Της Μαριλίνας Γερασίμου, 

Για μεγάλη μερίδα των Ελλήνων, η πολιτική ιστορία της χώρας μας ξεκινάει από την περίοδο της Μεταπολίτευσης και μετά. Ελάχιστοι ασχολούνται με το τι έγινε πριν, όλοι έχουν άποψη για το τι συμβαίνει μετά. Και λέω συμβαίνει και όχι συνέβη, διότι, για την Ελλάδα η περίοδος της μεταπολίτευσης φαίνεται να έχει αντίκτυπο μέχρι και σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά (46 για να ακριβολογούμε). Η έκφραση «Μεταπολίτευση» παραπέμπει ουσιαστικά στις τέσσερις περίπου δεκαετίες από την πτώση της Δικτατορίας το 1974 και μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης και τις εκλογές του 2009, και αυτό γιατί από εκείνη τη στιγμή σηματοδοτείται η έναρξη μίας νέας τελείως διαφορετικής περιόδου για την Ελλάδα, ειδάλλως θα συνέχιζε μέχρι και σήμερα. 

Η έναρξη της Μεταπολίτευσης σηματοδοτείται με την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών το 1974, τη μεταβολή του πολιτεύματος σε Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και την ανάληψη της πρωθυπουργίας της πρώτης Κυβέρνησης της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Κατά την περίοδο αυτή, δημιουργήθηκαν δύο νέα μεγάλα πολιτικά κόμματα, η Νέα Δημοκρατία με ηγέτη τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου, διακηρύσσοντας την ανάγκη σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, ίδρυσε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ). Καθοριστικό πολιτικό και κοινωνικό γεγονός εκείνης της περιόδου υπήρξε το δημοψήφισμα του 1974 για τη μορφή του πολιτεύματος μεταξύ βασιλευομένης και αβασίλευτης δημοκρατίας, με την αβασίλευτη να επικρατεί με 69,18%. Κυριότερα χαρακτηριστικά των πρώτων χρόνων της περιόδου της μεταπολίτευσης, είναι η νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ), όπως και των άλλων αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων, το νέο Σύνταγμα, και η προσπάθεια απάλυνσης των πληγών που είχαν ανοίξει οι ιδεολογικές διαμάχες από την απελευθέρωση μέχρι το 1974 (και ακόμα δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι έχουν επουλωθεί πλήρως).

Πηγή εικόνας: sarantakos.wordpress.com

Το επίτευγμα της Μεταπολίτευσης είναι ότι μετέτρεψε μια χώρα αυταρχισμού και μισαλλοδοξίας σε μια λειτουργούσα δημοκρατία με ελευθερίες, που ποτέ άλλοτε δεν είχαν υπάρξει σ’ αυτόν τον τόπο. Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχε υπάρξει, όπως κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού και εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία. Η Μεταπολίτευση ενέταξε την Ελλάδα, η οποία ήταν παρίας της διεθνούς κοινότητας, στη διεθνή συνεργασία και της άνοιξε τον δρόμο της συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ενοποιητική προσπάθεια παρά την υστέρησή της. 

Παρόλα ταύτα, υπό τον φόβο του αυταρχικού καθεστώτος που τότε αποτελούσε πρόσφατη ανάμνηση για τους Έλληνες, η μεταπολίτευση εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από το διχασμό του λαού ανάμεσα στο φόβο της Δεξιάς και του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, της αστυνομοκρατίας στις πόλεις και των «ανταρτοκρατίας» στην επαρχία, καταστάσεις και ανησυχίες που απασχολούσαν το λαό, ήδη από τα χρόνια του εμφύλιου και που η νεοσυσταθείσα Δημοκρατία κλήθηκε να εξομαλύνει. Οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης δεν βρέθηκαν σε μία αφετηρία όπου όλα ήταν δυνατά, όπως υποστηρίζεται σήμερα. Η Ελλάδα ήταν το 1974 ένα δικτατορικό καθεστώς. Οι δυνάμεις που αντιμάχονταν τη δημοκρατική λειτουργία της πολιτείας και μια κοινωνική πολιτική που θα εξασφάλιζε περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη ήταν απειλητικά παρούσες τόσο το 1974, όταν έπεσε η Δικτατορία, όσο το 1981, όταν πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά ομαλά η άνοδος ενός σοσιαλιστικού κόμματος στην εξουσία. Από το 1990 και μετά, οι κοινωνικές ομάδες που στήριζαν το πελατειακό-συντεχνιακό σύστημα αντιτάχθηκαν σθεναρά στις εκσυγχρονιστικές προσπάθειες. 

Αυτή η ανάγκη για γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές ανάγκασε τα κόμματα να καταφύγουν πολλές φορές στην υιοθέτηση πρακτικών ικανοποίησης των αντικρουόμενων συμφερόντων, που ενώ εξομάλυναν επιφανειακά την κατάσταση, ουσιαστικά αποτελούσαν τροχοπέδη στην πρόοδο και την ανάπτυξη τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομίας, καθώς πολιτικά πρόσωπα της εποχής δεν δίστασαν να στραφούν προς τον άκρατο λαϊκισμό, εκμεταλλευόμενοι αυτήν την κατάσταση, προς όφελος της επανεκλογής τους και όχι προσβλέποντας στην αποκατάσταση του συστήματος. Στην ταραχώδη όμως εκείνη εποχή, που βασική επιδίωξη ήταν η αποκατάσταση της πολιτικής ισορροπίας, θα μπορούσε κανείς να δικαιολογήσει μια τέτοια πολιτική στάση. Το πρόβλημα είναι πως στην Ελλάδα του σήμερα, εμφανίζονται κατάλοιπα από εκείνη την εποχή, τόσο αναφορικά με την ανασφάλεια και το δισταγμό απέναντι στο σύστημα όσο και με τις πολιτικές αυτές πρακτικές, τα οποία κανονικά δεν έχουν αντίκρυσμα σε μια σύγχρονη, λειτουργική Δημοκρατία. 

Πηγή εικόνας: redtopia.gr

Αφενός η ακραία αντιπαλότητα μεταξύ των ελληνικών κομμάτων, η οποία πηγάζει από την (ομολογουμένα παρωχημένη πλέον) αντίθεση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, είναι σήμερα εξίσου εμφανής όσο και κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και επηρεάζει αρνητικά τις προσπάθειες για μεταρρύθμιση και βελτίωση των θεσμών, με αποτέλεσμα, νέοι θεσμοί να επιζούν με δυσκολία και να αμφισβητούνται συνεχώς, από την εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση. Αφετέρου, η πελατειακή νοοτροπία, η οποία άνθισε κατά τη δεύτερη δεκαετία της, δε φαίνεται να έχει εξασθενίσει, αντιθέτως, κάθε νέα κυβέρνηση φαίνεται να εμμένει στις πρακτικές αυτές της εξυπηρέτησης και του διορισμού, ενώ αισθητή είναι ακόμα η παρουσία συντεχνιακών πρακτικών, όπως το παράδειγμα κοινωνικών ομάδων και οργανώσεων είχαν εξασφαλίσει ασκώντας πολιτική πίεση προνομίων προς όφελός τους. Εννοείται πως ο διαδεδομένος λαϊκισμός που επιβάλλει έναν ανειλικρινή λόγο είναι ένα μόνιμο εμπόδιο που καθιστά αδύνατους σχεδιασμούς και ματαιώνει την αναγκαία συνέχιση μιας προσπάθειας, ώστε να αποδώσει. 

Το κυριότερο όμως πρόβλημα είναι ότι ο ελληνικός λαός δεν έχει καταφέρει ακόμα να αποτάξει τη διχόνοια που τον ταλαιπωρεί από τον εμφύλιο και που ούτε η Μεταπολίτευση κατάφερε να εξαφανίσει. Οι Έλληνες εξακολουθούν να επιρρίπτουν ευθύνες ο ένας στον άλλον, αρνούμενοι εκατέρωθεν να αναγνωρίσουν τα κακώς κείμενα του καθένα, γεγονός που καθηλώνει την ελληνική πολιτική και κατ’ επέκταση την κοινωνία σε έναν φαύλο κύκλο αλληλοεξόντωσης. Καθήκον λοιπόν της νέας γενιάς πολιτικών και πολιτών πρέπει να είναι να λησμονήσουν τα μίση του παρελθόντος και να συνεργαστούν με σκοπό τη δημιουργία μια σύγχρονης, οικονομικά σταθερής Δημοκρατίας, απαλλαγμένης από αδιέξοδες αντιπαλότητες.


Μαριλίνα Γερασίμου

Γεννημένη το 2001 στην Αθήνα, είναι φοιτήτρια της Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μεγαλύτερο πάθος της είναι οι αντιλογίες και ένα πράγμα που δε θα μπορούσε να λείπει από τη ζωή της είναι τα ταξίδια. Μετράει συμμετοχές σε μοντέλα προσομοιώσεων και διεθνή συνέδρια, ενώ στο κέντρο των ενδιαφερόντων της βρίσκονται η μουσική, η τέχνη και τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα.