7.6 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΙστορίαΣερβία - Ελλάδα και Βυζαντινός πολιτισμός

Σερβία – Ελλάδα και Βυζαντινός πολιτισμός


Της Στεφανίας Αρβανιτάκη,

Τα τελευταία χρόνια άρχισε να επιχειρείται μια προσπάθεια ανάδειξης της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και μνημείων. Για αιώνες, όμως, η Δύση ήταν κοινωνός μιας απαξιωτικής στάσης απέναντι σε καθετί που σχετιζόταν με τον βυζαντινό πολιτισμό και το αποδοκίμαζε σαν ένα μεσαιωνικό κατάλοιπο το οποίο δε μπόρεσε ουδέποτε να φτάσει, πόσο μάλλον να ξεπεράσει, την αίγλη του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού, οι οποίοι ορθώνονταν ως το υπέρτατο δείγμα πολιτισμού (όπως αναφέρει ο Άγγλος βυζαντινολόγος Stevenson Runciman).

Στήβεν Ράνσιμαν

Πάραυτα, μέρος της βυζαντινής κληρονομιάς που έχει διαφυλαχτεί προσφέρει γνώσεις γύρω από τη βυζαντινή παράδοση η οποία γνώρισε μια εξωστρέφεια, καθώς οικοδομήθηκαν γέφυρες με άλλους λαούς στους οποίους ταξίδεψε και αναπτύχθηκε ο βυζαντινός πολιτισμός και τέχνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Βαλκάνια. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στη Σερβία η οποία αποτελείται από μια πλειάδα δημιουργημάτων που εξαιτίας της μνημειακής τους ζωγραφικής, της τεχνοτροπίας αλλά και των εικονογραφικών προγραμμάτων, αποκαλύπτεται η επίδραση από τον πολιτισμό της αυτοκρατορίας που επέζησε πάνω από χίλια χρόνια.

Από τις εξέχουσες ιστορικές μονές στη Σερβία είναι αυτή της Studenica, η οποία κατέχει τη θέση ενός πολύ ιερού μνημείου για τον σερβικό λαό. Ιδρυτής της είναι ο Στέφανος Νεμάνια (1113-1199) και ο τοιχογραφικός διάκοσμος (τις εργασίες του οποίου ανέλαβε ο Έλληνας ζωγράφος Νικόλαος) φέρει έντονη βυζαντινή επιρροή. Η μονή αυτή στη συνέχεια λειτούργησε υποδειγματικά για την κατασκευή μεταγενέστερων μοναστηριών στα οποία επίσης συναντάμε τη διαχρονική βυζαντινή έμπνευση. Ενδεικτικά αναφέρω αυτό της Mileševa, οι εικονογραφίες της οποίας έχουν αρκετά βυζαντινά στοιχεία και τη μονή Sopoćani όπου «οι τοιχογραφίες της αποτελούν το αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης στα Βαλκάνια και άσκησαν μεγάλη επίδραση στην εξέλιξη της ζωγραφικής στη Σερβία».

Κατάλοιπα του παρελθόντος είναι διαχρονικά, ενώ παράλληλα η νεότερη σερβική αρχιτεκτονική αντλεί στοιχεία από τη βυζαντινή, η οποία της προσφέρει έμπνευση και έναν βαθύ σεβασμό που εκδηλώνεται σε προσόψεις οικοδομημάτων ή σε εσωτερικούς χώρους ναών, μνημείων, μουσείων, εκπαιδευτικών κτιρίων κλπ. Γίνεται λόγος για ανάπτυξη του βυζαντινισμού ο οποίος λειτούργησε σχεδόν αδιάκοπα σαν ένα αρχιτεκτονικό πρότυπο και οδήγησε στη γέννηση του λεγόμενου σερβο-βυζαντινού στυλ που εξακολουθεί βέβαια να υφίσταται μέχρι σήμερα. Η περίοδος κατά την οποία σημειώθηκε μεγαλύτερη άνοδος της σερβο-βυζαντινής αρχιτεκτονικής ήταν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά και τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καθώς έλαβε χώρα και ένα ακόμη γεγονός, η άνοδος της βυζαντινολογίας στη Σερβία.

Είναι γνωστό πως ο Ιουστινιανός κατά τη διάρκεια της πολιτικής του μερίμνησε για την κατασκευή πολλών λαμπρών κτιρίων. Αυτά, λοιπόν, στάθηκαν σταθμός για τους Σέρβους οικοδόμους, καθώς προσπάθησαν να συγκεράσουν το στυλ των κτιρίων της χρυσής εποχής του Ιουστινιανού με εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδίωξαν είναι η διατήρηση της παράδοσης δίνοντας της μια νέα ώθηση και προσαρμόζοντάς την στις υπάρχουσες συνθήκες.

Η ένδειξη αναγνώρισης της αισθητικής εκείνης της εποχής σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον που άρχισε να εκδηλώνεται για τον βυζαντινό κόσμο, αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο για την απαρχή της θεωρίας ότι λαμβάνει χώρα μια αναβίωση της βυζαντινής παράδοσης και αρχιτεκτονικής. Το εγχείρημα αυτό υποστηρίχθηκε από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και τους ακόλουθούς της. Στον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το βυζαντινό κράτος αλλά και σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική του πορεία, έδειξε την αφοσίωσή του το πατριαρχείο της Σερβίας αλλά και οι αρχιτέκτονες της νεότερης εποχής όταν κλήθηκαν να κατασκευάσουν σερβικές εκκλησίες. Σε αυτές εντοπίζονται βυζαντινά στοιχεία τα οποία άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στους εκκλησιαστικούς χώρους.

Η μακραίωνη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας οδήγησε στην Ελληνοσερβική φιλία. Αυτή χαρακτηρίζεται από κοινή θρησκεία, σύναψη συμμαχιών, βοήθεια σε οικονομικό επίπεδο, πολιτικές σχέσεις και πολιτισμικούς δεσμούς. Ο ελληνικός και ο σερβικός λαός είναι απόγονοι μεγάλου μέρους της βυζαντινής κληρονομιάς. Συνεπώς, αρκετές φορές έχουν υπάρξει συνεργασίες μεταξύ μουσείων της Ελλάδας, όπως είναι το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας, με μουσεία και ιδρύματα της Σερβίας, όπως για παράδειγμα το Μουσείο Ιστορίας της Σερβίας και το Εθνικό Μουσείο Βελιγραδίου. Πραγματοποιήθηκαν εκθέσεις για τη μεσαιωνική τέχνη της Σερβίας και τον Άγιο Σάββα, σε μια προσπάθεια να τονιστεί και να εμπεδωθεί πως οι δύο χώρες μοιράστηκαν ένα κοινό πολιτισμικό μεσαιωνικό παρελθόν και πως η ακτινοβολία του βυζαντινού πολιτισμού συνέβαλε στην παραγωγή σημαντικών έργων και αρχιτεκτονικών θησαυρών.

Όσο υπάρχουν λαοί που τιμούν την ιστορία τους και την αντιμετωπίζουν σαν ενωτικό κρίκο και όχι ως διαχωριστικό, υπάρχει και υπόσχεση για τη διαγραφή ενός αξιόπιστου μέλλοντος. Άλλωστε, για να γίνεται συζήτηση για τον βυζαντινό πολιτισμό, ίσως αυτό είναι μια απόδειξη του ότι πλέον δεν είναι παγιωμένες οι απόψεις που τον θέλουν «κατώτερο»… Τώρα μιλάμε για κάτι σπουδαίο! Για κάτι σπουδαίο που, άραγε, πόσους αιώνες μετράει;


Βιβλιογραφία

  • Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Η βυζαντινή μνημειακή ζωγραφική στα Βαλκάνια: Ιστορική συγκυρία και πολιτική ιδεολογία, τέλη 12ου-16ος αι., Έῶα καὶ Έσπέρια, 6|2006, σσ.149-155.
  • Aleksandar Kadijević, Byzantine architecture as inspiration for Serbian new age architects, Belgrade 2016, σσ.7-14, 51-56, 68-72.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στεφανία Αρβανιτάκη
Γεννημένη το 1997 στη Θεσσαλονίκη. Προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με κατεύθυνση Ιστορίας. Έχει επιλέξει να ασχοληθεί με Βυζαντινές σπουδές και ξενάγηση. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε με το Θέατρο και συμμετείχε σε διαγωνισμούς εκφραστικής ανάγνωσης στους οποίους και διακρίθηκε. Στόχος της να χρησιμοποιήσει το Θέατρο ως μέσο διδασκαλίας της Ιστορίας.