15.3 C
Athens
Τρίτη, 30 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΕυρώπηΕλληνική Εξωτερική ΠολιτικήΟι τρεις πτυχές της «ευκαιρίας» του Κυπριακού

Οι τρεις πτυχές της «ευκαιρίας» του Κυπριακού


Του Πάνου Ιορδανίδη,

Μετά την συνάντηση της Ειδικού Απεσταλμένου του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό και του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, το Κυπριακό ζήτημα εισέρχεται εκ νέου στο προσκήνιο και οι εξελίξεις διαφαίνονται κομβικές. Οι διπλωματικές επαφές των διαμεσολαβητών και των συμβαλλόμενων μερών αποτελούν προπαρασκευαστικές διενέργειες εν όψει Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ, που θα καθορίσουν την τροπή που θα λάβουν οι συζητήσεις, δεδομένης της αποτυχίας της διαδικασίας της Γενεύης. Με αυτά τα δεδομένα στον ορίζοντα, η ελληνική πλευρά καλείται να συνδράμει αποτελεσματικά διασφαλίζοντας τα συμφέροντά της σε ένα από τα κρισιμότερα και πάγια ζητήματα της εξωτερικής της πολιτικής. Ποιες πτυχές όμως, μπορεί να αξιοποιήσει περαιτέρω, για να αναβαθμίσει το ρόλο της ενισχύοντας τις θέσεις της;

Πρώτον, το Κυπριακό ζήτημα αποτελεί ένα διεθνές πρόβλημα. Αυτό είναι ένα γεγονός που τείνουμε να το παραγκωνίζουμε, τοποθετώντας το στην σφαίρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, κάτι που εξυπηρετεί τις κατεξοχήν τουρκικές επιδιώξεις. Διεθνές πρόβλημα σημαίνει ότι μιλάμε για παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας, μια παραβίαση τουρκικής εισβολής και κατοχής της Κύπρου, κατάφωρα αντίθετη στον Χάρτη του ΟΗΕ. Γιατί όμως, αυτή η σωστή διατύπωση της ελληνικής πλευράς, με βάση το διεθνές δίκαιο, αλλά και τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος όλα αυτά τα χρόνια; Μα φυσικά. γιατί η σημασία της Τουρκίας για τον διεθνή παράγοντα παρέμενε πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Ελλάδας. Όμως, στην παρούσα φάση, οι εξελίξεις και ο τουρκικός αναθεωρητισμός δυσχεραίνουν τη θέση της Άγκυρας, και η ελληνική πλευρά δύναται να το εκμεταλλευτεί. Η Ελλάδα, πρέπει να θέσει εαυτό ως πόλο σταθερότητας της περιοχής, περισσότερο συνδεδεμένη με την έκφραση του διεθνούς παράγοντα, και παράλληλα, να ξεκινήσει από μηδενική βάση τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, καταδεικνύοντας την Τουρκία ως τον «ταραχοποιό» που δεν πρόκειται να συμμορφωθεί, άρα δεν μπορεί να συνδράμει αποτελεσματικά στην σταθερότητα.

Δεύτερον, η ΕΕ έχει συνδέσει της ευρωτουρκικές σχέσεις με την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ, αποτελεί μια μεγάλη ελληνική διπλωματική επιτυχία. Ο συσχετισμός είναι απλός: η Τουρκία δεν πρόκειται να εισέλθει ποτέ στην ΕΕ απολαμβάνοντας τα οφέλη της την ίδια στιγμή που δεν αναγνωρίζει ένα από τα 28 κράτη μέλη της (Κυπριακή Δημοκρατία) και κατέχει μέρος της, στο οποίο μάλιστα έχει εγκαθιδρύσει ένας κράτος ανδρείκελο, επομένως για να εισέλθει θα πρέπει να εξομαλύνει τις σχέσεις της και να επιλύσει το ζήτημα. Τι συμβαίνει όμως, όταν παύει η ΕΕ να αποτελεί στρατηγικός στόχος για την Τουρκία; Το θετικό είναι ότι έχει αναπτύξει σχέσεις οικονομικής αλληλεξάρτησης με πολλά ευρωπαϊκά κράτη. Σε μια κρίσιμη καμπή, όπου οι ευρωτουρκικές σχέσεις περνάνε κρίση, ακόμα και αν διακοπούν τελείως, αυτή η ζωτική αλληλεξάρτηση εμμένει, πόσο μάλλον επηρεάζει τα τεκταινόμενα αυτήν την περίοδο με την τουρκική λίρα στο ναδίρ. Υπό αυτήν την σκοπιά, η ΕΕ είναι ένας πολύ δυνατός σύμμαχος της Ελλάδας για την αντιμετώπιση των τουρκικών βλέψεων και η Ελλάδα πρέπει να τον αξιοποιήσει, σύμφωνα με την λογική ότι μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική προϋποθέτει την ύπαρξη ισχυρών διεθνών ερεισμάτων. Δηλαδή, ο ρόλος της ευρωπαϊκής «πρώτης γραμμής» που διαθέτει η Ελλάδα είναι εξαιρετικά σημαντικός για την αναβάθμιση του γεωπολιτικού της ρόλου έναντι της Τουρκίας, επιτυγχάνοντας στήριξη στις θέσεις της για το Κυπριακό ζήτημα.

Τρίτον, οι περιφερειακές συνεργασίες του άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος είναι κομβικές. Το Κυπριακό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την σταθερότητα και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και με τα ενεργειακά θέματα. Μπορεί η επίσημη θέση της Ελλάδος να είναι πως η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού δεν συνδέεται με την άσκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ της, όμως κακά τα ψέματα, υπάρχει ένα κενό που δύναται να αξιοποιηθεί. Η Τουρκία ανέκαθεν τοποθετούσε την Ανατολική Μεσόγειο στα γεωστρατηγικά πεδία άμεσου εθνικού ενδιαφέροντος, και θα παρεμπόδιζε οποιαδήποτε κίνηση έβλαπτε τα συμφέροντά της στην περιοχή. Είναι λοιπόν, αμέσως επόμενο οι σχέσεις της ελληνοκυπριακής συνεργασίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο να σχετίζονται με την προσπάθεια συσσώρευσης ισχύος έναντι της Άγκυρας και των επιδιώξεών της, που φυσικά εντάσσει το Κυπριακό μέσα σε αυτές. Η πτυχή αυτή είναι σημαντική για την Ελλάδα που δύναται να αξιοποιήσει το χαρτί της γεωπολιτικής ανακατανομής, το οποίο είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικό με τα διπλωματικά μέσα και την πολυμερή δράση στα πλαίσια διεθνών οργανισμών.

Εν κατακλείδι, ο ελληνικός ρόλος για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος έχει προοπτικές για να αναβαθμιστεί περαιτέρω, αποτυπώνοντας το στίγμα μια μεσαίας δύναμης που θέλει περάσει τις επιδιώξεις της, κάτι που μπορεί να κάνει η Ελλάδα αλλά δεν έχει κυνηγήσει έμπρακτα μέχρι στιγμής. Η εμμονή στο διεθνές δίκαιο και στο δόγμα «δεν διεκδικούμε τίποτα πέρα από αυτά που νόμιμα μας ανήκουν» μπορεί να αποβεί μοιραία για άλλο ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα. Η Ελλάδα έχει τις προδιαγραφές και το υπόβαθρο για να απεμπλακεί από το να βλέπει τον εαυτό της ως μικρή δύναμη και το Κυπριακό ζήτημα, δεδομένου των συνθηκών, μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφορμή για να κατασκευαστούν συνεκτικές στρατηγικές προς αυτήν την κατεύθυνση.

Πάνος Ιορδανίδης

Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι λάτρης της διεθνούς πολιτικής τόσο σαν ακαδημαϊκό, όσο και σαν δημοσιογραφικό αντικείμενο. Έχει ασκηθεί σε πολιτικές διευθύνσεις του ΥΠΕΞ και δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο του εθελοντισμού σε ΜΚΟ, ακαδημαϊκά συνέδρια και εκπαιδευτικές προσομοιώσεις.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ