Της Άννας Σπυροπούλου,

Όταν ήμασταν μικρά παιδιά, αδημονούσαμε να περνά ο χρόνος και να προστίθεται κάθε φορά και μεγαλύτερο νούμερο κεράκι στην τούρτα γενεθλίων. Μα, τι χαρά ήταν εκείνη! Πόση αγωνία να «φύγει» η παιδική ηλικία και έπειτα η εφηβική, και αισίως να λάβει τέλος η πορεία μας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κάπως έτσι, φτάνουμε στην πολυπόθητη ενηλικίωση! Κάποιοι από εμάς επιλέγουν τις σπουδές, άλλοι τη δουλειά και κάποιοι άλλοι τα συνδυάζουν, είτε επειδή το θέλουν, είτε επειδή χρήζει ανάγκης η οικονομική τους ανεξαρτησία.

Όντας, πλέον, ενήλικας, αντιλαμβάνεσαι κάθε μέρα περισσότερο τι δηλώνει η λέξη αυτή, όπως και ποιες ευθύνες και υποχρεώσεις συνεπάγεται. Και έρχεται η στιγμή που η υπάρχουσα, ακόμη, αφέλεια των 20, 25, 28 χάνεται ή τουλάχιστον παραμερίζεται. Ετών 30, η ηλικία ορόσημο στις ζωές όλων… Ένα reset, μια επαναπροσέγγιση των πραγμάτων, μια αυτοκριτική για τα όσα ζήσαμε, όσα καταφέραμε και για τα όσα θέτουμε από εκεί και πέρα ως στόχους και επιδιώξεις. Αυτό, αναπόφευκτα, μας προκαλεί άγχος και ίσως φόβο, καθώς συνειδητοποιούμε ότι έχουν ανατραπεί τα δεδομένα της προηγούμενης ζωής μας και τώρα, περισσότερο από ποτέ, θα έρθουμε αντιμέτωποι με τα κοινωνικά στερεότυπα. Κατά τη γνώμη μου, η κριτική του κοινωνικού μας περίγυρου πολύ πιθανό να μας «τραυματίσει» ψυχολογικά. Να μας πονέσει, γιατί οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν μπορούν να αναλογιστούν τι προσδοκίες έχεις εσύ από τη ζωή και το μέλλον σου, πόσο σκληροί και ωμοί -άθελά τους ή μη- μπορεί να γίνουν, γιατί δεν μπαίνουν στη θέση του άλλου και πάντα είναι πιο εύκολο να κρίνεις απ΄ το να κρίνεσαι.

Παράλληλα, ακολουθεί προφανώς ο δικός μας αυτοέλεγχος, ο οποίος πολλές φορές είναι πιο αυστηρός και αποκαρδιωτικός. Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι αδυσώπητοι κριτές, οι ανυποχώρητοι μπροστά σε λάθη και ατασθαλίες· όπου, επηρεαζόμενοι από τρίτους παρατηρητές, χάνουμε ολωσδιόλου τη δική μας υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η άρνηση και η παραίτηση μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τις δικές μας νοητικές διεργασίες. Όσο κι αν μας ρίξει το ηθικό η άποψη των άλλων για εμάς, όλα ξεκινούν και τελειώνουν στη θέληση και δυναμικότητα που θα επιδείξουμε εμείς, αλλά και στην πίστη του εαυτού μας και την αφοσίωση στην εξέλιξή μας.

Εγώ, εσύ, ο καθένας αισθάνθηκε, αισθάνεται ή θα αισθανθεί φόβο για το «αύριο», μεγαλώνοντας σε μια κοινωνία γεμάτη μη, όχι, και πρέπει. Σίγουρα θα μας καταβάλουν οι επιταγές της κοινωνίας, θα μας εγκλωβίσουν -ψυχικά και σωματικά-αλλά θα πρέπει να αφυπνίσουμε την εσωτερική μας δύναμη και, συνακόλουθα, να ανακαλύψουμε, να γευτούμε και εν τέλει, να επιλέξουμε εμείς ποια στάση ζωής μας ταιριάζει. Όσο κι αν φεύγουν τα χρόνια, όταν βλέπεις καθαρά ότι η τάδε δουλειά με τα όποια -πολλά ή λίγα χρήματα, κι αυτό υποκειμενικό είναι με βάση το πώς θέλει να ζήσει κάποιος- ο/η σύντροφος ή η εργένικη ζωή, η απόφαση του να γίνεις γονιός ή όχι σε γεμίζει ικανοποίηση και χαρά, θα ακολουθήσεις αποκλειστικά εκείνο το μονοπάτι. Γιατί θα έχεις διαλέξει τη ζωή που επέλεξες εσύ και όχι κάποιος άλλος για σένα. Η ευτυχία, η αγάπη, η ευφορία θα αποτελούν λέξεις με δικά σου σημαινόμενα, εφόσον αυτές οι λέξεις αποκτούν συνέχεια διαφορετικό περιεχόμενο στη διαδρομή του κάθε ανθρώπου.

Από τα 30 στα 40, αργότερα στα 50 και ούτω καθεξής. Ένας άνθρωπος με σοφία, βαθιά γνώση, γοητεία, ωριμότητα. Όλα αυτά σου έχει προσφέρει ο χρόνος, τον οποίο πρέπει να εκλαμβάνεις ως σύμμαχο και όχι ως εχθρό, για να καταφέρεις να σταθείς απέναντί του και να πολεμήσεις τις όποιες «τρικλοποδιές» σου βάλει. Όσο μεγαλώνουμε, οφείλουμε να σεβόμαστε και να αγαπάμε τον εαυτό μας, να βλέπουμε τι έχουμε αποκομίσει και τι έχουμε διδαχθεί και να έχουμε βγάλει τα συμπεράσματά μας, ώστε να ατενίζουμε με αισιοδοξία και ευλάβεια τα όσα θα ακολουθήσουν στην πορεία. Οποιαδήποτε ηλικία, εμπειρία και εκδοχή της ζωής έχει τη δική της γλύκα, μια γλύκα αλλοτινή. Η νεότητα δίνει τη θέση της στο γήρας της μορφής και της ψυχής, παρ’ όλα αυτά, πρέπει να βρούμε το αντίδοτο στην ωρίμανση, τη φαινομενική «φθορά». Ο φόβος πρέπει να μετατραπεί σε εγρήγορση και διαρκή αναζήτηση, η νοσταλγία σε δίδαγμα και η μελαγχολία σε εξωστρέφεια και διάθεση για ζωή.


Άννα Σπυροπούλου

Γεννήθηκε στο Βόλο το 1997. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ειδικεύτηκε στον τομέα της Μεσαιωνικής και Νεότερης Φιλολογίας. Από νεαρή ηλικία είχε αντιληφθεί την αγάπη της για τη λογοτεχνία, διαβάζοντας και αναλύοντας πλήθος λογοτεχνικών κειμένων. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια φιλολογικού ενδιαφέροντος. Στοχεύοντας σε μεταπτυχιακό τίτλο της Ειδικής Αγωγής, έχει παρακολουθήσει σεμινάριο και έχει λάβει πιστοποίηση του συστήματος ανάγνωσης και γραφής Braille. Ενδιαφέροντα της μεταξύ άλλων αποτελούν το κλασικό μπαλέτο, το πιάνο και τα ταξίδια.