Της Αναστασίας Ερνεάνου,

Ως γνωστόν, συχνότατα ανακύπτουν διαφορές των ιδιωτών στις μεταξύ τους σχέσεις. Καθημερινά ακούμε για διαφωνίες γειτόνων, ενοίκων μιας πολυκατοικίας, συζύγων, που αποφασίζουν να λύσουν τον γάμο τους παίρνοντας διαζύγιο. Όλες αυτές οι διαφορές ιδιωτικού, όπως λέγονται, δικαίου εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία και αναλαμβάνουν την επίλυσή τους, προκειμένου να επανέλθει η ομαλότητα και η συνοχή στις ιδιωτικές και κατ’ επέκταση, κοινωνικές σχέσεις.

Ποιος όμως, μπορεί να παραστεί στο δικαστήριο ως διάδικος; Η απάντηση δεν είναι πάντα απλή, γι’ αυτό και έχουν προβλεφθεί λύσεις για τις διάφορες ανακύπτουσες περιπτώσεις που έχουν παρατηρηθεί κατά καιρούς.  Πρώτα απ’ όλα, σημαντικό είναι να οριστεί η έννοια του διαδίκου, δηλαδή του προσώπου που δικαιούται ή υποχρεούται να παρίσταται στο δικαστήριο. Η έννοια αυτή προσδιορίζεται πλέον με καθαρά τυπικό τρόπο, επισημαίνοντας ότι διάδικος είναι εκείνος που διατείνεται ότι είναι ο φορέας της (ουσιαστικής) αξιώσεως όπως και εκείνος εναντίον του οποίου κατευθύνεται η αξίωση αυτή. Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Παραμένει αδιάφορο για τη δικονομική τους θέση αν ο ενάγων, δηλαδή ο δικαιούχος, είναι πράγματι ο φορέας της αξιώσεως αυτής και ο εναγόμενος ο αληθής υπόχρεος. Αυτό βέβαια, δε σημαίνει ότι αποκόπτεται πλήρως από την ουσιαστική έννοια, καθώς θα πρέπει να ισχυρίζεται πως είτε το δικαίωμα αυτό του ανήκει είτε διαθέτει εξουσία διαθέσεως της ξένης αξιώσεως και διεξαγωγής της δίκης στο όνομά του. Φυσικά, η δίκη θα πρέπει να διεξάγεται από δύο πρόσωπα με αντιτιθέμενα συμφέροντα.

Το δίκαιο ορίζει τις προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορεί κάποιος να παραστεί στο δικαστήριο. Αυτές είναι: η ικανότητα διαδίκου, η ικανότητα προς δικαστική παράσταση, η νομιμοποίηση, το έννομο συμφέρον, ενώ υποχρεωτική καθίσταται και η παράσταση μετά δικηγόρου με κάποιες εξαιρέσεις, όπως οι μικροδιαφορές που υπάγονται στο Ειρηνοδικείο.

Η έννοια της νομιμοποίησης είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεξαγωγή της δίκης. Όπως προαναφέρθηκε, η έννοια του διαδίκου προσδιορίζεται με τυπικά κριτήρια. Αυτό κανονικά θα συνεπαγόταν πως κάθε τρίτος, αμέτοχος της ουσιαστικής σχέσεως, θα μπορούσε να κινήσει δίκη για την προάσπιση συμφερόντων που του είναι άσχετα. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η νομιμοποίηση ορίζεται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση. Συγκεκριμένα, για τη θεμελίωσή της αρκεί ο ισχυρισμός πως ο ενάγων είναι ο φορέας του επίδικου δικαιώματος και εναγόμενος ο υπόχρεος.

Επιπλέον, η νομιμοποίηση διακρίνεται σε κατά κανόνα και κατ’ εξαίρεση. Κατά την πρώτη, που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αποτελεί την ομαλή μορφή, ως διάδικος νομιμοποιείται ενεργητικά εκείνος που εμφανίζεται και στο ουσιαστικό δίκαιο ως δικαιούχος και παθητικά εκείνος που εμφανίζεται ως υπόχρεος, αντίστοιχα. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τους νομιμοποιούμενους διαδίκους που δεν είναι τα υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος. Τα πρόσωπα αυτά δεν ισχυρίζονται ότι είναι οι ίδιοι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσεως, αλλά τους απονέμεται από το δίκαιο η απαιτούμενη νομιμοποίηση. Παραδείγματα αποτελούν μεταξύ άλλων, ο διάδικος που διέθεσε το επίδικο αντικείμενο κατά τη διάρκεια της δίκης (225 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφεξής ΚΠολΔ), ο πλαγιαστικός ενάγων (72 ΚΠολΔ), η μητέρα όταν επιδιώκει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου (1479.1 Αστικού Κώδικα), ο Εισαγγελέας στη δίκη ακυρώσεως του γάμου (1378.1 Αστικού Κώδικα).

Η νομιμοποίηση των κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενων, άλλοτε είναι αποκλειστική και άλλοτε συντρέχουσα, συμπορεύεται δηλαδή με την αντίστοιχη των φορέων του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, όσον αφορά την επέκταση του δεδικασμένου στους αληθείς φορείς, το οποίο συμβαίνει μόνο στην αποκλειστική νομιμοποίηση.

Τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής. Επί της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, συνήθως τίθεται ζήτημα βασιμότητας κι όχι αποδείξεως της ύπαρξής της. Αυτή η απόδειξη απαιτείται συνήθως, όταν έχει επέλθει μεταβολή στα υποκείμενα της έννομης σχέσεως και επί της κατ’ εξαίρεση νομιμοποιήσεως. Η ύπαρξή της εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης. Αν η νομιμοποίηση έλειπε και συντρέχει κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο, το ελάττωμα θεραπεύεται. Αντίθετα, αν συνέτρεχε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής κι απωλέσθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, αυτή κατά κανόνα απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εκτός αν επήλθε το χρόνο αυτό ex lege μετατόπιση της νομιμοποιήσεως, οπότε κηρύσσεται ως απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, ούτως ώστε να συνεχισθεί η δίκη από τον πλέον νομιμοποιούμενο. Τέλος, σημαντικότατο είναι πως απαγορεύεται η παρέμβαση της ιδιωτικής βουλήσεως στον καθορισμό της νομιμοποίησης, δηλαδή η συμφωνία μεταξύ των μερών, καθώς αυτή διευρύνει τα υποκειμενικά όρια και το δεδικασμένο κατά ανεπίτρεπτο τρόπο και προκαλεί ανασφάλεια στη διεξαγωγή της δίκης.


Πηγές

Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.