12 C
Athens
Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΥπόθαλψη Εγκληματία και Παρασιώπηση Εγκλήματος: Μπορούν τα αδικήματα αυτά να τελεστούν από...

Υπόθαλψη Εγκληματία και Παρασιώπηση Εγκλήματος: Μπορούν τα αδικήματα αυτά να τελεστούν από τον συνήγορο;


Της Μαρίας Τσαλίκη,

Η φύση της δικηγορίας έχει κατά καιρούς απασχολήσει έντονα τον νομικό κλάδο, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τα ηθικά και νομικά της όρια, στα οποία καλείται να ακροβατήσει ένας δικηγόρος, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εντολέα του.

Το λειτούργημα του δικηγόρου εμπερικλείει μέσα του την υποχρέωση εκπροσώπησης και υπεράσπισης του εντολέα του ενώπιον των δικαστικών αρχών, την παροχή νομικών συμβουλών, την εξωδικαστική διευθέτηση μιας υπόθεσης και εν γένει την ευσυνείδητη προσπάθεια να επιλύσει μια διαφορά εντός νομίμων πλαισίων προς όφελος του τελευταίου.

Πόσο εύκολο είναι ωστόσο για έναν δικηγόρο παρεκτρεπόμενος από την πορεία του να βρεθεί να καταπατά τις νομικές αρχές του στον βωμό της προσωπικής ματαιοδοξίας και εγωισμού του;

Πόσο γρήγορα μπορεί άραγε να βρεθεί από την θέση της νομικής υπεράσπισης στο εδώλιο του κατηγορουμένου;

Είναι γεγονός πως η ενάσκηση με την δικηγορία δημιουργεί μια κινδυνώδη καθημερινότητα εντός της οποίας πολλές φορές είναι δύσκολο να τεθούν τα απαραίτητα όρια ώστε να μπορέσει ανταποκρινόμενος στις ιδιαίτερα δυσχερείς απαιτήσεις του επαγγέλματος να διατηρήσει τον νομοταγή χαρακτήρα του και να ακροβατήσει επιτυχώς ανάμεσα στον δικηγόρο ως υπερασπιστή του εντολέα του και στον δικηγόρο ως συλλειτουργό της δικαιοσύνης.

Η τήρηση της επαγγελματικής εχεμύθειας αποτελεί μια από τις βασικές υποχρεώσεις ενός δικηγόρου την οποία επιτάσσουν τόσο ο Κώδικας Δικηγόρων (αρ.38) όσο και ο Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος (αρ.36). Ο θεμελιώδης χαρακτήρας της εν λόγω υποχρέωσης είναι τόσο σημαντικός που η παραβίαση της προβλέπεται ως ποινικά κολάσιμη πράξη στο άρθρο 371 Π.Κ..

Το ερώτημα που γεννάται στο εν λόγω σημείο ωστόσο είναι το εξής: Ποια είναι τα όρια της δικηγορικής εχεμύθειας; Πότε ο παραγκωνισμός αυτού του καθήκοντος καθίσταται νόμιμος και πολλές φορές θεμιτός;

Η υπόθαλψη εγκληματία και η παρασιώπηση εγκλήματος αποτελούν δύο από τα πιο γνωστά εγκλήματα παρεμπόδισης απονομής της δικαιοσύνης και δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες καλείται ένας δικηγόρος όχι μόνο να σπάσει τη σιωπή του αλλά και να «παραγκωνίσει» -έστω και για λίγο- τις αρχές που διέπουν το λειτούργημά του.

Το έγκλημα της υπόθαλψης εγκληματία ορίζεται στο άρθρο 231 Π.Κ. και ορίζει πως όποιος εν γνώσει του ματαιώνει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής τρίτου, που διώκεται για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος με δόλο ή αμέλεια, τιμωρείται με την ποινή της φυλάκισης από 10 ημέρες έως και 3 έτη ή χρηματική ποινή.

Το εν λόγω έγκλημα μπορεί να τελεστεί και από τον συνήγορο του υποθαλπόμενου υπό την προϋπόθεση της διάρκειας των πράξεων του. Συγκεκριμένα, ο συνήγορος δεν έχει το δικαίωμα να συμβουλεύει και να ωθεί τον εντολέα του στη δημιουργία/χρήση πλαστών εγγράφων και ψευδών καταθέσεων, να συνδράμει στην εξαφάνιση αποδεικτικών στοιχείων της πράξης ή να κρύβει τον καταδικασθέντα που δραπέτευσε.

Συνεπώς, δεν τελεί το αδίκημα της υπόθαλψης όταν απλώς συναντά τον φυγόδικο πελάτη του για την παροχή νομικής συνδρομής εντός πάντα των επιτρεπτών ορίων που επιτάσσει το λειτούργημα του. Είναι επομένως δυνατή η παροχή νομικών συμβουλών αναφορικά με την αντιμετώπιση της κατηγορίας, το δικαίωμα του κατηγορουμένου για μη αυτοενοχοποίηση ή τρόπους απαλλαγής του από τις κατηγορίες ακόμη κι αν ο ίδιος γνωρίζει την ενοχή του πελάτη του.

Η παρασιώπηση εγκλήματος από την άλλη αποτελεί ένα έγκλημα που εντοπίζεται σε πρότερο χρόνο της υπόθαλψης εγκληματία. Ενώ δηλαδή η υπόθαλψη εντοπίζεται σε χρόνο μεταγενέστερο της τέλεσης του εγκλήματος, η παρασιώπηση αφορά τον προγενέστερο της τέλεσης χρόνο, κατά τον οποίο ο δράστης, ο συνήγορος στην εν λόγω περίπτωση, γνώριζε αξιόπιστα ότι μελετούνταν η τέλεση κακουργήματος ή ότι είχε αρχίσει η τέλεση του και παρέλειψε να το αναγγείλει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές.

Συγκεκριμένα, ως προς την μελέτη τέλεσης του εγκλήματος αρκεί η απλή σχεδίαση και προσδιορισμός των βασικών συνθηκών της τέλεσης του. Η πληροφορία που κατέχει ο συνήγορος του, θα πρέπει να του γνωστοποιήθηκε σε χρόνο που αν το είχε γνωστοποιήσει στις αρχές, θα μπορούσε να αποτραπεί το έγκλημα ή ακόμη να προληφθεί η τέλεση του.

Βασικό χαρακτηριστικό και των δύο εγκλημάτων αποτελεί η άρση του τιμωρητού της πράξης εφόσον τελέστηκαν για λογαριασμό οικείου προσώπου τους. Στην έννοια των οικείων δεν εντάσσονται οι συνήγοροι των κατηγορουμένων οι οποίοι δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση αναγγελίας ή μη υπόθαλψης τους. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν τις μοναδικές περιπτώσεις ελεύθερης και νόμιμης κάμψης του δικηγορικού απορρήτου οι οποίες και υπερτερούν στην σύγκρουση μεταξύ επαγγελματικής εχεμύθειας και αποτροπής τέλεσης εγκλήματος ή απονομής δικαιοσύνης για έγκλημα που έχει ήδη τελεστεί.


Πηγές

  • Πολυχρόνης Παν. Τσιρίδης, « Οι κίνδυνοι ποινικής εμπλοκής του δικηγόρου κατά την άσκηση της δικηγορίας»
  • Νέος Ποινικός Κώδικας (ν. 4637/2019)
  • Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Τσαλίκη
Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1998 και διαμένει στην Κομοτηνή. Είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στο τμήμα νομικής του Δημοκρίτειου πανεπιστημίου. Τον ελεύθερο χρόνο της τον αναλώνει ασχολούμενη με τον αθλητισμό, την ανάγνωση βιβλίων και την συγγραφή.