Της Χριστίνας Σονούντα,

Η ταχύτατη εξάπλωση του σοβαρού κοινωνικού φαινομένου της ναρκομανίας, γενικότερα στο σύγχρονο κόσμο και ειδικότερα στα κράτη του Δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού προκαλεί το κοινό ενδιαφέρον και απαιτεί την επιτακτική έρευνα εξεύρεσης των κατάλληλων μέτρων, για την ορθολογιστική του αντιμετώπιση. Η αστραπιαία εξάπλωση των ναρκωτικών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, πήρε τεράστιες διαστάσεις, με συνέπεια να βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε ένα αληθινά μεγάλο πρόβλημα, που τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν δείχνει ότι θα μπορέσει να ξεπεραστεί ανώδυνα στο οδυνηρό αδιέξοδο που έφτασε. Κι αυτό, γιατί η ανάλυση του προβλήματος από την μεριά της επιστήμης και η αντιμετώπιση του από την πολιτική των εκτελεστικών οργάνων ελέγχου, παρακολούθησης και καταστολής του, απέτυχαν ουσιαστικά στο να δώσουν κάποια απάντηση στα καυτά ερωτήματα και παράλληλα, να μας επιδείξουν ικανοποιητικά αποτελέσματα για τη θετική του αντιμετώπιση.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι μία από τις πιο εξαπλωμένες μορφές της σύγχρονης εγκληματικότητας, είναι η τεράστια αύξηση των ατόμων που παίρνουν ναρκωτικά. Εξαιτίας της ραγδαίας εξάπλωσης των ναρκωτικών, το μεγαλύτερο – αν όχι όλοι – ποσοστό των ψυχολόγων και άλλων επιστημών, ασχολείται καθημερινά και με μεγαλύτερη ένταση, με το φαινόμενο αυτό, διατυπώνοντας θεωρίες, μεθόδους και προτεινόμενες λύσεις. Παράλληλα, το φαινόμενο αυτό βρίσκει ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση στο μεγάλο κοινό, στις μάζες της κοινωνίας. Παρουσιάζεται σχεδόν καθημερινά από τα ΜΜΕ και απασχολεί έντονα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου.

Αυτό το γεγονός είναι ενδεικτικό για την θέση που κατέχουν στην σύγχρονη κοινωνική ζωή τα άτομα που ονομάζουμε ναρκομανείς, και η ομάδα τους στο σύνολο της. Μία θέση που αρχίζει να γίνεται αρκετά επικίνδυνη, απ’ την μία πλευρά για την αρμονία του κοινωνικού συστήματος, που ισχύει σήμερα. Γιατί είναι πια φανερό, ότι η μορφή του σύγχρονου ναρκομανή διαφέρει ουσιαστικά απ’ αυτήν που τον διέκρινε τις προηγούμενες δεκαετηρίδες.

Πιο συγκεκριμένα, στο παρελθόν οι ναρκομανείς άνηκαν στην κατώτερη κοινωνική τάξη. Ήταν κατά κανόνα άνεργοι, τυχοδιώκτες, για αυτό τους χαρακτήριζαν ως «αλήτες». Αν προχωρήσουμε στην ιστορία για την εξάπλωση των ναρκωτικών, διαπιστώνουμε ότι αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι ανυπόληπτοι πολίτες, οι μικροαπατεώνες, οι φυλακισμένοι, οι πρώην κατάδικοι και γενικά τα ύποπτα μέλη του υποκόσμου. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αγράμματοι και η οικογενειακή τους κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Η ηλικία που άρχιζαν τα ναρκωτικά ήταν σπάνια κάτω των είκοσι πέντε. Οι άνθρωπο αυτοί, ασφαλώς δεν κατείχαν υπεύθυνες κοινωνικές θέσεις, και δεν έπαιζαν ενεργητικό ρόλο στην λειτουργία του κοινωνικού συστήματος. Επιδίωξη τους μοναδική ήταν η προμήθεια των ναρκωτικών, η παραπλάνηση των αρχών και η ζωή τους σε βάρος των υπόλοιπων ανθρώπων της κοινωνίας τους. Ταυτόχρονα, τους διέκρινε έντονη παθητικότητα, μοιρολατρική θεώρηση της ζωής και για αυτό δεχόντουσαν το χαρακτηρισμό του «ναρκομανή», αδιαμαρτύρητα, με συνέπεια να απομονώνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον και από την κοινωνική τους ζωή, χωρίς να προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση.

Στη σημερινή όμως εποχή, όπως ακριβώς άλλαξε η μορφή της παρανομίας, της εγκληματικότητας, και της αντικοινωνικότητας στο σύνολο της, έτσι άλλαξε και η θέση των ναρκομανών, στη σύγχρονη κοινωνία. Πλέον παρατηρούμε ότι οι ναρκομανείς έχουν καλή κοινωνική τάξη, δουλεύουν, έχουν δημιουργήσει οικογένεια, είναι μορφωμένοι και δυστυχώς πολλά ανήλικα παιδιά «μπλέκουν» με τα ναρκωτικά και οδηγούνται σε ένα τρομακτικό αδιέξοδο. Δηλαδή δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν τον γύρω κόσμο, σβήνουν πριν καλά – καλά ανθήσουν.

Οι τρείς σημαντικότερες σημερινές διαστάσεις του φαινομένου της ναρκομανίας είναι:
• τα ναρκωτικά στα σχολεία
• η εξάπλωση των ψυχοφαρμάκων – ναρκωτικών και
• η προσπάθεια για την ταύτιση της ναρκομανίας με την ψυχική ασθένεια

Αυτό σημαίνει πως είναι και οι μοναδικές σημερινές επικίνδυνες διαστάσεις του φαινομένου με βάση τους κινδύνους που περικλείουν ενάντια στους πιο σημαντικούς χώρους της κοινωνικής μας ζωής και ισορροπίας, δηλαδή
1. τον χώρο των νέων ανθρώπων
2. τον χώρο της νόμιμης χρήσης των ναρκωτικών
3. τον χώρο της ψυχολογικής υγείας

Σήμερα που η ναρκομανία σαν κοινωνικό φαινόμενο έχει πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις είναι ουτοπία το να πιστεύει κανείς πως μέσα από μία σειρά προτάσεων, μέτρων, ή υποθέσεων θα μπορέσει να αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά και αποτελεσματικά. Τα οδυνηρά λάθη του κοινωνικού συστήματος, συγκεκριμένα πάνω στην αντιμετώπιση των ναρκομανών όταν η χρονική περίοδος το επέτρεπε, συνετέλεσαν αποφασιστικά στη διόγκωση και εξάπλωση του φαινομένου, ώστε στις μέρες μας να μην δικαιολογείται η αισιόδοξη πρόβλεψη για τις μελλοντικές του προοπτικές. Αυτό βέβαια, κάθε άλλο σημαίνει πως πρέπει να παραιτηθούμε από την πάλη για την αντιμετώπιση αυτού του τραγικού φαινομένου που κάνει τυραννικά δυστυχισμένους χιλιάδες ανθρώπους, όταν φτάσουν στο στάδιο να ζητούν απεγνωσμένα την αποκοπή τους από τα ναρκωτικά συναντούν ανυπέρβλητα και ανυποχώρητα εμπόδια. Τα μέτρα που θα αναφέρω λοιπόν δεν έχουν σκοπό τόσο στην αντιμετώπιση της ναρκομανίας όσο στην αντιμετώπιση των ναρκομανών, σε ένα τομέα δηλαδή που όπως παρατηρήθηκε η πολιτική του κοινωνικού μας συστήματος απέτυχε παταγωδώς.

Αρχικά, το κύριο μέλημα της Πολιτείας σχετικά με το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι να συνειδητοποιήσει επιτέλους πως αποτελεί ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο και να σταματήσει την κωμικοτραγική της άρνηση, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να καλύψει και να μεταβιβάσει τις δικές της σοβαρότατες ευθύνες, για την διόγκωση και εξάπλωση του.

Οι αρχές έχουν και εκείνες ευθύνη για την κατάσταση αυτή, διότι η αστυνομική κυριαρχία στην μάχη κατά των ναρκωτικών έχει σαφέστατα εξελιχθεί σε μάχη κατά των ναρκομανών. Πέρα από αυτό, η αστυνομευτική πολιτική αποπροσανατολίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη που «άγεται και φέρεται» από τις απλοϊκές και μονολιθικές εξαγγελίες στα ΜΜΕ μέσα από τα αστυνομικά δελτία. Είναι πραγματικά θλιβερό πως κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως μέσα από τις αστυνομικές μεθόδους των «ειδικευμένων» ανακρίσεων, των μακροχρόνιων παρακολουθήσεων και του φακελώματος των υποψηφίων ή σεσημασμένων ναρκομανών, έχουμε την παραμικρή πιθανότητα θετικής αντιμετώπισης, τη στιγμή που οι έμποροι των ναρκωτικών – οι εγκέφαλοι – κυκλοφορούν ανενόχλητοι και ανεμπόδιστοι.

Επίσης, μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η έλλειψη Επιστημονικών κέντρων Περισυλλογής και Αποτοξίνωσης των ναρκομανών που επιθυμούν να αποκοπούν από την λήψη ναρκωτικών ή που έχουν φτάσει σε προχωρημένα στάδια εξάρτησης με βαριά ναρκωτικά – ηρωίνη, κοκαϊνη- Είναι λοιπόν απαραίτητο να φτιαχτούν πολλά δημόσια κέντρα με το κατάλληλο δυναμικό προσωπικό και την σωστή οργάνωση και λειτουργία, καθώς αυξάνονται καθημερινά άνθρωποι που επιζητούν θεραπευτική βοήθεια, και ενδεχομένως, να μην έχουν την οικονομική άνεση να πάνε σε κάποιο ιδιωτικό Κέντρο Αποτοξίνωσης. Άλλο ένα μεγάλο πρόβλημα αποτελούν τα Σωφρονιστικά συστήματα των φυλακών, καθώς δεν παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην «κυκλοφορούν» τα ναρκωτικά εντός της φυλακής. Σίγουρα αποτελεί ένα σημαντικό εγχείρημα η σωστή ενημέρωση και αντιμετώπιση των ναρκωτικών ως μάθημα στα σχολεία, δυστυχώς, όμως αυτό ακόμα δεν έχει γίνει και πολλά νέα παιδιά «μπλέκουν» χωρίς να συνειδητοποιούν πόσο σοβαρή, λάθος, και αυτοκαταστροφική είναι αυτή η επιλογή τους.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να τονίσω πως πολύ σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η ιλιγγιώδης εξάπλωση των ψυχοφαρμάκων- ναρκωτικών, αφού κάνουν χρήση και άτομα τα οποία δεν ανήκουν στην πολύ περιορισμένη κλίμακα με ψυχοπαθολογικές ασθένειες που χρησιμοποιούν αυτή την θεραπευτική μέθοδο. Παρόλο που για τα συγκεκριμένα φάρμακα χρειάζεται ιατρική συνταγή βρίσκουν τρόπους και αποκτούν τα φάρμακα παράνομα και αυτό αποτελεί μία από τις πιο λανθάνουσες, αλλά και επικίνδυνες μορφές τοξικομανίας. Οι ναρκομανείς κάνουν συχνά καθαρών ναρκωτικών, με ψυχοφάρμακα και αλκοολούχα ποτά και μέσα από παρόμοιες μίξεις μεγαλώνει σημαντικά ο κίνδυνος της ψυχικής τους, αλλά και της καθαρά οργανικής τους υγείας. Οι αυτοκτονίες με βαρβιτουρικά και παραισθησιογόνα ψυχοφάρμακα, είναι καιρός να ξυπνήσουν το Σύστημα από το λήθαργο.

Τέλος, είναι απαραίτητο χρέος όλων των φορέων του Κοινωνικού Συστήματος μια πολύ πιο σοβαρή, οργανωμένη και τίμια ενημέρωση και πληροφόρηση του λαού μας σχετικά με το κοινωνικό φαινόμενο των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση τους. Τα ΜΜΕ στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι αναμφισβήτητο γεγονός που έχουν φανερά ταχθεί ενάντια σε αυτή την μάστιγα της εποχής μας, φροντίζουν με κάθε τρόπο να την αποκαλύπτουν και να την ερευνούν σύμφωνα με τις δυνατότητες του και τα πλαίσια του. Αυτή η αξιέπαινη προσπάθεια πρέπει οπωσδήποτε όχι μόνο να συνεχισθεί, αλλά και να εμπλουτισθεί με συνεντεύξεις, εργασίες και μελέτες των επιστημόνων που είναι πια καιρός να κατανοήσουν πως για την επιστήμη δεν υφίσταται διαχωρισμός ανάμεσα στα «καυτά ή όχι καυτά» θέματα και να υψώσουν δημόσια φωνή, ενημέρωσης και διαμαρτυρίας.

 


ΠΗΓΕΣ

  •  Howard S. Becker: “The other side” – Free Press of Glencoe – United States of America – 1964
  •  “Sun and Daily Mirror” – London – February 1973
  •  L. Taylor – “Deviance and Society” – Michael Joseph itd – London 1971
  •  R. Blum – “Utopiates “ Tavistock publication – London 1965

Χριστίνα Σονούντα

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Ναύπακτο. Είναι τριτοετής φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις στην Πάφο ενώ έχει και πτυχίο στο πιάνο. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό, διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, παίζει πιάνο και ερασιτεχνικά κιθάρα.