Της Βίκυς Ντζούρβα,

Η Μεγάλη Βρετανία βρίσκεται, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή στη νεότερη ιστορία της. Ούσα συνεχώς παρούσα στα πιο ουσιαστικά γεγονότα στο Δυτικό κόσμο, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις Ευρωπαϊκές εξελίξεις. Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο λαός του Ηνωμένου Βασιλείου με δύο διαδοχικά θετικά δημοψηφίσματα αποφάσισε υπέρ της εξόδου του από τον πλέον υπερεθνικό Ευρωπαϊκό θεσμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτελεί γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία από τις απαρχές της ένταξής της, το 1973, αποδοκίμαζε την παραχώρηση κυβερνητικών εξουσιών από τις χώρες σε κεντρικά θεσμικά όργανα, ενώ συχνά διαπραγματευόταν ρήτρες εξαιρέσεως στις πλέον υπερεθνικές πολιτικές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα, την άρνηση ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η χαλαρή σύνδεση με το θεσμό και η λαϊκή πεποίθηση της ευκολότερης εκπλήρωσης των κρατικών συμφερόντων εκτός αυτού, δημιούργησαν αρνητικό κλίμα εντός Μεγάλης Βρετανίας. Έτσι, οι διαδικασίες για το επερχόμενο Brexit ξεκίνησαν ήδη από το 2017, με τη χρήση  του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρο που καλύπτει το νομικό πλαίσιο εξόδου.

Αν και η προθεσμία εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου δρομολογήθηκε, αρχικά, για το Μάρτιο του 2019, η πολυπλοκότητα των συμφωνιών εξόδου, αλλά και ο αντίλογος στο εσωτερικό είτε για παραμονή στο θεσμό, είτε για σκληρή έξοδο χωρίς συμφωνία, περιέπλεξαν τις διαπραγματεύσεις, καθιστώντας τις συνθήκες εξόδου, ακόμη, ζήτημα των ημερών. Ο Boris Johnson, μετά την παραχώρηση της «σκυτάλης» στη ηγεσία των Συντηρητικών από την Teresa May, είναι αυτός που καθορίζει τις εξελίξεις του ζητήματος εξόδου από πλευράς Ηνωμένου Βασιλείου. Την 1η Φεβρουαρίου του 2020 πραγματοποιήθηκε η οριστική έξοδος, αφού οι σχέσεις των δύο μερών είχαν φτάσει σε οριακό επίπεδο, με το Ηνωμένο Βασίλειο να πιέζει για σκληρή έξοδο χωρίς προϋποθέσεις και δεσμευτική, εμπορική συμφωνία με την Ένωση. Όσον αφορά την εμπορική συμφωνία αυτή, τα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρότειναν στη Μεγάλη Βρετανία μια τελωνειακή ένωση, δηλαδή μια ζώνη ελευθέρου εμπορίου χωρίς δασμούς. Η παρακώλυση της συμφωνίας υφίσταντο στα ζητήματα αλιείας, διαχείρισης κρατικών επιδοτήσεων και δίκαιων συνθηκών ανταγωνισμού. Από τότε και εδώ και μήνες, βρίσκεται στάσιμη, ενώ σάλο έχει προκαλέσει τις ημέρες αυτές, η μονομερής πρωτοβουλία Ηνωμένου Βασιλείου για τροποποίηση της συμφωνίας, χωρίς την ενημέρωση και έγκριση από πλευράς Ε.Ε, γεγονός που δημιουργεί αμφισβήτηση για το τέλος της μεταβατικής περιόδου του Brexit μέχρι το τέλος του έτους.

Η τροποποίηση αφορά τη μελλοντική θέσπιση τελωνειακών ελέγχων με τη Βόρειο Ιρλανδία, πράξη που μέρος του ίδιου του κυβερνόντος κόμματος παραδέχεται ότι καταπατά το διεθνές δίκαιο, καθώς τίθεται κατά της πρότερης συμφωνίας του Ιανουάριο του 2020 με την Ένωση. Το νομοσχέδιο της Εσωτερικής Αγοράς, που περιλαμβάνει ασυμφωνίες με το διεθνές δίκαιο, στοχεύει στην ασφάλεια του Ηνωμένου Βασιλείου σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με την Ένωση, η οποία ζητά την απόσυρσή του, μιας και βάλλει τις μέχρι τώρα συμφωνίες. Εσωκομματική αντίδραση και ενδεχομένως εξέγερση, επιδεικνύουν και μέρος των Συντηρητικών του Boris Johnson, υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο αυτό βλάπτει την αξιοπιστία της χώρας διεθνώς, ενώ πρώην πρωθυπουργοί όπως η Teresa May έχουν τοποθετηθεί ανοικτά εναντίον του.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση από την πλευρά της αντιδρά έντονα στην προσπάθεια εκβιασμού του Λονδίνου για μη επίτευξη συμφωνίας, με στόχο την αποφυγή δέσμευσής του (chicken game). Η διορία συνετισμού του Ηνωμένου Βασιλείου οριοθετείται μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, ειδάλλως, η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποτελεί μονόδρομο. Οι δύο πλευρές εμφανίζονται ανένδοτες, γεγονός που απειλεί την τελική αποδοχή και επίτευξη συμφωνίας στο άμεσο μέλλον, καθώς οι διαδικασίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες. Ταυτόχρονα, εντός του Ηνωμένου Βασιλείου ανησυχία προκαλεί ότι η διαμάχη με την Ένωση θα επηρεάσει τις διπλωματικές σχέσεις και με τις ΗΠΑ, ενώ δεν θα είναι σε θέση να καλεί άλλες χώρες να συνετιστούν με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, όταν η ηγεσία του το καταπατά απροκάλυπτα.


Βίκυ Ντζούρβα

Γεννήθηκε το 2000 στο Αγρίνιο. Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, την παρακολούθηση συνεδρίων σχετικά με το ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαί και τη μελέτη βιβλίων.