8.6 C
Athens
Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΞύνοντας τον πάτο του βαρελιού

Ξύνοντας τον πάτο του βαρελιού


Tου Ανδρέα Αγγελόπουλου,

Τις τελευταίες εβδομάδες, οποιοσδήποτε –έστω και αν έτυχε να περνάει δίπλα από κάποια τηλεόραση ή υπολογιστή– πιθανότατα να άκουσε κάποιον πολιτικό ή δημοσιογράφο (από εκείνους χωρίς κομματική ταυτότητα δηλαδή, όχι τους άλλους) να χρησιμοποιεί τον όρο «πολιτική αλητεία» ή «αθλιότητα».  Και για όσο σπάνιο φαινόμενο και αν πρόκειται, πιθανότατα να είχε δίκιο. Διότι η «πολιτική αλητεία» στην Ελλάδα είναι φαινόμενο αντιστρόφως ανάλογο, όσον αφορά τη συχνότητα με το προαναφερθέν.

Η εφημερίδα Αυγή ορίζει την «πολιτική αλητεία» ως την αναισχυντία, τη ξεδιαντροπιά, που εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες. Σαφώς, δε θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος όρος, που να μπορεί να πλήξει κάποιον πολιτικό αντίπαλο στην Ελλάδα και να μη χρησιμοποιείται αδιακρίτως και ανελλιπώς, οπότε σταδιακά έφτασε να καλύπτει από τη βωμολοχία μέχρι την απλή έκφραση κάποιας άποψης, σε περίπτωση που διαφωνούμε μαζί της (ή απλά με τον εκφραστή της, δε χρειάζεται να περιοριζόμαστε από λεπτομέρειες). Και αυτή ακριβώς η γενίκευση και η άκριτη χρήση του όρου αποτελεί και πρώτης τάξεως «πλυντήριο» για εκείνους, που όντως δεν αισχύνονται και απολαμβάνουν το «μούδιασμα», που έχει προκληθεί στην κοινή γνώμη από την αδιάλειπτη χρήση του όρου.

Τον «ξύλινο» πολιτικό λόγο στην Ελλάδα σε περιόδους κρίσης ερχόταν πάντοτε να αντικαταστήσει η αλητεία. Σε αυτές τις περιόδους, άξιος πολιτικός δεν είναι πλέον εκείνος, που ανεβαίνει στο βήμα στην πλατεία του χωριού και με το πέρας της δίωρης ομιλίας του, το μόνο που έχουν κατανοήσει οι παρευρισκόμενοι είναι το όνομα και την πρόθεση του κυρίου να πολιτευτεί. Είναι ο «μάγκας» , το παιδί του λαού, αυτός που νιώθει τον παλμό της κοινωνίας και κατανοεί τις ανάγκες του. Το μέχρι πρότινος προτέρημα της εμπειρίας στην πολιτική σκηνή και η προσεγμένη εμφάνιση μετατρέπεται σε ρετσινιά και τα αντικαθιστούν η «αγνότητα» του κυρίου, που δεν «τα έχει φάει ακόμα» και η καθημερινή ένδυση.

Πηγή εικόνας: Left.gr

Το –πιο ενδεικτικό– παράδειγμα αυτού, υπήρξε η άνοδος της Χρυσής Αυγής σε 3η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας. Όλοι γνώριζαν για τις μεθόδους, που τα μέλη της χρησιμοποιούσαν, όλοι γνώριζαν για τη βία, τον ρατσισμό και τα περί ναζισμού. Ωστόσο, τα μέλη της σφετερίστηκαν αυτό που οι πολιτικοί τους αντίπαλοι είτε δε γνώριζαν είτε αρνήθηκαν –βάσει αρχής– να ακολουθήσουν, πράγμα απίθανο εφόσον μιλάμε ακόμα για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Ο αγανακτισμένος Έλληνας, που εν μια νυκτί βρίσκεται αντιμέτωπος με τη λιτότητα και τα μνημόνια, δεν ταυτίζεται με το «Η Ελλάδα θα τα καταφέρει» του Αντώνη Σαμαρά. Θα ταυτιστεί, όμως, με το «Για να ξεβρωμίσει ο τόπος» της Χρυσής Αυγής, το –κατά τα άλλα– πανέξυπνο σλόγκαν, που άφηνε στη φαντασία του αγανακτισμένου το ποιητικό αίτιο της πρότασης. Να ξεβρωμίσει από ποιόν; Τους πολιτικούς; Θα τους φυλακίσουμε. Τους μετανάστες; Θα τους διώξουμε.

Η αλητεία εντοπιζόταν τότε στο λαϊκισμό, τις βωμολοχίες, τη στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων και την εισαγωγή καθαρής σωματικής βίας στην πολιτική ζωή της χώρας. Η Χρυσή Αυγή, ωστόσο, δεν ήταν η μόνη που την επιστράτευσε για πολιτικό όφελος. Το λαϊκισμό, τα fake news και τον «εναλλακτικό τρόπο» χρησιμοποίησε και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, για να ξεκολλήσει από το 3% και να κυβερνήσει τη χώρα. Το σφετερισμό δε διεθνών κρίσεων, θανάτων και ειδεχθών εγκλημάτων, για να παραμείνει σε ποσοστά κοντά στο 30% στις δημοσκοπήσεις. Τα προαναφερθέντα, βέβαια, εκλάπησαν απευθείας από την τελευταία προεκλογική εκστρατεία του νυν Πρωθυπουργού, τα οποία ο ίδιος είχε δανειστεί και από το ΠΑΣΟΚ παλαιότερα κ.ο.κ.

Τα κόμματα είναι ο καθρέφτης μίας κοινωνίας. Ο λαός εκλέγει τον υποψήφιο. Εγώ και εσύ εκλέγουμε την αλητεία, το σφετερισμό των αξιών, πάνω στις οποίες έχει χτιστεί μια ολόκληρη χώρα και την αθλιότητα. Είναι τέτοια η αγανάκτηση του Έλληνα (η οποία ως επί το πλείστον έχει –αν όχι δημιουργηθεί–, καλλιεργηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους αντιπροσώπους του), όπου πλέον μπορεί μόνο να εκφραστεί αυτούσια και χωρίς κανένα φιλτράρισμα από τον εκλεγμένο του βουλευτή. Από τον Άδωνι από τη μία, που φώναζε (απίστευτο και όμως αληθινό!) ότι θα γδάρει όσους τον κατηγόρησαν για την υπόθεση Novartis και από τον Πολάκη από την άλλη, ο οποίος… (καλά, όλοι γνωρίζουν πάνω κάτω τι λέει και τι κάνει). Όποιος δε γνωρίζει, ας επισκεφθεί τη σελίδα στο Twitter του πρώην Υπουργού και ας επιμορφωθεί.

Πηγή εικόνας: Twitter.com

Ο λόγος που αυτές οι πρακτικές βρήκαν τόσο μεγάλη απήχηση στη χώρα ήταν –πιθανότατα–, επειδή συνδέθηκε ο καθιερωμένος πολιτικός λόγος με τα σκάνδαλα, τη διαφθορά και τη ζωή εις βάρος του λαού όσων τον χρησιμοποιούσαν. Ξάφνου, οποιοσδήποτε ενδεδυμένος με κοστούμι θεωρείτο διεφθαρμένος και η αγαπημένη λέξη του λαού μας, «λαμόγιο». Άρα, ως αποτέλεσμα άρτιου και αψεγάδιαστου συλλογισμού, διότι φημιζόμαστε σαν έθνος για την ευστροφία και την ευφυία μας, όσοι δε φορούσαν τα κοστούμια κόντραραν στα ίσα το παρθένο ελαιόλαδο ως προς την αγνότητά του. Αυτό φυσικά, όμως, δε συνέβαινε.

Δεν είχε το αλάνθαστο ούτε ο Άδωνις με την κουζίνα της NEOSET, που έχασε λεφτά από την πολιτική, ούτε ο λεβέντης ο Πολάκης, που τα έλεγε έξω απ’ τα δόντια, ούτε ο Κασιδιάρης, ούτε κανένας. Αλητεία εξέφραζε και ο πρώτος με τις δικαιολογίες τύπου «εντάξει, βροχή είχε, πλημμύρες θα βλέπουμε», ενώ πριν διαρρήγνυε τα ιμάτιά του για τις πλημμύρες στη Μάνδρα επί ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλητεία και ο δεύτερος, που καταδικάστηκε για τα «σταράτα» τα λόγια του για συκοφαντική δυσφήμιση κατά του Σταμάτη Πουλή, αλητεία και ο τρίτος, ο οποίος την πλήρωσε με μια επίσκεψη σε ένα απ’ τα ωραιότερα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, αλητεία και όλοι μαζί, οι οποίοι –φυσικά– και έχουν χαρίσει στον ταλαίπωρο Έλληνα στιγμές απείρου κάλλους σε μεταξύ τους στιχομυθίες.

Το αν η περί ης ο λόγος πρακτική θα παύσει κάποια στιγμή να επιστρατεύεται από τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας, πολύ απλά δεν επαφίεται στις ίδιες. Δεν ευθύνεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ για όσα παρακολουθούμε καθημερινά. Οι πρακτικές αυτές είναι που τις έφεραν και τις διατήρησαν στην εξουσία, είναι αυτές που εμείς επικροτούμε. Όπως τα τηλεοπτικά κανάλια δε θα σταματήσουν να προβάλλουν τα ριάλιτι, έτσι και η πολιτική αθλιότητα δε θα εκλείψει, επειδή απλά είναι «λάθος». Διότι όλοι οι νόμοι στη χώρα μας, όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις, μπορούν να καταργηθούν, να τροποποιηθούν ή να αναθεωρηθούν. Ένας νόμος, ωστόσο, έχει έρθει για να μείνει. Ανήκει στον Άνταμ Σμιθ και λέγεται «Προσφορά⁄ Ζήτηση».


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ανδρέας Αγγελόπουλος
Γεννημένος το 2002 στην Πάτρα και μεγαλωμένος στο Αίγιο και τη Ζάκυνθο. Απόφοιτος Γενικού Λυκείου και τριτοετής στο τμήμα Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.