σε δίκη. Αφότου ολοκληρώνεται η διαδικασία της παραπομπής, η Κυβέρνηση παραιτείται και η χώρα οδηγείται εκ νέου σε εκλογές τον Νοέμβριο του 1989, τις οποίες πάλι κερδίζει η Νέα Δημοκρατία κι από τις οποίες και πάλι δεν προκύπτει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Έτσι φτάνουμε στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα (που στηρίζουν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ) η οποία έλαβε 296 ψήφους εμπιστοσύνης από τη Βουλή των Ελλήνων. Τον Απρίλη του 1990, κι αφού η εκλογή ενός Πρόεδρου της Δημοκρατίας κοινή συναινέσει ήταν αδύνατη, η στρατηγική της ΝΔ ήταν ξεκάθαρη: Ο Κων/νος Μητσοτάκης, πίστευε ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει στην κοινωνία και ότι μια νέα εκλογική αναμέτρηση θα είχε ως αποτέλεσμα την πολυπόθητη αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και η χώρα οδηγήθηκε για τρίτη φορά σε χρονικό διάστημα μικρότερο του χρόνου, στις κάλπες.

Φυσικά, η αυτοδυναμία δεν επετεύχθη ούτε και στις εκλογές του ’90. Η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 150 έδρες και σχηματίζει κυβέρνηση με την ψήφο εμπιστοσύνης που έλαβε από την μία έδρα της ΔΗ.ΑΝΑ, του Κωστή Στεφανόπουλου. Η χώρα πέρασε μια περίοδο τεράστιας πολιτικής αστάθειας και εύθραυστης διακυβέρνησης, η οποία προκλήθηκε μόνο και μόνο επειδή επετράπη στην Κυβέρνηση Παπανδρέου να χρησιμοποιήσει το Κράτος και το Νόμο της χώρας, για να εξυπηρετήσει τα μικροκομματικά της συμφέροντα.


Μίνωας Ράπτης

Γεννημένος και μεγαλωμένος από το 1998 στην Αθήνα, προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης στην Κομοτηνή, στην κατεύθυνση της Πολιτικής Επιστήμης.