Της Ματίλντας Γεωργελέ, 

Κίνα – Χονγκ Κονγκ, μια σχέση που αποδείχθηκε προβληματική, ένα καθεστώς καταπίεσης και αδικίας, μια νομοθεσία σκληρή, αμείλικτη και μονόπλευρη, όπως διαμορφώθηκε φέτος. Το δόγμα του «one country two systems» (一国两制) καταρχήν ορίζει ότι το Χόνγκ Κόνγκ έχει το δικό του, ξεχωριστό από την ηπειρωτική Κίνα κυβερνητικό, δικαστικό και νομικό σύστημα, ενώ, ταυτόχρονα, οι χρηματοοικονομικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών σχέσεων με τρίτα κράτη γίνονται αυτοβούλως και ανεξάρτητα, με τα δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του συνέρχεσθαι να αποτελούν πυλώνες του συστήματος αυτού. Παρά την αδιάψευστη και αδιάβλητη αυτή αρχή, ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική τακτική, τόσο από τους προκατόχους του, όσο και από τον Deng Xiaoping, τον εμπνευστή του συστήματος αυτού, ο οποίος έθεσε ως σκοπό της θητείας του, η αρχή «οne country two systems» να πετύχει. Η τακτική που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα σκληρή, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει και να καταστήσει αυστηρότερο τον έλεγχο το κόμματός του, παντού. Πολλοί σημειώνουν χαρακτηριστικά ότι έχει καθοδηγεί και «τρέχει» ένα καθεστώς εκφοβιστών, που αρνούνται και ταυτόχρονα φοβούνται να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις περί ελεύθερης διαβίωσης, κράτους δικαίου και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που δόθηκαν στο λαό του Χόνγκ Κόνγκ. Φαίνεται πως όλα αυτά τα δικαιώματα, που άπλετα έχουν παραχωρηθεί στους κατοίκους της πόλης αυτής, αποτελούν μάλλον απειλή απέναντι στον αυταρχισμό, την καταπίεση, καθώς και την ανελευθερία που διέπει την Κίνα, δείχνοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την αμηχανία και νευρικότητα του κινεζικού καθεστώτος απέναντι σε οτιδήποτε προτάσσει και επιτρέπει την ελευθερία κάθε λογής, που είναι, φυσικά, άρρηκτα συνδεδεμένη με την τεράστια επιτυχία που έχει επιδείξει το Χόνγκ Κόνγκ, με το πέρας των ετών. Ποιο είναι, όμως, το βασικό πρόβλημα μεταξύ των δυο αυτών μερών και γιατί 23 χρόνια, μετά τη διακήρυξη του σε SAR (Special Administrative Region), απασχολεί τόσο πολύ τη διεθνή κοινότητα; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. 

Η βασική αιτία που πυροδότησε και τις διαμαρτυρίες μεταξύ Κίνας και Χονγκ Κονγκ ήταν το νομοσχέδιο που εξέδωσε η πρώτη τον Απρίλιο του 2019, που επέτρεπε την έκδοση των υπόπτων εγκληματιών στην ηπειρωτική Κίνα, υπό ορισμένες συνθήκες. Οι ενάντιοι στο νομοσχέδιο αυτό δήλωσαν ότι κάτι τέτοιο θα διακινδύνευε να εκθέσει τους υπηκόους του Χονγκ Κονγκ σε άδικες δίκες, βίαιη και άνιση μεταχείριση. Ταυτόχρονα, δήλωσαν ότι ένα τέτοιο νομοσχέδιο θα έδινε το «πάτημα» στην Κίνα για να αυξήσει την επιρροή της στο Χονγκ Κονγκ, βοηθώντας την να στοχοποιήσει συγκεκριμένα άτομα που διάκεινται αρνητικά προς τον τρόπο άσκησης εξουσίας του καθεστώτος, όπως δημοσιογράφους και ακτιβιστές. Φυσικά, απέναντι σε αυτή την τρομερή εξέλιξη, ο λαός του Χονγκ Κονγκ δεν παρέμεινε αδρανής, αλλά, αντιθέτως, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους, απαιτώντας την απόσυρση του νομοσχεδίου. Ύστερα από εβδομάδες διαμαρτυριών, η ηγέτης του Χονγκ Κονγκ, Carrie Lam, ανακοίνωσε την αναστολή του νομοσχεδίου επ’ αόριστον, πράγμα το οποίο, όμως, δεν αρκούσε στους διαδηλωτές. Έτσι, με την απαίτηση της καθολικής απόσυρσης του νομοσχεδίου, οι διαδηλώσεις κλιμακώθηκαν, τόσο στην ένταση και στη βιαιότητα, όσο και στη συχνότητά τους και συνεχίστηκαν για μήνες, μέχρι την οριστική απόσυρση του νομοσχεδίου, το Σεπτέμβριο. Τα χειρότερα ξεκίνησαν από την πρώτη Οκτωβρίου και έπειτα, οπότε την εν λόγω βιαιότητα ακολούθησε ο θάνατος, με διαδηλωτές, νομοθέτες, ακτιβιστές, να πέφτουν νεκροί. Σημείο καμπής αποτέλεσε και η διαμάχη μεταξύ φοιτητών και αστυνομικών, που οδήγησε στο κλείσιμο και μπλοκάρισμα του Πολυτεχνείου. Τα αιτήματα των διαδηλωτών ήταν τέσσερα: αμνηστία για τους συλληφθέντες διαδηλωτές, ανεξάρτητη έρευνα για τη φερόμενη αστυνομική βία, ο μη χαρακτηρισμός της διαδήλωσης ως εξέγερση και τέλος, υλοποίηση πλήρους και καθολικού δικαιώματος ψήφου. Απέναντι στα αιτήματά τους αυτά, ο Πρόεδρος, Xi Jinping, απήντησε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αυτονομισμού και διαίρεσης της Κίνας θα καταλήξει σε «πτώματα, σώματα και κόκαλα σε σκόνη», υπενθυμίζοντας ξεκάθαρα την αμείλικτη στάση του απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Φυσικά, το καθεστώς καταπίεσης της Κίνας απέναντι στο Χονγκ Κονγκ δεν τελειώνει εδώ, αφού την πρώτη Ιουλίου 2020 -στην επέτειο της παράδοσης του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα από τη βρετανική κυριαρχία- οι αρχές εξέδωσαν και παρουσίασαν ένα νέο νόμο εθνικής ασφάλειας, που είχε σταλεί από την Κίνα. Ο νόμος αυτός παραχωρούσε σαρωτικές και εξαιρετικά διευρυμένες νέες εξουσίες στις αρχές του Χονγκ Κονγκ, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να σταματούν κάθε πράξη «ανατροπής, τρομοκρατίας, απόστασης ή συμπαιγνίας» με ξένες ή εσωτερικές δυνάμεις. Η Κίνα φυσικά, υπερασπίστηκε το νομοσχέδιο αυτό, παρουσιάζοντάς το ως το απαραίτητο στοιχείο για την επιστροφή της σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. Φυσικά, εκτός της Κίνας, πολλοί έσπευσαν να κατηγορήσουν το νέο νόμο, προσάπτοντάς του ότι, όχι μόνο δεν σκοπεύει στην εξασφάλιση σταθερότητας, αλλά, αντιθέτως, εξυπηρετεί τον απώτερο σκοπό της Κίνας, που είναι να να ασκήσει μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο στο Χονγκ Κονγκ, διαβρώνοντας τα μοναδικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όπως είναι η ελευθερία λόγου, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, η νομική και δικαστική διαφάνεια, μέσω αυταρχικών και καταπιεστικών τρόπων.

Γιατί όμως τώρα ξαφνικά, η Κίνα να εντείνει την αυστηρότητά της; Καταρχήν, το ετήσιο Εθνικό Λαϊκό Συνέδριο κατά τη διάρκεια του οποίου λαμβάνονται νομοθετικές αποφάσεις, πιθανότατα λειτούργησε ως το θεμέλιο νομοθετικής δράσης, από την πλευρά της Κίνας. Ύστερα από το κύμα αναταραχής και αστάθειας που διαπέρασε τους τελευταίους μήνες του 2019 το Χονγκ Κονγκ, μάλλον η πολιτική ηγεσία της Κίνας δεν επιθυμούσε να διατηρήσει απλώς το πολιτικό status quo στην πόλη, επιζητώντας, φυσικά, έναν πιο παρεμβατικό και ουσιαστικό ρόλο σε όλες τις μορφές εξουσίας της πόλης. Δεύτερος λόγος, ο κορωνοϊός, του οποίου η εξάπλωση κρίθηκε από το Πεκίνο ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα περιόριζε δραστικά τον κίνδυνο μιας μεγάλης έκτασης διαμαρτυρίας, ως απάντηση στη νέα νομοθεσία. Παράλληλα, σίγουρα οι αρχές της Κίνας, ενόψει και των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2020 στο Χονγκ Κονγκ (οι οποίες, βέβαια τώρα αναβλήθηκαν), θέλησαν να ασκήσουν περαιτέρω έλεγχο και πίεση επί των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα. Η άλλοτε πολιτική αφρόκρεμα της πόλης έχει πλέον χάσει την επιρροή, το κύρος και την εξουσία που κάποτε κατείχε ενώ, ταυτόχρονα, η παραδοσιακή προσκόλληση και εξάρτηση του Πεκίνου από την προαναφερθείσα ελίτ, με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση τάξης -ανάλογης με αυτή που επιθυμούσε το καθεστώς- πλέον δε φαίνεται να γίνεται αποδεκτή από το λαό. Παράλληλα, η ανάληψη ισχυρής δράσης της Κίνας απέναντι στο Χονγκ Κονγκ και ο υπερτονισμός του πατριωτικού χαρακτήρα αυτής της «εκστρατείας», αδιαμφισβήτητα, τόνωσαν τον κινεζικό εθνικισμό στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο, όπου οι οικονομικοί δείκτες όλο και ολισθαίνουν και οι εγχώριες απογοητεύσεις, αναφορικά με την υγεία και την ασφάλεια, πληθαίνουν σημαντικά. Τέλος, είναι πιθανό ο Xi Jinping να επέλεξε να προχωρήσει σε μια τόσο τολμηρή και προκλητική δράση, ώστε να προκαλέσει εντύπωση στους αντιπάλους του, κάτι που προσιδιάζει πλήρως στον έως τώρα τρόπο δράσης του (modus operandi).

Επομένως, είναι φανερό ότι η αρχή «μια χώρα δυο συστήματα» δεν ισχύει απόλυτα και καθολικά -ως έπρεπε δηλαδή-, αφού η παρεμβατικότητα, η παραβατικότητα και ο αυταρχισμός της Κίνας εκλαμβάνουν την ελευθερία, την ανάπτυξη, την ανεξαρτησία (δικαστική, νομοθετική, πολιτική, κλπ) του Χονγκ Κονγκ ως την ύψιστη απειλή. Το πρόβλημα, όμως είναι το μετά, αφού η υπάρχουσα διακήρυξη, που επιτρέπει στο Χονγκ Κονγκ να δρα ως ανεξάρτητο διοικητικό κέντρο λήγει το 2047. Ύστερα από την ημερομηνία αυτή, η πόλη των 7.5 εκατομμυρίων ανθρώπων θα χάσει το καθεστώς της ως ειδική αυτόνομη περιοχή, μαζί με όλες τις ελευθερίες που απολαμβάνει βάσει του συντάγματος της, γνωστού και ως ο «βασικός νόμος». Η μοίρα και εξέλιξή του θα βρίσκονται πλέον εξ’ ολοκλήρου στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Θα διατηρήσει το ανεξάρτητο καθεστώς του ή θα γίνει καθολικά μέρος της Κίνας; Οψόμεθα σε 26 χρόνια…


Ματίλντα (Σταματίνα) Γεωργελέ

Είναι τριτοετής φοιτήτρια Διεθνών και Ευρωπακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την παρούσα στιγμή βρίσκεται στο Παρίσι, όπου έχει επιλεγεί να φοιτήσει μέσω Εράσμους στο Πανεπιστήμιο Paris 1 Panthéon Sorbonne στο τμήμα του Διεθνούς Δικαίου. Tην περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου, βρισκόταν στις Βρυξέλλες οπου πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΕΕ με αντικείμενο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα σεμιναρίων και συνεδρίων Προσομοίωσης Ηνωμένων Εθνών όπως το HARVARD WORLD MUN στη Μαδρίτη, το FWWMUN (στη Νεα Υόρκη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ), καθώς και στο European Youth Debate υπό την αιγίδα του Πανεπιστήμιου Βοcconi στο Μιλάνο. Κατά την περσινή χρονία συμμετείχε ως βουλευτής στο 22 ΠΚΝ.Ομιλεί 4 γλώσσες, Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά σε επίπεδο μητρικής και Κινέζικα σε επίπεδο Lower. Είναι λάτρης της ιστιοπλοϊας καθώς και του χειμερινού σκι.