Της Κυριακής Θεοδοσάκη,

Στο πλαίσιο των ήδη τεταμένων σινο-αμερικανικών σχέσεων έρχεται να προστεθεί το κλείσιμο του κινεζικού προξενείου στο Χιούστον, κατόπιν εντολής της αμερικανικής διοίκησης, υπό το πρόσχημα ότι εμπλέκεται σε ένα δίκτυο οικονομικής κατασκοπείας, που στοχεύει στην υποκλοπή στοιχείων από την αμερικανική επιστημονική έρευνα. Η οικονομική κατασκοπεία αποτελεί ομοσπονδιακό έγκλημα στις ΗΠΑ και έτσι δόθηκε προθεσμία 72 ωρών στους Κινέζους διπλωμάτες μέχρι το κλείσιμο του προξενείου. Το προξενείο έκλεισε, παρά την αρχική αρνητική στάση της Κίνας να υπακούσει στην εντολή αυτή, με τη χώρα να προχωρά σε αντίποινα, με το κλείσιμο του αμερικανικού προξενείου στο Chengdu. To νέο αυτό διπλωματικό επεισόδιο έρχεται να προστεθεί στον προϋπάρχοντα ανταγωνισμό μεταξύ των δυο δυνάμεων και να θέσει σημαντικά ερωτήματα· είναι πράγματι η κινεζική κατασκοπεία μια υπαρκτή και αξιόλογη απειλή για την αμερικανική ασφάλεια ή πρόκειται για ένα ακόμη συμβάν που διευκολύνει τη στρατηγική Trump έναντι της Κίνας, λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές εκλογές;

Αναμφίβολα, οι πρακτικές του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος σε πολλούς τομείς διεθνούς συνεργασίας δεν έχουν αποδειχθεί συνυφασμένες με τη διαφάνεια. Η Κίνα, ως αναδυόμενη δύναμη, έχει επιδοθεί σε πολλές περιπτώσεις σε υποκλοπές ερευνών, αντιγραφή προϊόντων προς όφελος της εθνικής παραγωγής, στοχευμένη εισαγωγή τεχνολογίας από άλλες χώρες, προκειμένου να κερδίζει στον τομέα της τεχνογνωσίας. Αντίστοιχα, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας στο εσωτερικό της χώρας αναφορικά με τα εισαγόμενα προϊόντα είναι αρκετά ελαττωματική, γεγονός που επίσης δημιουργεί προβλήματα στις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Εντούτοις, αν και το συμβάν θα μπορούσε εύκολα να συνάδει με το προφίλ της Κίνας σήμερα, η έλλειψη στοιχείων ή η μη δημοσιοποίησή τους από την αμερικανική κυβέρνηση καλλιεργεί αμφιβολίες σχετικά με τα γεγονότα. Πέραν των επίσημων δηλώσεων των κρατικών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Mike Pompeo, για προσβολή της αμερικανικής ασφάλειας και ανάγκη προστασίας της αμερικανικής πνευματικής ιδιοκτησίας και των πολιτών, η αμερικανική διοίκηση δεν παρέθεσε στον Τύπο στοιχεία που να ενοχοποιούν πράγματι την Κίνα ή που να εξηγούν πώς πυροδοτήθηκε αυτό το γεγονός. Και αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο, που εγείρει τον προβληματισμό για την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Οι σχέσεις των δυο χωρών, από το ξέσπασμα της πανδημίας και ύστερα, βρίσκονται σε μια συνεχή επιδείνωση. Η Κίνα πράγματι δεν υιοθέτησε μια ειλικρινή στάση εξαρχής αναφορικά με την κατάσταση και τον χαρακτήρα της πανδημίας, ενώ και οι πρόσφατες εξελίξεις με το νόμο ασφαλείας που επέβαλε στο Χόνγκ-Κονγκ δεν επέτρεπαν στην αμερικανική εξωτερική πολιτική να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Παρ’ όλα αυτά, το χαρτί της Κίνας «παίχτηκε» έντονα από την κυβέρνηση Trump, ως επί των πλείστων στοχεύοντας εμπορικό πόλεμο, για την άσκηση της εσωτερικής πολιτικής που θα κατευθύνει την κοινή γνώμη υπέρ των αμερικανικών πρακτικών και κατά των κινεζικών. Δεν φαντάζει διόλου απίθανο, λοιπόν, 100 μέρες πριν τις αμερικανικές εκλογές και με τον Trump να υπολείπεται των δημοσκοπήσεων, να πρόκειται για μια κίνηση πολιτικής στόχευσης. Η αιτιολογία πως η Κίνα φταίει για κάθε αρνητική εξέλιξη στη ζωή του Αμερικανού πολίτη, είτε αυτή ήταν επίπτωση του εμπορικού πολέμου είτε της ανεπιτυχούς διαχείρισης της πανδημίας, φαίνεται αρκετά αληθοφανής και, μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση, θέτει την αμερικανική κυβέρνηση στο ρόλο του υπεύθυνου προστάτη της εθνικής ασφάλειας, σε ένα αφήγημα με την Κίνα στο ρόλο του «κακού».

Καταληκτικά, πρόκειται για μια κίνηση κλιμάκωσης της αρνητικής ατμόσφαιρας μεταξύ των δυο χωρών, με αμφίβολο σκοπό. Η οικονομική κατασκοπεία, από την πλευρά της Κίνας, δεν φαντάζει απίθανη, αλλά και η μη τεκμηρίωση των γεγονότων, από την άλλη πλευρά, δεν θέτει την αμερικανική διοίκηση σε καλύτερη θέση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης αφορά αμφότερες τις δυο χώρες και αποδεικνύει πως στον στρατηγικό σχεδιασμό και την χάραξη της εξωτερικής πολιτικής, την πρωτοκαθεδρία έχουν πάντα τα εθνικά συμφέροντα.


Κυριακή Θεοδοσάκη

Σπουδάζει στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Γνωρίζει Αγγλικά και Γαλλικά και συμμετέχει ενεργά σε προσομοιώσεις (Εuropa.S, RhodesMRC). Συμμετείχε στην πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις ευρωπαϊκές εκλογές «This time I’m voting» ως εθελόντρια. Ενδιαφέρεται για τα ευρωπαϊκά θέματα καθώς και για τα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής.