Του Μανώλη Στυλιανάκη,

Ένα από τα επιχειρήματα των επικριτών της θεσμική κοινωνικής αλληλεγγύης, κυρίως μιας παραφυάδας του φιλελευθερισμού που ονομάζεται «αναρχοκαπιταλισμός», είναι πως απλά δεν γουστάρουν να πληρώνουν φόρους για να συντηρούνται άλλοι, καθότι «η φορολογία είναι κλοπή». Και όντως, οι αναδιανεμητικές πολιτικές γενικά στηρίζονται στα πήλινα πόδια της φορολογίας, οι οποίες όταν υπερβαίνουν την φέρουσα ικανότητα της κοινωνίας (Laffer curve) μετατρέπονται σε δημοσιονομική περίσφιξη, δηλαδή λιτότητα, επάγουν ύφεση και παύουν να αποφέρουν έσοδα στο κράτος, καθιστώντας τες έτσι κοντόθωρες, ανήθικες και βραχύβιες εκ γενετής. Δημιουργούν αντικίνητρα εργασίας, μιας και κανένας δεν γουστάρει να είναι δούλος των άλλων και να του κλέβουν ληστρικά με τους φόρους «την αξία της εργασίας του». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια χρυσή τομή στο οποίο μία λελογισμένη αναδιανομή μπορεί να αποτελέσει συνιστώσα μίας φιλελεύθερης πολιτικής. Αρκεί να μην αντιβαίνει στις δυναμικές της αγοράς.

Ένας λελογισμένος φόρος είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε για να ζούμε σε μία πολιτισμένη κοινωνία. Και αυτό μπορεί να το καταλάβει κάθε ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Ας δούμε το γιατί, μέσα από το κάτωθι παίγνιο.

Ας θεωρήσουμε, στο πλαίσιο ενός νοητικού πειράματος, έναν άνθρωπο που ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Τρώει από τους κάδους, κοιμάται σε χαρτόκουτα και σκεπάζεται με εφημερίδες. Διάγει έναν βίο αβίωτο, χειρότερο και από τον θάνατο, διότι οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας μήτε κρυώνουν, μήτε πεινάνε. Έχουμε λοιπόν έναν άνθρωπο φτωχό, ταλαιπωρημένο και αναξιοδεινοπαθούντα που για να επιβιώσει στον σκληρό «φιλελεύθερο» και δίχως δίχτυ προστασίας κόσμο μας αναγκάζεται δυστυχώς να καταφύγει στο έγκλημα, κλέβοντας πορτοφόλια, τσάντες και ληστεύοντας μικρομαγαζάκια, για να επιβιώσει ο κακόμοιρος. Δεν είναι ότι γουστάρει να ζει έτσι παρασιτικά, αλλά όσες φορές έψαξε να βρει δουλειά, κανένας δεν του έδωσε μία. Κι όταν μια φορά ζητιάνεψε λίγη ανθρωπιά, εισέπραξε ένα ψυχρό χαστούκι από την αναλγησία των περαστικών. Κάπως έτσι λοιπόν σπρώχτηκε στην παρανομία. Για ποιο λόγο άλλωστε γίνεται κανείς κλέφτης; Από χόμπυ; Όχι, γίνεται εξαιτίας του αδιεξόδου της οικονομικής αποτελμάτωσης.

Έτσι λοιπόν, αν ζεις σε συνθήκες απόλυτης ένδειας τα τρία πιθανά σενάρια και οι εκβάσεις τους έχουν ως εξής:

α) Κλέβεις και σε πιάνουν: άρα καταλήγεις σ’ ένα κελί όπου εκεί τουλάχιστον θα έχεις ένα πιάτο φαγητό και ένα κρεβάτι να κοιμάσαι, μία εντελώς αντιδιαμετρική κατάσταση απ’ αυτήν που έχεις ζήσει ζώντας στο δρόμο και, τρόπον τινά, φαντάζει «ζωή χαρισάμενη».
β) Κλέβεις και δεν σε πιάνουν: άρα απολαμβάνεις τα κλοπιμαία.
γ) Δεν κλέβεις και πεθαίνεις από το κρύο και την πείνα, με την ελπίδα να πας στον παράδεισο.

Αν αυτά είναι τα σενάρια, τότε ένας «ορθολογιστής» φτωχός άνθρωπος, κάνοντας στο μυαλό του ένα πρόχειρο cost-benefit analysis, αναποδράστως θα διολισθήσει στο έγκλημα. Λογικά λοιπόν τεκμαίρεται μα και εμπειρικά διαπιστώνεται ότι η εγκληματικότητα είναι αύξουσα συνάρτηση της φτώχειας. Οι άνθρωποι γλιστράνε στην παρανομία, επειδή δεν έχουν εναλλακτική προοπτική, αφού όλες οι άλλες πόρτες είναι ερμητικά κλειστές.

Όμως τόσο οι επιπτώσεις της παρανομίας όσο και η πάταξή της κοστίζουν. Το κόστος του εγκλήματος υποδιαιρείται σε δύο κατηγορίες, το άμεσο/πρωτογενές και έμμεσο/δευτερογενές κόστος. Ως πρωτογενές νοείται το κόστος των αρνητικών συνεπειών του εγκλήματος, δηλαδή οι δολιοφθορές, υλικές και ψυχολογικές που απορρέουν από την έκνομη πράξη. Όταν φερειπείν ένας τσαντάκιας σου αρπάζει από τον ώμο την τσάντα σου το πρωτογενές κόστος είναι η απώλεια των χρημάτων τους μαζί με την ταραχή ή τον πανικό που συνοδεύει αυτήν την καθ’ ομολογία δυσάρεστη στιγμή. Ως δευτερογενές ορίζεται το κόστος για να πιάσεις τον τσαντάκια και να τον τιμωρήσεις. Συνεπώς αθροιστικό κόστος εγκλήματος = κόστος επανόρθωσης/αποζημίωσης, κόστος αστυνομίας, κόστος δικαστηρίων, κόστος φυλακών κλπ.

Είπαμε προηγουμένως πως ένα άτομο γλιστράει στην παρανομία, επειδή δεν έχει εναλλακτική προοπτική. Τι θα γινόταν αν είχε ή αν του δινόταν. Αν λοιπόν υπήρχε ένα οργανωμένο θεσμικό πλαίσιο παροχής κοινωνικών υπηρεσιών κι αν ήταν ενεργοποιημένα τα κοινωνικά μας αισθητήρια τίποτε από τα παραπάνω δεν θα συνέβαινε. Ποιος ο λόγος να μπεις στον κόπο να κλέψεις ένα πορτοφόλι, όταν το κράτος σου προσφέρει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα; Γιατί να στερηθείς την ελευθερία σου, όταν στέγη και τροφή μπορείς να βρεις και σ’ έναν δημοτικό ξενώνα, εκτός από την φυλακή!! Σ’ αυτό το σημείο ένας φανατικός αντικρατιστής θα αντιτάξει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να βάλει το χέρι στη τσέπη του για τις ανάγκες ενός αγνώστου. Όμως αυτό που δεν καταλαβαίνει ο φίλος μας αυτός, είναι ότι ΉΔΗ καταξοδεύεται για αγνώστους. Ξοδεύει για θωρακισμένες πόρτες ασφαλείας, ξοδεύει για συναγερμούς, ξοδεύει για επισκευές δολιοφθορών, ξοδεύει για αστυνομίες, ξοδεύει για φυλακές, ξοδεύει για ασφάλιση από κλοπές κλπ. Εν τω μεταξύ, η φιλανθρωπική δωρεά ή ένας φόρος κοινωνικής αλληλεγγύης ή μία δημόσια υποτροφία για να πάει ένας φτωχός σε κάποιο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας να αποκτήσει μία δεξιότητα για να βρει δουλειά ώστε να μην χρειάζεται ούτε να ζητιανεύει ούτε να κλέβει, κοστίζουν σίγουρα λιγότερο.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θέλουμε να πληρώνουμε φόρους κοινωνικής αλληλεγγύης ή να κρατάμε τα λεφτά μας για μας. Τα ουσιαστικά ερωτήματα είναι, θέλουμε να πληρώνουμε για να έχουμε φυλακές ή τα σχολεία είναι καλύτερο project; Θέλουμε να πληρώνουμε μισθούς φρουροφύλακων ή δασκάλων; Θέλουμε να δίνουμε τα λεφτά μας σε ασφάλιστρα κλοπής ή σε έργα φιλανθρωπίας; Η απάντηση στα ερωτήματά αυτά είναι συνάρτηση της κοινωνικής νοημοσύνης και του πολιτισμικού μας επιπέδου. Μία εξευγενισμένη κοινωνία με ισχυρή την αίσθηση του «ανήκειν» αναγνωρίζει την ενδογενή αξία που έχει κάθε ανθρώπινο υποκείμενο, επενδύει σε κοινωνιοκεντρικές πολιτικές και θεσμοθετεί δικαιώματα στην αξιοπρεπή διαβίωση που πηγάζουν απ’ αυτήν την ενδογενή αξία.

Και για να ποσοτικοποιήσουμε λιγάκι το παράδειγμα αυτό. Αν το ετήσιο κατά κεφαλήν κόστος πάταξης και θωράκισης απέναντι στην παραβατική συμπεριφορά ανέρχεται στα 1.000€, αλλά μία αγαθοεργία ύψους 500€ από τον καθένα εξ’ ημών είναι ικανή να λειτουργήσει πυροσβεστικά, να ανακουφίσει και να καταπραΰνει τη φλεγμαίνουσα επιδερμίδα της κοινότητας που μαστίζεται από φτώχεια και την εγκληματικότητα που αυτή κυοφορεί, τότε, ορθολογικά και υπολογιστικά σκεπτόμενοι, ακόμα και ένας σκληρόκαρδος homo economicus θα αντιληφθεί ότι τον συμφέρει να επιβαρυνθεί με το μικρότερο κόστος της φιλανθρωπίας, διότι κάθε μοναδιαίο κόστος κοινωνικής αλληλεγγύης εξοικονομεί το διπλάσιο ποσό που δαπανάται σε μέτρα καταστολής. Το προλαμβάνειν κρείττον εστί του θεραπεύειν και η κοινωνική αλληλεγγύη προλαμβάνει την εκδήλωση παραβατικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς καλύτερα από την οποιαδήποτε ομάδα καταστολής, ενώ παράλληλα είναι και 50% φθηνότερη, κατά το παράδειγμά μας! Το κράτος πρόνοιας λοιπόν, όταν λειτουργεί σωστά και ορθολογικά, είναι cost-saving μηχανισμός που εξοικονομεί πόρους για τους πολίτες. Τις στοχευμένες κοινωνικές δαπάνες δεν πρέπει βέβαια να τις αντιλαμβανόμαστε ως δαπάνη, κόστος ή σπατάλη, μα σαν επένδυση στο κοινωνικό κεφάλαιο που μακροπρόθεσμα αποφέρει μέρισμα. Το κοινωνικό κράτος, στη φιλελεύθερη εκδοχή του, συντηρεί την ακεραιότητα του κοινωνικού ιστού, αμβλύνει τις πάσης φύσεως κοινωνικές εκρήξεις και εξασθενεί τις φυγόκεντρες “ταξικές” τριβές που αναπόφευκτα δημιουργούνται από τις οξείες ανισότητες, προάγοντας έτσι την κοινωνική συνοχή.

Ένα φτωχό παιδί που αντί να ζητιανεύει πηγαίνει σχολείο είναι ο αυριανός επιστήμονας που θα φτιάξει μια startup και θα παράσχει πλούτο για όλους, ενώ αν εγκαταλειφθεί στην τύχη του το πιθανότερο είναι πως θα καταντήσει ένας αλήτης. Ένα άτομο που έχει πρόσβαση στο αγαθό της παιδείας, μορφώνεται, πλάθεται, καλλιεργείται και βγαίνει ένας ολοκληρωμένος πολίτης με σφαιρική παιδεία, ενεργό μέλος της κοινωνίας το οποίο είναι λιγότερο πιθανόν να γοητευτεί από τις σειρήνες του λαϊκισμού. Ωστόσο, αν αφεθεί στην μοίρα του λόγω του ότι δεν του δόθηκε μία ευκαιρία να εξελιχθεί, θα καταντήσει ξύλο απελέκητο ή tabula rasa για κάθε λαϊκιστή να εξυφάνει πάνω του τη δημαγωγία του. Το κοινωνικό κράτος, ως δεξαμενή ευκαιριών, προστατεύει τόσο την δημοκρατία, εμβολιάζοντάς την έναντι του λαϊκισμού, όσο και την κοινωνική μας ευημερία. Δικαίως λοιπόν οι σχετικοί φόροι λογίζονται ως το κόστος του πολιτισμού. Όλοι βγαίνουμε κερδισμένοι από ένα λειτουργικό κοινωνικό κράτος, καθώς επιφέρει θετικές εξωτερικότητες και ως εκ τούτου πρέπει να επιδοτηθεί.

Παρά ταύτα, σ’ αυτό το σημείο κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ωραία τα λέμε, αλλά αυτά ισχύουν μονάχα στη σφαίρα της θεωρίας, διότι στην πράξη σε όσες χώρες εφαρμόστηκε το μοντέλο του κράτους πρόνοιας, εν πολλοίς απέτυχε. Ορθή παρατήρηση. Εντούτοις ο λόγος που απέτυχε είναι διότι το κράτος προσπάθησε να αναλάβει, να κρατικοποιήσει και να μονοπωλήσει δράσεις που παραδοσιακά ανήκουν στην κοινωνία των πολιτών και στον ατομικό εθελοντισμό. Το κράτος πρέπει να συνεργάζεται με τα διάφορα ευαγή και κοινωφελή ιδρύματα και όχι να τα παραγκωνίζει ή να τα υποσκελίζει. Αυτό απαιτεί αρχιτεκτόνηση ενός νέου φορολογικού πλαισίου το οποίο θα δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να ελέγχουν πού πηγαίνουν οι φόροι τους και πιο συγκεκριμένα να μπορούν να επιλέγουν από μία λίστα διαφόρων οργανισμών πού θέλουν να κατευθυνθούν τα λεφτά τους. Αντί να τα ξοδέψει η κυβέρνηση κατά το δοκούν θα επιτρέψει στους πολίτες να επιλέξουν οι ίδιοι τους κοινωνικούς τομείς που χρειάζονται χρηματοδότηση. Το πώς και πού ακριβώς θα ξοδευτούν οι φόροι αυτοί θα καθορίζεται με βάση το ποιους οργανισμούς επέλεξαν οι φορολογούμενοι στη φορολογική τους δήλωση, με το κράτος να παίζει ρόλο μεσολαβητή. Το κράτος απλά θα πιστώνει τα συγκεκριμένα χρήματα στους οργανισμούς που οι πολίτες πάτησαν (√) στην ηλεκτρονική τους φορολογική δήλωση.

Επί παραδείγματι, για κάθε 1.000€ φόρων που υπολογίζονται στη φορολογική δήλωση, τα 500€ προβλέπεται να ξοδευτούν σε προνοιακές δαπάνες. Ένας πολίτης μπορεί να θέλει τα 200€ να πάνε στο χαμόγελο του παιδιού, 100€ στο ίδρυμα Ωνάση για υποτροφίες σε αριστούχους φοιτητές. 100€ στα συσσίτια της εκκλησίας και 100€ στον ελληνικό ερυθρό σταυρό. Αν μία ΜΚΟ με crowdfunding δεν θα μάζευε ούτε δραχμή, για ποιο λόγο το κράτος να την επιδοτήσει; Αν όμως ένας οργανισμός, όπως το χαμόγελο του παιδιού με crowdfunding θα κατάφερνε να συγκεντρώσει 100 εκατομμύρια από δωρεές, γιατί το κράτος ξοδεύει τα δικά μας τα λεφτά σε μία άγνωστη ΜΚΟ; Αν δώσουμε στους πολίτες τη δυνατότητα να διαμορφώνουν την προνοιακή πολιτική, θα επιτύχουμε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και λιγότερες σπατάλες, καθώς η κατανομή των πόρων θα αντανακλά τις προτιμήσεις των φορολογουμένων. Αυτό πιστεύω θα συνιστούσε μία σημαντική μεταρρύθμιση που θα εξορθολόγιζε το κοινωνικό κράτος και θα μπορούσε να τύχει υποστήριξης από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, μιας και θα απαντούσε στις ενστάσεις όλων των επικριτών του θεσμού του κοινωνικού κράτους.

Ο θεσμός του κοινωνικού κράτους είναι κορωνίδα του δυτικού πολιτισμού και θεματοφύλακας της κοινωνίας, ο συγκροτητικός πυρήνας του οποίου συνιστά την κεντρομόλο δύναμη που διασφαλίζει την συνοχή της. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει λοιπόν να διατηρηθεί ως πολιτικό, ιστορικό και πολιτισμικό κεκτημένο.


Μανώλης Στυλιανάκης

Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»