Του Μιχάλη Τιάκα,

Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι με την κρίση του 2008 παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία για οριστική αναδιαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις, ωστόσο, την έχασαν. Σήμερα, η πανδημία του κορωνοϊού γεννάει μια νέα ευκαιρία, η οποία φαίνεται τελικά να αλλάζει το παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο. Από τα κύματα της υγειονομικής κρίσης αναδύονται προτάσεις και μέτρα που μέχρι πριν λίγους μήνες φάνταζαν αδιανόητα, ακόμα και αιρετικά. Το βρετανικό Economist κάνει λόγο για μια «ριζική αλλαγή στα οικονομικά που συμβαίνει μία φορά σε κάθε γενιά».

Η εποχή μας, και κατά πάσα πιθανότητα η μετά κορωνοϊού εποχή, θα χαρακτηρισθεί από δύο σημαντικά οικονομικά φαινόμενα. Τα πρωτόγνωρα επίπεδα δημόσιου δανεισμού και τα δυσθεώρητα ποσά χρήματος που τυπώνονται ασυγκράτητα από τις κεντρικές τράπεζες. Ως προς τον δανεισμό, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι τα ανεπτυγμένα κράτη θα δανειστούν πάνω από 4 τρισεκατομμύρια ευρώ με σκοπό να στηρίξουν τις οικονομίες τους με επιδόματα, κρατικοποιήσεις και φοροελαφρύνσεις. Μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση συμφωνήθηκε από τους ηγέτες των κρατών μελών το γνωστό ταμείο ανάκαμψης που μετρά περισσότερα από 750 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα ποσά αυτά είναι μόνο η αρχή.

Φυσικά μέρος του δημόσιου δανεισμού χρηματοδοτείται από νέο, ζεστό χρήμα. Για να καλύψουν τις ανάγκες των κυβερνήσεων οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Ιαπωνία και στην Ευρωζώνη έχουν, ήδη, τυπώσει πάνω από 3 τρισεκατομμύρια ευρώ μόνο το έτος 2020. Ως αποτέλεσμα, εφόσον το χρήμα διατίθεται τόσο γενναιόδωρα, η τιμή του εξακολουθεί να παραμένει σε μηδενικά ακόμα και αρνητικά επίπεδα. Με άλλα λόγια, το χρήμα είναι δωρεάν. Χαμηλά επιτόκια δανεισμού σημαίνουν, με τη σειρά τους, χαμηλό κόστος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες προκειμένου να επιβιώσουν, ελαττώνουν τις τιμές των προϊόντων τους. Αυτό προκαλεί ένα χαμηλό επίπεδο πληθωρισμού που, αν μη τι άλλο, ανακουφίζει και ενθαρρύνει το δημόσιο δανεισμό.

Μόλις η πανδημία κοπάσει τα μέτρα στήριξης και ο ρόλος του κράτους θα περιοριστούν. Ωστόσο, είναι αβέβαιο ότι το κράτος θα επανέλθει στην προ-κορωνοϊού κανονικότητα. Αν ο χαμηλός πληθωρισμός παραμείνει, ο δημόσιος δανεισμός και το τύπωμα χρήματος ίσως γίνουν η επικρατέστερη οικονομική πολιτική για τις επόμενες δεκαετίες. Μια διαρκής αύξηση των ελλειμμάτων μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες ανάπτυξης καθώς χαμηλός δανεισμός για το κράτος μπορεί να σημαίνει περισσότερους δρόμους, ευρύτερα δίκτυα τηλεπικοινωνιών, καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα ή πιο λειτουργικά νοσοκομεία.

Παρ’ όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε τους κινδύνους του υπέρμετρου δανεισμού. Ένας από αυτούς κρύβεται στο ενδεχόμενο ο πληθωρισμός κάποτε να ανέβει. Το σενάριο αυτό θα διαταράξει το νομισματικό σύστημα, αφού μια αύξηση του πληθωρισμού θα οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες στην αύξηση των επιτοκίων. Η αύξηση των επιτοκίων, με τη σειρά της, θα σημάνει μεγαλύτερο και πιο δυσβάσταχτο χρέος για τις κυβερνήσεις, έως ότου αυτό καταστεί μη βιώσιμο.

Με κάθε νέο οικονομικό μοντέλο δημιουργούνται νέες προκλήσεις. Στη δεκαετία του 1930 η πρόκληση ήταν η αντιμετώπιση της ύφεσης. Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 έπρεπε να νικηθεί ο δαίμονας του υψηλού πληθωρισμού και της επίσης υψηλής ανεργίας. Σήμερα, οι κυβερνήσεις καλούνται να επιστρέψουν στις επιχειρήσεις το σκήπτρο των πρωτοβουλιών και να αντιμετωπίσουν τις μελλοντικές κρίσεις, δίχως να υποθηκεύουν συνεχώς τις μελλοντικές γενιές. Εάν η προσπάθεια αποτύχει, το δωρεάν χρήμα θα φέρει τελικά ένα υψηλό τίμημα.


Μιχάλης Τιάκας

Γεννήθηκε το 1998 στη Ρόδο και είναι τελειόφοιτος του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με κατεύθυνση τα οικονομικά των επιχειρήσεων. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών, διεθνή προγράμματα κινητικότητας και επιχειρηματικά workshops. Είναι ακόμα ιδρυτικό μέλος και project manager του E Square Project και συμμετέχει εθελοντικά στα προγράμματα του Συνδέσμου Επενδυτών και Διαδικτύου.