Της Αλεξάνδρας Αναστασοπούλου,

«Εκπλήρωσα τους στόχους μου, ναι. Αλλά χωρίς να ικανοποιηθώ Φρήντριχ. Στην αρχή, η λάμψη μιας νέας επιτυχίας διαρκούσε μήνες. Προοδευτικά, όμως, έγινε πιο εφήμερη -κρατούσε μόνο λίγες εβδομάδες, μετά μέρες ακόμα και ώρες-, ώσπου τώρα πια, η αίσθηση εξατμίζεται τόσο γρήγορα που δεν διαπερνά καν το δέρμα μου. Τώρα, πιστεύω πως οι στόχοι μου ήταν απατηλοί -δεν ήταν ποτέ το αληθινό πεπρωμένο με τις απεριόριστες δυνατότητες. Συχνά νιώθω αποπροσανατολισμένος: οι παλιοί στόχοι δεν ισχύουν πια κι έχω χάσει το χάρισμα να επινοώ άλλους. Όταν σκέφτομαι τη ροή της ζωής μου, νιώθω προδομένος και εξαπατημένος, σαν να παίχτηκε ένα ουράνιο παιχνίδι εις βάρος μου, σαν να ξόδεψα τη ζωή μου χορεύοντας σε λάθος σκοπό».

Αυτά είναι τα λόγια του Μπρόιερ σε απάντηση του Νίτσε για το εάν είναι ευτυχισμένος, αφού εκπλήρωσε όλα όσα υποσχέθηκε στη ζωή του και είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», του ψυχιάτρου Irvin Yalom. Αυτοί οι προβληματισμοί, σίγουρα έχουν περάσει από το νου όλων και είναι πιο επίκαιροι από ποτέ, στην κοινωνία που συνεχώς αλλάζει και απαιτεί όλο και περισσότερα από τους πολίτες της. Το αίσθημα του ανικανοποίητου γίνεται εντονότερο σε όλους· στους φοιτητές που προσπαθούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, στους νέους ενήλικες που αναζητούν μια δουλειά ανάλογη με τα προσόντα και τις προσδοκίες τους, στους ακόμα μεγαλύτερους ενήλικες που πασχίζουν να ισορροπήσουν μεταξύ οικογένειας και επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Γιατί όμως, εξαρχής θέτουμε στόχους και τι εξυπηρετεί αυτό άραγε στην ψυχολογία μας; Καθώς ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που έχει την ικανότητα της φαντασίας, θέτει πολλές φορές στόχους για να ξεφύγει από την πραγματικότητα του παρόντος και να δώσει ένα άλλο χρώμα στο μέλλον του. Δηλαδή, αυτή η επιθυμία που θα προσπαθήσει να πραγματοποιήσει, εκπληρώνοντας έτσι τον στόχο, πηγάζει από μία ανεπαρκή αίσθηση της πληρότητας, από την εγγενή φιλοδοξία του ανθρώπου και ίσως από άλλα ψυχολογικά αίτια που σχετίζονται με χαμηλή αυτοεκτίμηση και υποδηλώνουν την έντονη ανάγκη να ξεφύγει από μία κατάσταση. Από την άλλη μεριά, όμως, θα μπορούσε να πει κανείς πως το να θέτουμε στόχους και να προσανατολίζουμε τις δυνάμεις μας προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, είναι ένας υγιής τρόπος αντιμετώπισης των καθημερινών δυσκολιών και ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία αναπτύσσουμε τις ικανότητές μας και την προσωπικότητά μας. Εκτός από αυτά, διατηρείται με αυτόν τον τρόπο μία αστείρευτη διάθεση για ζωή, η οποία βρίθει από επιτυχίες και αποτυχίες, με απώτερο σκοπό την αναζήτηση της ευτυχίας.Αφού διερευνήσουμε και τις δύο όψεις του νομίσματος, προκύπτει το ερώτημα για το εάν τελικά είναι ωφέλιμο ή όχι να βασίζουμε τη ζωή μας σε μία σκάλα επιτυχίας, όπου το κάθε βήμα θα οδηγεί όλο και πιο κοντά στο στόχο. Αυτό εξαρτάται, από το από ποια οπτική βλέπει κανείς την ευτυχία και πώς την ορίζει, καθώς η εκπλήρωση των στόχων του καθένα, συνειδητά ή ασυνείδητα, σκοπεύει σε μία πιο ευτυχισμένη ζωή. Ο γερμανός φιλόσοφος Σοπενχάουερ στο βιβλίο «Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος» αναφέρει στον πρώτο κανόνα: «..έτσι έρχεται η εμπειρία για να μας διδάξει πως η ευτυχία και η ευδαιμονία είναι μακρινές χίμαιρες, κάτι που μας υποδεικνύει μία αυταπάτη» και «πρέπει να φροντίσουμε να μην την καταστρέψουμε (τη ζωή) επιδιώκοντας εσαεί ανύπαρκτες χαρές και αγωνιώντας για ένα μέλλον που πάντα θα είναι αβέβαιο […].Επιπλέον, γιατί να είναι ανόητο να φροντίζουμε πάντα να απολαμβάνουμε όσο το δυνατό περισσότερο το παρόν, που είναι και το μόνο βέβαιο, δεδομένου ότι η ίδια η ζωή στο σύνολό της δεν είναι παρά ένα μεγάλο παρόν, και συνεπώς εντελώς φευγαλέα;». Αυτή η εκ πρώτης όψεως πεσσιμιστική άποψη για την ευτυχία, είναι στην ουσία ρεαλιστική και αντιθέτως αισιόδοξη, καθώς υπογραμμίζει τη σημασία του να ζεις την κάθε στιγμή. Μπορεί αυτή η έκφραση να ακούγεται τετριμμένη, ωστόσο συνοψίζει τον αντίποδα της επικρατούσας άποψης που υποδεικνύει να θέτουμε μακροπρόθεσμους και δυσπρόσιτους στόχους, οι οποίοι απαιτούν εξαντλητική αφοσίωση και προσπάθεια.

Για να καταλάβουμε το φαύλο κύκλο αυτής της νοοτροπίας , αρκεί να σκεφτούμε το αίσθημα του ανικανοποίητου που μας διακυβεύει όταν έχουμε επιτέλους εκπληρώσει κάποιο μεγάλο στόχο στη ζωή μας. Έχουμε επιδοθεί τόσο πολύ στην επίτευξη του στόχου αυτού καθεαυτού, που ολόκληρη η διαδρομή, η διαδικασία, το ταξίδι έχει περάσει χωρίς να του δώσουμε σημασία, μπροστά από τα μάτια μας. Και γιατί αυτό που κάποτε επιθυμούσαμε τόσο πολύ, τώρα μας περνάει απαρατήρητο; Ίσως επειδή στην πορεία έχουμε αλλάξει. Μέχρι την επίτευξη ενός μακροπρόθεσμου στόχου, αναδύονται δυσκολίες και διλήμματα, τα οποία μας επηρεάζουν και μας καθορίζουν. Επίσης, στην πορεία μπορεί να έχουν αλλάξει και τα κίνητρά μας, τα οποία αρχικά μπορεί να μην καθορίζονταν από εμάς. Είτε από το κοντινό συγγενικό ή φιλικό περιβάλλον, είτε ακόμα από στερεότυπες απόψεις και βαθιά εντυπωμένα μοτίβα της κοινωνίας μας, αυτό που νομίζαμε ότι θέλαμε, εν τέλει δεν το θέλαμε εμείς οι ίδιοι.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν μας ωφελεί να κοιτάμε προς το μέλλον και να είμαστε φιλόδοξοι, αρκεί να μην αναλωνόμαστε στο λεγόμενο «κυνήγι της ευτυχίας» μέσα από συγκεκριμένα βήματα και κριτήρια. Όταν ένας στόχος επιτρέπει την πολύπλευρη ανάπτυξη εαυτού και δεν απαιτεί την αποκλειστική προσοχή μας, είναι δυνατό να οδηγήσει σε πραγματική ευτυχία όταν επιτευχθεί. Αυτό προϋποθέτει την αναγνώριση της προόδου σε κάθε βήμα και όχι μόνο στο τελικό. Κλείνοντας με μία φράση του σημαντικότατου γερμανού φιλοσόφου Νίτσε: «Γίνε αυτός που είσαι», ο καθένας καλείται να ανακαλύψει τις δικές του απεριόριστες δυνατότητές καθώς ενσυνείδητα ζει στο παρόν, ρίχνοντας μια ματιά που και που στο μέλλον.


Αλεξάνδρα Αναστασοπούλου

Κατάγεται από τους Γαργαλιάνους, Μεσσηνίας και σπουδάζει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Ασχολείται με την αρθρογραφία σε ερασιτεχνικό επίπεδο και προσπαθεί έτσι να εκφράσει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της. Εκτός από αυτό, της αρέσει ιδιαίτερα το θέατρο και η φιλοσοφία, καθώς και η ενασχόληση με τη φύση και τις ξένες γλώσσες.