Του Παναγιώτη Στέφου,

Για τους περισσότερους πολίτες του κόσμου, η επίσημη ημερομηνία έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι η 1η Σεπτεμβρίου 1939, όταν τα γερμανικά τεθωρακισμένα πέρασαν τα σύνορα με την Πολωνία. Για τους Κινέζους, ωστόσο, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Για εκείνους, ο πόλεμος κατά της ιμπεριαλιστικής Ιαπωνίας ξεκίνησε αρκετά νωρίτερα, στις 7 Ιουλίου 1937. Τη νύχτα εκείνης της μέρας, δύο μάλλον τυχαίες και άσχετες μεταξύ τους στρατιωτικές ασκήσεις οδήγησαν σε μία αψιμαχία μεταξύ των τοπικών στρατευμάτων κοντά στην στρατηγικής σημασίας γέφυρα, «Marco Polo» (Luguqiao). Το συμβάν αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη μάχη του Πολέμου. Παρά το γεγονός πως τα κινεζικά στρατεύματα απέκρουσαν την επίθεση των Ιαπώνων, η χώρα βρέθηκε αναγκασμένη να αντιμετωπίσει την πολεμική μηχανή των Ιαπώνων για τα επόμενα 8 χρόνια.

Οι πρώτοι μήνες της αναμέτρησης πέρασαν χωρίς να έχει υπάρξει κάποια επίσημη κήρυξη πολέμου και από τις δύο πλευρές. Η τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των Ιαπώνων τούς επέτρεψαν να προκαλέσουν μαζικές απώλειες στις τάξεις των Κινέζων: μέσα σε μόλις 3 μήνες, ο αρχηγός της επίσημης κυβέρνησης, Chiang Kai-shek, είχε θυσιάσει πάνω από 250.000 από τα καλύτερα στρατεύματά του, ενώ αντίστοιχα οι Ιάπωνες είχαν χάσει μόλις 40.000. Παρά την ένδειξη διάθεσης για ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος από την πλευρά των Ιαπώνων, ο Chiang Kai-shek, θεωρώντας πως σύντομα η Κοινωνία των Εθνών θα υποστήριζε την Κίνα, αποφάσισε να αρνηθεί τις προτάσεις αυτές. Η διεθνής κατακραυγή δεν συνοδεύτηκε από πρακτική βοήθεια προς την πλευρά των αμυνόμενων και έως τον Σεπτέμβρη το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Κίνας είχε πέσει στους Ιάπωνες.

Με τη Σανγκάη, πλέον, στα χέρια των Ιαπώνων, τα στρατεύματά τους κινήθηκαν προς την τότε πρωτεύουσα της χώρας, την Nanjing. Ο τοπικός στρατιωτικός ηγέτης αποχώρησε από την πόλη, αφήνοντας τους πολίτες της στη μοίρα τους και η πόλη έπεσε στα χέρια τους αμαχητί. Αυτό που ακολούθησε είναι από τα χειρότερα εγκλήματα πολέμου στην ανθρώπινη ιστορία, γνωστό ως «η σφαγή του Nanjing». Οι δολοφονίες, οι βιασμοί και οι εμπρησμοί άφησαν την πόλη ερείπιο. Η θηριωδία αυτή δεν φαίνεται να διαπράχθηκε για κάποιο σαφή λόγο. Είναι αξιοσημείωτο πως, ως και σήμερα, η Ιαπωνία αμφισβητεί την επίσημη καταγραφή των γεγονότων και αρνείται να παραδεχθεί ευθύνες για το συμβάν.

Για άλλη μια φορά, η Κίνα βρέθηκε διαμοιρασμένη: στον βορρά, οι Ιάπωνες ήλεγχαν τις πλούσιες πεδιάδες και τις βιομηχανικές πόλεις. Στον νότο, κοντά στο Σιτσουάν, ο Chiang Kai-shek δημιούργησε μία καινούρια έδρα στο Chongqing. Αντίστοιχα, η βάση του Mao βρισκόταν στο Shaanxi, κοντά στις περιοχές που ήλεγχαν οι Ιάπωνες. Ο στόχος των τελευταίων δεν ήταν να κατακτήσουν όλη τη χώρα, αλλά να ιδρύσουν κρατίδια, που θα ήταν υπόλογα στους ίδιους, και θα εξυπηρετούσαν τα ιαπωνικά οικονομικά συμφέροντα και θα υποτάσσονταν στην εξωτερική τους πολιτική. Οι Κινέζοι, είτε αυτοί που πολεμούσαν για το GMD (Guomindang) ή τους Κομμουνιστές είτε όσοι ζούσαν στις κατεχόμενες πόλεις, πολέμησαν με αυταπάρνηση τον εχθρό, είτε στα πεδία των μαχών είτε μέσω πράξεων αντίστασης και ανυπακοής, αμφισβητώντας την παντοδυναμία του εχθρού.

Κινέζικα στρατεύματα του GMD

Για τον Mao, ο πόλεμος αποτέλεσε μία ευκαιρία, για να αναπτυχθεί περαιτέρω η ιδεολογία της επανάστασης, που οραματιζόταν. Το ΚΚΚ ανέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα στις περιοχές που διοικούσε, οργανώνοντας όχι μόνο την αντίσταση κατά των Ιαπώνων, αλλά και την εφαρμογή των κομμουνιστικών ιδεωδών. Μέρος αυτής της προσπάθειας ήταν η επιβολή της κομματικής πειθαρχίας και η απόδοση οικονομικής βοήθειας στους φτωχούς της επαρχίας. Ωστόσο, ο τελικός στόχος του αναδασμού της γης θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την απελευθέρωση της χώρας από τους Ιάπωνες και γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια του πολέμου, η μάχη κατά των γαιοκτημόνων προσωρινά έπαυσε, αν και επεισόδια βίας μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων δεν έλειψαν. Παράλληλα, για πρώτη φορά, χρησιμοποιήθηκαν από τους κομμουνιστές μέθοδοι «ελέγχου της σκέψης» απέναντι σε αντιφρονούντες λόγιους, που ασκούσαν κριτική στις πρακτικές του ΚΚΚ. Επρόκειτο για ένα εγχείρημα που ένωνε τη μαρξιστική ιδεολογία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Κίνας. Ταυτόχρονα, ο αριθμός των μελών του κόμματος αυξήθηκε ραγδαία, από 40.000, το 1937, σε 1.200.000, το 1945, και οι ένοπλες δυνάμεις του από 92.000 σε 910.000.


Βιβλιογραφία

  • John King Fairbank & Merle Goldman, China: A New History, σελ. 316-318
  • Jonathan D. Spence: The Search for Modern China, σελ. 446-448, 450-456

Παναγιώτης Στέφος

Γεννήθηκε στις 16-6-1996 στο νησί της Ρόδου. Σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, ακολουθώντας την κατεύθυνση της Ιστορίας. Αγαπημένα θέματά του αποτελούν ο μακρύς 19ος αιώνας και ο Ευρωπαϊκός Μεσαίωνας. Πέραν της ασχολίας του με την Ιστορία ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και τη λογοτεχνία.