18.5 C
Athens
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΡυθμιστικό Αρμπιτράζ μετά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ρυθμιστικό Αρμπιτράζ μετά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013


Της Πέννυς Σεϊτανίδη,

To χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ζωτικό για την οικονομική ανάπτυξη και ομαλή λειτουργία των αγορών. Ωστόσο, αντιμετωπίζει πολλές αδυναμίες και ανεπάρκειες, που χρήζουν διόρθωσης και εποπτείας. Για το λόγο αυτό, πολλαπλοί μηχανισμοί και κανόνες στοχεύουν στη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, οι οποίοι συνοδεύονται από αυστηρές προϋποθέσεις. Μια από αυτές είναι η κεφαλαιακή επάρκεια, που διασφαλίζεται, μέσω του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ, το οποίο εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), μέσω ενός νομοθετικού πακέτου κεφαλαιακών απαιτήσεων (ΕΕ/575/2013).

Η πρόσφατη οικονομική κρίση επέδειξε τη σημασία επάρκειας κεφαλαίου, καθώς η ανεπάρκειά του είναι ένας από τους λόγους που συνέβαλαν και επιδείνωσαν την κρίση (Douglas J. Elliott). Αυτό συνέβη, λόγω της τάσης των τραπεζών να αποφεύγουν τους δυσβάσταχτους κανόνες που επιβάλλονται σε αυτές, όπως είναι για παράδειγμα η επιβολή διατήρησης συγκεκριμένων ποσοστών κεφαλαίου, αναζητώντας ένα ευνοϊκότερο καθεστώς για τη δραστηριότητά τους. Αυτή η τακτική ονομάζεται ρυθμιστικό αρμπιτράζ (regulatory arbitrage).

Ως ρυθμιστικό αρμπιτράζ ορίζεται η επιλογή του ευνοϊκότερου μέτρου ή μεταχείρισης, ακολουθώντας το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα της νομοθεσίας. Λαμβάνει χώρα, όταν υπάρχει χάσμα μεταξύ της νομικής και οικονομικής αντίληψης, αναφορικά με μια πράξη ή δραστηριότητα (Victor Fleischer). Ως αποτέλεσμα, οι συναλλασσόμενοι που εκμεταλλεύονται αυτό το χάσμα, προσπαθούν να πετύχουν ευνοϊκότερο καθεστώς για τις συναλλαγές τους, χωρίς παράλληλα να καταπατούν τη νομοθεσία. Απώτερος σκοπός δεν είναι η αποφυγή των κανόνων αυτών καθεαυτών, αλλά η αποφυγή των δυσβάσταχτων μέτρων που αυτοί επιβάλλουν. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του ευνοϊκότερου καθεστώτος το οποίο οι συναλλασσόμενοι είτε δημιουργούν, είτε στο οποίο καταφεύγουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μετεγκατάσταση εταιρειών σε χώρες με χαλαρότερο νομικό και φορολογικό καθεστώς.

Η διατήρηση κεφαλαίου που επιβάλλεται στις τράπεζες μέσω του πρόσφατου νομοθετικού πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, θεωρείται το αντίστοιχο κανονιστικό βάρος, που οι τράπεζες προσπαθούν να παρακάμψουν.

Αρχικά, πρέπει να εξηγήσουμε τη σημασία της επιβολής κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η επάρκεια τραπεζικού κεφαλαίου συμβάλλει στη βιωσιμότητα και φερεγγυότητα των τραπεζών. Επιπρόσθετα, λειτουργεί ως αντικίνητρο στην ανάληψη κινδύνων. Αυτό συμβαίνει γιατί, όσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν οι τράπεζες, τόσο περισσότερο κεφάλαιο θα χρειαστεί να διαθέσουν για να τον εξισορροπήσσουν (European Commission).

Το 1988 η Βασιλεία Ι (Basel I Accord) έθεσε τα θεμέλια ενός παγκόσμιου πλαισίου. Ωστόσο, η απλοϊκή πρακτική της Βασιλείας Ι επικρίθηκε έντονα, καθώς αριθμούσε μόλις πέντε συντελεστές στάθμισης κινδύνου και επέβαλε σε κάθε τράπεζα να παρακρατεί 8% των ιδίων κεφαλαίων (Mike Mariathasan and Ouarda Merrouche). Αυτή η πρακτική προσκαλούσε τις τράπεζες σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ, αφού ο ίδιος συντελεστής αντιστοιχούσε σε περιουσιακά στοιχεία διαφορετικού κινδύνου (Narissa Lyngen). Με απλά λόγια, δεν υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ της ανάληψης του πραγματικού κινδύνου και του κεφαλαίου που επιβαλλόταν.

Η Βασιλεία ΙΙ (Basel II) εισήγαγε μια προσέγγιση βασιζόμενη στους οικονομικούς κινδύνους κι επέκτεινε τον αριθμό συντελεστών της Βασιλείας Ι (Βasel Committee on Banking Supervision). Το πλαίσιο καυτηριάστηκε, γιατί παρουσίασε ένα νέο εσωτερικό μοντέλο υπολογισμού του κινδύνου, βάσει του οποίου οι τράπεζες είναι υπεύθυνες για την αξιολόγηση των πιστωτικών κινδύνων (Vanessa Le Leslé and Sofiya Avramova).

Η Βασιλεία ΙΙΙ (Basel III) στοχεύει στη μείωση χρήσης των εσωτερικών μοντέλων υπολογισμού κινδύνου. Ωστόσο, διατηρεί παρόμοιες μεθόδους υπολογισμού των κινδύνων με την Βασιλεία ΙΙ, που αποδίδουν χαμηλότερο συντελεστή κινδύνου σε ορισμένα στοιχεία, καθιστώντας τα εσφαλμένα ως χαμηλότερης επικινδυνότητας. Αποτέλεσμα είναι η επιβολή λιγότερου κεφαλαίου (Narissa Lyngen).

Η ενσωμάτωση της Βασιλείας ΙΙΙ στην ΕΕ γίνεται μέσω ενός πακέτου κεφαλαιακών απαιτήσεων, που πρέπει να εφαρμοσθεί ενιαία από όλα τα κράτη-μέλη. Με αυτό τον τρόπο, μειώνεται η δυνατότητα των τραπεζών να αναζητήσουν ευνοϊκότερο καθεστώς σε άλλη χώρα (τουλάχιστον εντός της ΕΕ).

Εν κατακλείδι, μπορεί να θεωρηθεί ότι το ρυθμιστικό αρμπιτράζ στην ΕΕ θα ελαττωθεί, λόγω της εφαρμογής εναρμονισμένης νομοθεσίας, που θα αποθαρρύνει τις τράπεζες να αναζητήσουν ευνοϊκότερο νομοθετικό πλαίσιο, που να επιβάλλει χαμηλότερα ποσοστά κεφαλαίου, σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ωστόσο, μένει να δούμε αν παρά τις δικλείδες ασφαλείας και τα επιπρόσθετα μέτρα, οι τράπεζες θα καταφέρουν μέσω των δικών τους εσωτερικών μεθόδων να βρουν τρόπους να υπονομεύσουν το σύστημα.


Βιβλιογραφία

  • Το πακέτο αυτό αποτελείται από τον Κανονισμό ΕΕ αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, <https://eur-lex.europa.eu/legal-content/en/TXT/?uri=celex%3A32013R0575> και από την Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ, <https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex%3A32013L0036>.
  • Douglas J. Elliott, “The Importance of Capital” (Brookings, 2010) <https://www.brookings.edu/research/the- importance-of-capital/>.
  • Victor Fleischer, “Regulatory Arbitrage” (2010) 89 Tex. L. Rev. 227, 227.
  • European Council, “Capital requirements for the banking sector” <http://www.consilium.europa.eu/en/policies/banking-union/single-rulebook/capital-requirements/>.
  • Mike Mariathasan and Ouarda Merrouche, “The manipulation of Basel risk-weights” (2014) J. Finan. Intermediation 23 (2014) 300, 301.
  • Narissa Lyngen, “Basel III: Dynamics of State Implementation” (2012) 53 Harv. Int’l L.J. 519 ,524, 533.
  • Βasel Committee on Banking Supervision, “International Convergence of Capital Measurement and Capital Standards: A Revised Framework Comprehensive Version” (2006) 2.
  • Vanessa Le Leslé and Sofiya Avramova, “Revisiting Risk-Weighted Assets” (IMF 2014) 6.

Πέννυ Σεϊτανίδη

Γεννημένη το 1993 και απόφοιτη της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Είναι εγγεγραμμένη στον Δικηγορικό Σύλλογο Πατρών ως ασκούμενη δικηγόρος και κάτοχος του τίτλου "LL.M. in Law and Economics" από το Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Αρθρογραφεί στην κατηγορία των Νομικών Θεμάτων.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ