Του Γιώργου Κοσματόπουλου,

Η ελληνική κυβέρνηση συγκροτεί ειδική ομάδα κορυφαίων Ελλήνων Πανεπιστημιακών απ΄ όλο τον κόσμο, υπό τον Νομπελίστα οικονομολόγο Χριστόφορο Πισσαρίδη προκειμένου να προτείνει ένα σχέδιο για τη βέλτιστη αξιοποίηση των κονδυλίων που αντιστοιχούν στην χώρα μας από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε. Όπως γράφεται χαρακτηριστικά, η εν λόγω επιτροπή θα λειτουργήσει σύμφωνα με το πρότυπο της «επιτροπής Τσιόδρα», η οποία αντιμετώπισε επιτυχώς την πανδημία του κορωνοϊού. Υφίσταται δηλαδή η πολιτική βούληση ώστε και σε αυτό το ζήτημα να υπάρξει στενή συνεργασία πολιτική ηγεσίας και επιστημονικής κοινότητας.

Μένει να φανεί κατά πόσο αυτό το μοντέλο αξιοποίησης των συγκεκριμένων κοινοτικών κονδυλίων θα είναι επιτυχημένο. Γενικότερα πάντως, η συζήτηση γύρω από την ανάγκη αυστηρής συμμόρφωσης της Πολιτικής στα κελεύσματα της Επιστήμης, έχει ανοίξει δυναμικά. Δυστυχώς κι εδώ, κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο οι μανιχαϊστικές προσεγγίσεις και τα απλουστευτικά συμπεράσματα. Έχουμε από τη μία, αυτούς που ονειρεύονται ένα νέο Διαφωτισμό. Προβάλλουν – επί παραδείγματι – την υποταγή της θρησκευτικής λατρείας υπό των επιταγών της Επιστήμης, τις οποίες μετουσίωσαν οι κυβερνήσεις σε πολιτικές αποφάσεις. Από την άλλη, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν βλέπουν με καλό μάτι την αυξημένη κυριαρχία των επιστημόνων στη δημόσια ζωή. Οι ενστάσεις τους, εκκινώντας σε ορισμένες περιπτώσεις από διαφορετική αφετηρία, αφορούν τόσο τη γενικότερη σχέση Επιστήμης – Πολιτικής όσο κι αυτά καθ’ αυτά τα πρόσωπα που, κατά περίπτωση, εκπροσωπούν την πρώτη.

Για παράδειγμα, το «δεν θέλουμε Τσίοδρες να κυβερνούν την κοινωνία», του Νίκου Φίλη αποτελεί άποψη όχι μόνο Αριστερών αλλά και Δεξιών. Αφορά τόσο την αυξημένη παρεμβατικότητα επιστημόνων στη χάραξη ή ακόμα και στην άσκηση πολιτικής (βλ. τεχνοκρατικές κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης, στην Ελλάδα κ.α.) όσο κι αυτό καθ’ αυτό το πρόσωπο του Σωτήρη Τσιόδρα, έστω κι αν ο Φίλης δήλωσε ότι τον εκτιμά ως επιστήμονα. Ο Τσίοδρας έχει μπει στο στόχαστρο τόσο εκείνων που θεωρούν τουλάχιστον υπερβολικά τα μέτρα που ελήφθησαν κατόπιν εισηγήσεως του, όσο κι εκείνων που αποστρέφονται το προφίλ του ως δημόσιο πρόσωπο που τυγχάνει υψηλοτάτης δημοτικότητας. Η εκ δεξιών κριτική αφορά την αναγκαιότητα (ή μη) του lockdown ή και το κλείσιμο των εκκλησιών. Η εξ αριστερών, αφορά το γεγονός ότι εισάγει στη δημόσια ζωή του τόπου το πρότυπο του επιτυχημένου επιστήμονα με τις λαμπρές σπουδές, ο οποίος ταυτόχρονα είναι βαθιά θρησκευόμενος, ιεροψάλτης μάλιστα, ενώ έχει και μια πολύτεκνη οικογένεια. Οι πρώτοι ανησυχούν μήπως η επίκληση της επιστημονικής αυθεντίας καταλήξει στον περιορισμό συγκεκριμένων ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, με κατάληξη σε βασικούς πυλώνες της εθνικής μας ταυτότητας. Οι δεύτεροι, επίσης θέτουν ζητήματα απειλής άλλων δικαιωμάτων και ανησυχούν ότι αρχίζει να ηττάται η πολιτική και κομματική ταυτότητα, «απομαγεύεται» η ιδεολογία και κερδίζουν πρότυπα τα οποία απεχθάνονται όπως η παραδοσιακή οικογένεια, οι σπουδές άνευ «επαναστατικής γυμναστικής» κ.λπ. Κάποιες φορές ο Τσίοδρας βρέθηκε να βάλλεται από αντίθετες πλευρές για το ίδιο ζήτημα: κατηγορήθηκε π.χ. και ως εχθρός της Ορθοδοξίας αλλά και ως θρησκόληπτος!

Το δυστύχημα βέβαια για τον ίδιο και γενικότερα για τη συζήτηση περί της σχέσης Πολιτικής και Επιστήμης, είναι ορισμένοι – προβεβλημένοι και μη – υπερασπιστές του. Πέρα από τη μεγάλη μάζα του λαού που εκτίμησε την οικειότητα του, τη νηφαλιότητα και το αίσθημα εμπιστοσύνης που της ενέπνευσε, ανέλαβαν ρόλο αυτόκλητου προστάτη διάφορα golden boys μαζί με γραφικές περσόνες των social media. Υπό το πρίσμα του βαλκάνιου φιλελευθερισμού τους, εκφράζονται με τρόπο που προκαλεί αποστροφή σε οποιονδήποτε σοβαρό άνθρωπο, επιστήμονα ή μη. Χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο νομίζουν ότι επικοινωνούν με την Ιστορία δια του πληκτρολογίου τους καθώς και ο σκαιός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν την αντίθετη άποψη, όταν δηλαδή οι περισσότεροι δεν πείθονται από τον ψευτο-ελιτισμό τους και δεν κλίνουν ευλαβικά το γόνυ μόλις υψώνουν το δάχτυλο.

Κι εδώ φυσικά το κλειδί είναι η διατήρηση του μέτρου, μακριά από φανατισμούς και  άτοπες «βεβαιότητες». Ούτε η Επιστήμη μπορεί να υποκαταστήσει την Πολιτική, ούτε η Πολιτική μπορεί να περιφρονήσει την Επιστήμη. Η Πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος του κοινωνικού συνόλου αν δεν λάβει υπόψη της επιστημονικά δεδομένα… Η Επιστήμη δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την κοινωνική συνοχή και πρόοδο, αυτόνομα. Η Πολιτική δεν κάνει θαύματα, η Επιστήμη δεν είναι πανάκεια. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι και η Επιστήμη έχει, πολλές φορές, ιδεολογικό υπόβαθρο και πολιτικό πρόσημο. Όλοι οι εκπρόσωποι του πολιτικού φάσματος έχουν ως τελευταίο τους καταφύγιο την επίκληση μιας επιστημονικής άποψης (πολλές φορές καταφανώς αναξιόπιστης). Της δικής τους – εφόσον έχουν και την επιστημονική ιδιότητα – ή άλλων. Βλέπουμε την Επιστήμη να γίνεται ασπίδα για την Πολιτική και να προσδίδει «νομιμοποίηση» σε αντιδημοφιλείς πολιτικές αποφάσεις. Επιστημονικές θεωρίες ή θεωρίες που παρουσιάστηκαν προπαγανδιστικά ως τέτοιες, έχουν χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη μίας πολιτικής θέσης έναντι άλλης, για την προώθηση κοινωνικών αιτημάτων ακόμα και για την εξόντωση μιας συγκεκριμένης μερίδας πολιτών ή την καθυπόταξη ενός κράτους. Παράλληλα, ακόμα και – κατά τ’ άλλα καθολικώς αναγνωρισμένοι για το έργο τους επιστήμονες – έχουν εκφράσει απόψεις, οι οποίες αν εφαρμόζονταν πιθανότατα τα αποτελέσματα θα ήταν ολέθρια για την κοινωνική συνοχή, με βάση τα ισχύοντα πολιτισμικά πρότυπα. Ούτε φυσικά αποτελεί επουσιώδη παράγοντα η πολιτική απόφαση παροχής των μέσων στην Επιστήμη ώστε να επιτελέσει το έργο της και οι σχέσεις εξάρτησης μεταξύ Επιστήμης – δημοσίου – ιδιωτικού τομέα.

Τα όρια επομένως μεταξύ Πολιτικής κι Επιστήμης είναι ρευστά και πολλές φορές δυσδιάκριτα. Σε κάθε περίπτωση, η αφέλεια, η ιδεοληψία, ο εγωισμός αυτών που επιχειρούν να τα καθορίσουν αυστηρά, δεν έχουν να προσφέρουν κάτι. Ίσως τελικά η τελευταία δικλείδα ασφαλείας για να εξασφαλιστεί η λειτουργική τους σχέση να βρίσκεται στη συνείδηση αυτών που τις υπηρετούν…


Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.