24.5 C
Athens
Σάββατο, 28 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΔΕΗ: ώρα μηδέν

ΔΕΗ: ώρα μηδέν

Του Χαρίτου Αναστασίου,

Δεν υπάρχει ίσως καλύτερο παράδειγμα της αποτυχίας του ελληνικού κρατικίστικου μοντέλου από ότι η ΔΕΗ. Μία κρατικοδίαιτη επιχείρηση, επί πολλές δεκαετίες μονοπώλιο και με ένα προνομιακό ακόμη μερίδιο αγοράς, υπό διαρκή κρατική υποστήριξη, βρίσκεται για άλλη μία φορά στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Με σχεδόν το 80% των εθνικών αναγκών ηλεκτροδότησης να καλύπτεται από την ΔΕΗ, μία πιθανή της κατάρρευση στο άμεσο μέλλον θα αποτελεί δυνατό αν όχι κρίσιμο χτύπημα στην υποβαθμισμένη και φθίνουσα ελληνική οικονομία.

Στηριγμένη επί δεκαετίες στον μοναδικό ορυκτό πόρο που η χώρα έχει σε αφθονία, τον λιγνίτη, η ΔΕΗ μένει ανίκανη να στραφεί στην νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Ενεργειακά φτωχό καύσιμο και με μεγάλο ποσό εκπομπών ο λιγνίτης «κοστίζει» πολλά παραπάνω από ότι φαίνεται: στις σημαντικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να προστεθούν και τοξικοί ρύποι όπως ιπτάμενη τέφρα, στοιχειώδη σωματίδια και θειικά, υπεύθυνα για την αύξηση των επιπέδων καρκίνου του πνεύμονα και της τραχεία ή αναπνευστικών προβλημάτων στο ευρύτερο περιβάλλον. Την ίδια στιγμή στα πλαίσια των ευρωπαϊκών πολιτικών για μετριασμό των εκπομπών ο «φόρος άνθρακα» αυξάνει διαρκώς. Η απότομη δε άνοδος των θερμοκρασιών σε κεντρική και βόρεια Ευρώπη αναμένεται να οδηγήσει την τιμή του φόρου μέχρι και στα 30 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου, από τα 26 που προβλέπονταν. Η παραμονή σε ένα τυπικά «δωρεάν» καύσιμο θα κάνει όλο και πιο δύσκολη την ζωή των λιγνιτικών μονάδων. Μόνο για την Μεγαλόπολη οι λειτουργικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 40 εκατομμύρια ευρώ.

Ταυτόχρονα, η ΔΕΗ διατηρεί όλες τις παθογένειες ενός ελληνικού δημόσιου οργανισμού. Υπερπλεονάζον προσωπικό, κακή διαχείριση πόρων, ραθυμία και αδιαφορία για αφομοίωση νέων και καινοτόμων τεχνολογιών, συνιστούν κύρια χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, η ΔΕΗ σήμερα αποκαλύπτει ζημία 250 εκατομμυρίων ευρώ, έναντι της κερδοφορίας των 30 εκατομμυρίων που ανέμενε για το πρώτο εξάμηνο του 2017. Η τρομερή απόκλιση των 280 εκατομμυρίων γίνεται ακόμη πιο τρομερή αν αναλογιστεί κανείς τόσο τα 172 εκατομμύρια που εισήλθαν στα ταμεία της εταιρείας από την πώληση του ΑΔΜΗΕ, όσο και την άνω των 800 εκατομμυρίων ευρώ εξοικονόμηση που οφειλόταν στην παγκόσμια μείωση των τιμών του πετρελαίου. Στην προσπάθειά της να καλύψει τις δαπάνες η ΔΕΗ προχωρά σε αύξηση των τιμών για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, ενώ όπως καταγγέλλει και ο πρώην υπουργός Γιάννης Μανιάτης πετάει έξω από το κοινωνικό οικονομικό τιμολόγιο πάνω από 230,000 φτωχά νοικοκυριά. Η χρηματιστηριακή αξία τέλος της εταιρείας, όλο και φθίνει, από 2.5 δισεκατομμύρια το 2014, σε μόλις 350 εκατομμύρια ευρώ φέτος.

Η πορεία της αξίας της μετοχής της ΔΕΗ, σε σύγκριση με τον γενικό δείκτη του ΧΑΑ.

Είναι φανερό ότι στην εγγενή κακοδιαχείριση της ΔΕΗ ήρθε να προστεθεί και η μνημειακή ανικανότητα και απουσία κάθε αισθήματος ευθύνης της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση των κρατιστών της αριστεράς, ιδεολογική εμμονική απέναντι σε κάθε μεταρρύθμιση ανοίγματος και απελευθέρωσης της αγοράς, μένει στάσιμη απέναντι στις προκλήσεις. Τον περασμένο Μάιο η McKinsey ανέλαβε την εκπόνηση ενός σχεδίου εξυγίανσης της ΔΕΗ. Στο πακέτο των δράσεων που προτείνονταν περιλαμβάνονταν τόσο η σταδιακή απεξάρτηση του ομίλου από τον λιγνίτη και η αύξηση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και στο φυσικό αέριο, όσο και η διευθέτηση της σχέσης χρέους-εσόδων. Τα καθαρά χρέη της ΔΕΗ είναι 8-9 φορές σχεδόν μεγαλύτερα από ότι τα λειτουργικά της κέρδη (EBITDA), όταν ο ευρωπαϊκός αντίστοιχος μέσος όρος είναι 3.5. Η ΔΕΗ οφείλει μέσα στην επόμενη πενταετία να αυξήσει τα EBITDA της κατά 500 εκατομμύρια, ώστε να γίνει βιώσιμη σε σχέση με τον δανεισμό της. Ειδάλλως, το 2022 τα λειτουργικά κέρδη θα υποχωρήσουν στα 330 εκατομμύρια, με τα χρέη να εκτινάσσονται σε 5.5 σχεδόν δις. Στην ασφυξία της απουσίας ρευστότητας συνέβαλε και η πολιτική του πρώην υπουργού, Σκουρλέτη, για μη είσπραξη οφειλών.

Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Η ΔΕΗ ξεκινάει προσπαθώντας να πουλήσει τις λιγνιτικές μονάδες. Ο υποψήφιος επενδυτής οφείλει να γνωρίζει ότι σε αυτές τις μονάδες οι εκπομπές σήμερα κοστίζουν 14 ευρώ τον τόνο, για 1.5 περίπου τόνο ανά μεγαβατώρα το κόστος δικαιωμάτων φτάνει τα 21.3 ευρώ περίπου. Συγκριτικά, μία μονάδα φυσικού αερίου με εκπομπές περίπου 0.4 τόνους ανά μεγαβατώρα, έχει μία αντίστοιχη δαπάνη 5.7 ευρώ, σε μία μονάδα ΑΠΕ αυτό το κόστος δεν υφίσταται. Μία πρόβλεψη των μελλοντικών τιμών εκπομπών αρκεί για να αποθαρρύνει ακόμη και τον πιο αισιόδοξο. Πρέπει επίσης να προστεθούν και τα περίπου 500 εκατομμύρια που στοίχισε η λειτουργία των λιγνιτορυχείων στη ΔΕΗ, καθώς και τα μεγάλα κόστη συντήρησης των σταθμών που καίνε ένα τόσο βαρύ στερεό καύσιμο. Με δεδομένα τα παραπάνω, μόνο ως απερίσκεπτη μπορεί να θεωρήσει κανείς την απόφαση της κυβέρνησης για δημιουργία της νέας λιγνιτικής μονάδας «ΠτολεμαΐδαV», με τον αντιπρόεδρο της ΔΕΗ κ. Παναγιωτάκη να ξεκαθαρίζει ότι αποτελεί περισσότερο πολιτική, παρά επιχειρηματική κίνηση. Μόνο λάθος μπορεί να θεωρηθεί η νέα δανειοδότηση της ΔΕΗ, απουσία κάθε εγγύησης για εξυγίανση και αυξημένη κερδοφορία. Τέλος, μόνο προκλητική και εκ του πονηρού άστοχη την δήλωση του υπουργού Σταθάκη περί μίας βιώσιμης και σταθερής ΔΕΗ. Για την πτώση της μετοχής της οποίας πάλι ευθύνονται αποκλειστικά οι γνωστοί άγνωστοι κερδοσκόποι κατά τον υπουργό…

Εν πολλοίς, η ΔΕΗ ακολουθεί το παράδειγμα του άλλοτε ΟΤΕ. Αμφότερες οι εταιρίες γεννήθηκαν ως μονοπώλια μίας άλλης εποχής και οικοδομήθηκαν σαν δυσκίνητα γραφειοκρατικά εργαλεία, υπό τον έλεγχο των συνδικαλιστών και των κομματικών εγκάθετων, μέσα από το ντόπιο πελατειακό σύστημα. Αυτό, σε συνδυασμό με την σίγουρη πελατεία και την ευνοϊκή κρατική στήριξη τις βρήκε απροετοίμαστες απέναντι στο άνοιγμα των αγορών και την τεχνολογική επανάσταση. Ο ΟΤΕ βρέθηκε στις αρχές του 2000 ως ο μεγαλύτερος όμιλος της χώρας, έτοιμος προς κατάρρευση και ανίκανος να ανταγωνιστεί τις ιδιωτικές εταιρείες που αξιοποιώντας τα νέα μέσα της κινητής τηλεφωνίας και του διαδικτύου, καθώς και την λειτουργία βάσει ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στάθηκαν αρωγοί στην ιδιωτικοποίηση του τελευταίου και στην βελτίωση του επιπέδου υπηρεσιών όλων μας, μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλού ανταγωνισμού. Σήμερα, η ΔΕΗ έρχεται αντιμέτωπη με μία παγκόσμια ενεργειακή επανάσταση και μία τάση για μετάβαση προς αειφόρες και περισσότερο φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες. Το λιγότερο ρυπογόνο φυσικό αέριο και το νέο εθνικό «καύσιμο», οι ΑΠΕ, αποτελούν για τους μικρούς παραγωγούς, ότι συνιστούσε η κινητή τηλεφωνία ή το internet απέναντι στον ΟΤΕ. Με πολύ μικρότερα κόστη, περισσότερο δυναμικές μονάδες και με αξιοποίηση των καινοτόμων τεχνολογιών οι ιδιώτες πάροχοι αυξάνουν το μερίδιο αγοράς τους και ανοίγουν εντονότερα τον δρόμο για την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.

Με δύο όμως παραμέτρους να επιδεινώνουν την κατάσταση. Πρώτα από όλα η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί επ’ ουδενί να υποστηρίξει λύση πρόωρης συνταξιοδότησης τύπου ΟΤΕ, για τον τεράστιο αριθμό υπαλλήλων της νυν ΔΕΗ σε περίπτωση ιδιωτικοποίησής της. Απουσία συμβιβασμού θα οδηγήσει τα «κακομαθημένα παιδιά» της ΔΕΗ σε νέους κύκλους κινητοποιήσεων, αντίθετα δε με τις περιπτώσεις του ΟΤΕ, δεν υπάρχει κάτι να αντικαταστήσει το ρεύμα, όπως το κινητό ή το messenger την σταθερή τηλεφωνία. Η επόμενη κυβέρνηση οφείλει να ακολουθήσει άτεγκτη στάση απέναντι στις συνδικαλιστικές συμμορίες, που ήδη δεν επιτρέπουν στους υποψήφιους επενδυτές να επισκεφθούν τις μονάδες. Δεύτερο και βασικότερο, οι επενδύσεις στην παραγωγή ενέργειας είναι εξαιρετικά υψηλότερες από ότι στις τηλεπικοινωνίες, το σύμπλεγμα δε υπηρεσιών που δημιουργούν πολύ σύνθετο (εισαγωγή καυσίμων, σταθμοί LNGκλπ). Αν δεν γίνει κάτι άμεσα, με ταχύτατη ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με μείωση του τεράστιου μεριδίου της αγοράς και είσοδο ισχυρών επενδυτικών ροών, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η κατάρρευση της ΔΕΗ να συμπαρασύρει μεγάλο μέρος της χώρας. Τόσο που τα black-outs που βιώσαμε να φαίνονται αμελητέα, ολόκληρα νησιά, και η ίδια η Κρήτη ακόμη, να μένουν χωρίς ασφαλή παροχή και η παράλυση που θα ακολουθήσει να θυμίζει τις τωρινές προβλέψεις σαν όνειρα θερινής νυκτός…

Χαρίτος Αναστασίου
Γεννήθηκε το 1995, ζει μόνιμα στο Παλαιό Φάληρο και είναι τελειόφοιτος φοιτητής, Σχολής Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ