Της Σεβίνας Γιαννιού, 

Η μεταναστευτική κίνηση επηρεάζει σημαντικά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αφού διαταράσσει τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες, ανατρέπει τα οικονομικά και δημογραφικά δεδομένα και εισάγει νέο «χρώμα» στον πολιτιστικό «καμβά» των κοινωνιών αυτών. Οι αλλαγές όμως αυτές, δε θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με φόβο, δυσπιστία και δογματισμό, καθώς οι μετανάστες συγκροτούν ένα σημαντικό μέρος του ενεργού πληθυσμού, το οποίο – άπαξ και ενσωματωθεί – μπορεί να στηρίξει δυναμικά και πολύπλευρα την κοινωνία, να γίνει καταλύτης στα προβλήματα που τυχόν αντιμετωπίζει, ανάχωμα στην έγερση εθνικιστικών τάσεων και κινημάτων και να αναβαθμίσει έτσι τη θέση της στη διεθνή σκηνή.

Ο υγιέστερος και ασφαλέστερος όμως τρόπος ενσωμάτωσης και αξιοποίησης των μεταναστών από τη χώρα υποδοχής δεν είναι άλλος από τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής της πολιτικής σύμφωνα με τις ανάγκες όλων των διδασκομένων, γηγενών και μη.

Έχει διαπιστωθεί πως τα εκπαιδευτικά προγράμματα για τους μετανάστες που σχεδιάζουν τα διάφορα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τη μεταναστευτική πολιτική που ακολουθούν τα κράτη αυτά ως χώρες υποδοχής μεταναστών.

Η κατάστρωση ενός εκπαιδευτικού σχεδίου που θα λαμβάνει σοβαρά υπ’όψιν του τους εισερχόμενους μετανάστες έχει δισυπόστατη αξία, καθώς όχι μόνο συμβάλλει στην επαγγελματική και τεχνική κατάρτιση των μεταναστών, αλλά παράλληλα θέτει την εκπαίδευση ως μέσο άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και εξάλειψης του κοινωνικού αποκλεισμού.

Με ποιους τρόπους όμως μπορεί η παραμονή εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες να επηρεάσει την εκπαιδευτική πολιτική που αυτές ακολουθούν;

Κατ’ αρχάς, οι αλλοδαποί μαθητές, από τη στιγμή που θα πολιτογραφηθούν και αποκτήσουν την ιθαγένεια της χώρας υποδοχής, συμμετέχουν σε όλα τα αγαθά της δωρεάν δημόσιας παιδείας. Από το γεγονός αυτό απορρέει η ανάγκη υιοθέτησης νέας οικονομικής ρύθμισης του εκπαιδευτικού σχεδιασμού από πλευράς της Πολιτείας, επί τη βάσει της εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων και των οικογενειών αλλοδαπών μαθητών.

Παράλληλα, παρά το γεγονός της θεμελίωσης της αρχής της πολιτισμικής αυτονομίας των κρατών-μελών όσον αφορά στην εκπαίδευση βάσει της Συνθήκη του Μάαστριχτ (02.02.1992), καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση του εκπαιδευτικού προγράμματος και η προσαρμογή των πιθανών θρησκευτικών, γλωσσικών κ.α. ιδιαιτεροτήτων των αλλοδαπών μαθητών σε αυτό.

Απαραίτητη είναι και η παροχή ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης και η διασφάλισή της με τη διενέργεια εκπαιδευτικών ενισχυτικών προγραμμάτων που θα εξοπλίζουν τους αλλοδαπούς μαθητές με γνώσεις και δεξιότητες που θα συμβάλλουν στη σχολική και μετέπειτα επαγγελματική τους επί ίσοις όροις ένταξη.

Σύμφωνα με την προερχόμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση Οδηγία του 1977, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να παρέχουν ελεύθερη φοίτηση των παιδιών των μεταναστών συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας της επίσημης γλώσσας της χώρας υποδοχής, με τρόπο που να ανταποκρίνεται όμως στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε παιδιού. Παράλληλα, η εν λόγω Οδηγία, προάγει την διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων της χώρας καταγωγής από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με αυτήν.

Πολλοί μάλιστα μαθητές που ανήκουν στην δεύτερη γενεά μεταναστών διακρίνονται για το σημαντικό «μορφωτικό κεφάλαιο» που διαθέτουν, διευκολύνοντας έτσι τη διεξαγωγή του μαθήματος και αναβαθμίζοντας συνολικά την εκπαιδευτική διαδικασία. Σύμφωνα με τους Γάλλους κοινωνιολόγους P. Bourdieu και J.C. Passeron (1990), το «μορφωτικό κεφάλαιο» κάθε ανθρώπου συνιστούν τα κληρονομημένα μορφωτικά αγαθά, όπως επίσης και οι αξίες και οι συνήθειες που οι οικογένειες των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων κληροδοτούν στα νεώτερα μέλη τους, όπως λ.χ. η θετική στάση απέναντι στη μάθηση και υψηλές επαγγελματικές προσδοκίες (αξίες που συνάδουν με αυτές του σχολείου).

Όμως, η έλευση μεταναστευτικών ρευμάτων, δημιουργεί την ανάγκη ρυθμίσεων που θα αφορούν όχι μόνο στους διδασκομένους, αλλά και στους διδάσκοντες. Ειδικότερα, η Οδηγία του 1977 προβλέπει την επιμόρφωση και περαιτέρω κατάρτιση των εκπαιδευτικών που έχουν αναλάβει την υποστήριξη της σχολικής φοίτησης των αλλοδαπών.

Η βασικότερη, όμως, μεταβολή που επέρχεται στο εκπαιδευτικό σύστημα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σχετίζεται με την τροποποίηση της ίδιας της εκπαιδευτικής πολιτικής. Ειδικότερα, όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη υιοθετούν προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση επικεντρώνεται στην προσαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των μαθητών και στην υποστήριξη της συνύπαρξης τους μέσω της καλλιέργειας της ιδέας ότι η πολιτισμική ετερότητα αποτελεί στοιχείο της καθημερινής ζωής και πως η συμπεριφορά όλων αποτελεί προϊόν αλληλεπίδρασης διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων. Συνακόλουθα, οι μαθητές μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν με σεβασμό τη διαφορετικότητα και να αλληλεπιδρούν με εποικοδομητικό τρόπο, θέτοντας υπό κρίσιν ακόμα και τις προσωπικές τους απόψεις.

Γενικότερα, το εγχείρημα της εκπαιδευτικής ενσωμάτωσης των αλλοδαπών μαθητών θεμελιώνεται στην απαγκίστρωση από κάθε είδους προκαταλήψεις, στην καλλιέργεια διαπολιτισμικής συνείδησης από πλευράς και των γηγενών μαθητών και στην ενθάρρυνση των αλλοδαπών μαθητών για διατήρηση και προάσπιση της προσωπικής και πολιτιστικής τους ταυτότητας.


Σεβίνα Γιαννιού

Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 2000 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Το 2018 αποφοίτησε από το Αρσάκειο Ψυχικού και έκτοτε σπουδάζει στη Νομική Σχολή Αθηνών. Τον Απρίλιο του 2017 συμμετείχε στο 35ο Εθνικό Συνέδριο Επιλογής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νέων Ελλάδος. Λατρεύει τα ταξίδια, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και τον αθλητισμό.