Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας σχετικά με τα γενιτσαρικά τάγματα, με τον τρόπο εισαγωγής κάποιου στα τάγματα των γενίτσαρων, το γνωστό μας παιδομάζωμα και την ιστορία του. Στο σημερινό άρθρο θα καταπιαστώ με τη στρατιωτική τους οργάνωση και τις μεγάλες μάχες, στις οποίες συμμετείχαν κατά τη διάρκεια της μακράς ιστορία τους.

Όπως είδαμε ο θεσμός του γενίτσαρου καθιερώνεται ήδη από τις απαρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και αποτελούσε έναν από τους βασικούς για την κεντρική εξουσία θεσμούς και τρόπο ανάρρησης κάποιου στα ανώτερα και ανώτατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω πως πέραν των Αλβανών και Βοσνίων που εθελοντικά συμμετείχαν στο παιδομάζωμα, πολλοί Μουσουλμάνοι βλέποντας τη «δόξα» των «δούλων της Πύλης» (Γενίτσαρων) παρέδιδαν οι ίδιοι τα παιδιά τους στη θέση αυτών των Χριστιανών συντοπιτών τους παρουσιάζοντάς τα ως παιδιά των Χριστιανών, πράξη που βόλευε και τις δύο «πλευρές».

Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους όσα παιδιά είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από την εργασία στα κτήματα σπαχήδων της Μικράς Ασίας επέστρεφαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εντάσσονταν στη φρουρά των ανακτόρων του Τοπ Καπί. Το σύνολο της δύναμης των Γενιτσαρικών ταγμάτων ονομαζόταν ocak και αποτελούνταν από τρία διαφορετικά σώματα: το Segmen, το Cema’at και το Bölük (Μπουλούκι στα ελληνικά), διοικητής του ocak ήταν ο «Γενιστάρ αγάς», ο αγάς των γενιτσάρων (Yeniçeri ağasi). Το «σώμα» διαιρούνταν σε 196 λόχους, τους ορτάδες (orta), ο κάθε λόχος είχε επικεφαλή ένα «Çorbaci» με κατώτερους αξιωματικούς και έναν ιμάμη υπό τις εντολές του. Παρόμοια οργάνωση με τα γενιτσαρικά τάγματα είχαν και τάγματα των πυροβολητών του Οθωμανικού στρατού (Topçu), των μεταφορέων των κανονιών (Top arabacı) και των οπλουργών, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι και με την κατασκευή των κανονιών του στρατεύματος (Cebeci). Οι άνδρες των σωμάτων αυτών προέρχονταν από τις τάξεις των Acemi oğlan, έδρευαν στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετούσαν όμως και στις επαρχίες. Αρχηγοί των σωμάτων αυτών ήταν ο διοικητής των πυροβολητών (Topçu Bası) έχοντας υπό την εποπτεία του το χυτήριο των κανονιών της πρωτεύουσας (Tophane) και τις πυριτιδαποθήκες (Barud hane), ο διοικητής των μεταφορέων κανονιών, (Top Arabaçı Başı), και των οπλουργών (Cebeci Bası), με αντίστοιχες αρμοδιότητες.

Τα σώματα αυτά έδρευαν στην πρωτεύουσα ως αρμόδια για την «προστασία» του Σουλτάνου, του οποίου άλλωστε την προσωπική φρουρά αποτελούσαν· οι περισσότεροι όμως στρατιώτες επάνδρωναν τις επαρχιακές φρουρές των τοπικών κέντρων τελώντας υπό τις άμεσες εντολές των τοπικών διοικητών. Οι γενίτσαροι χαρακτηρίζονταν από πολεμική ετοιμότητα τόσο για την καταστολή εξεγέρσεων όσο και για την απόκρουση εξωτερικών αντιπάλων. Λόγω των επαναστατικών τους «τάσεων» απαγορευόταν η οπλοφορία τους πλην των περιόδων πολέμου. Τόσο η θέση τους, η προέλευσή τους, όσο και η διαμονή τους στους στρατώνες συνέτειναν στην αίσθηση ενός πνεύματος «συντροφικότητας» και διαφυλάξεως των κεκτημένων. Από τα χρόνια του Σουλεϊμάν και μετά αποκτούν το δικαίωμα να δημιουργούν οικογένεια.

Ως προς τα μισθολογικά, πληρώνονταν από το κράτος με βάση το βαθμό τους (υπήρχαν τρεις βαθμίδες)• το ίδιο το κράτος μεριμνούσε για την παροχή τροφής και στολής για τους στρατιώτες του. Κατά την περίοδο των πολεμικών επιχειρήσεων οι Γενίτσαροι είχαν δικαίωμα στη νομή των λαφύρων (μετά το Σουλτάνο και τους στρατιωτικούς διοικητές).

Με αυτή τη μορφή και οργάνωση, τα τάγματα των γενίτσαρων θα μετάσχουν στη μεγάλη επέκταση στη Βαλκανική χερσόνησο (ο Γεώργιος Καστριώτης πριν επαναστατήσει ανήκε στα σώματα αυτά) επί Μωάμεθ του Πορθητή (Fatih) και τη μεγάλη επέκταση προς τη Μέση Ανατολή (Συρία, Συρο-Φοινίκη, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αίγυπτο και Αραβία) επί Σελίμ του Α΄ του «Σκληρού» (Yavuz). Στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή θα πρωταγωνιστήσουν στην κατάληψη της Ρόδου από τους Ιωαννίτες Ιππότες το 1522, τη μάχη του Μόχατς το 1526 κατά των Ούγγρων και στην Α΄ πολιορκία της Βιέννης το 1529, παράλληλα με τις εκστρατείες του Σουλτάνου κατά των Περσών. Στη συνέχεια, θα μετάσχουν στην κατάληψη της Κύπρου το 1570, της Κρήτης 1645-1669 και την Β΄ πολιορκία της Βιέννης (1683).

Ακολουθώντας την προϊούσα παρακμή της Αυτοκρατορίας τα γενιτσαρικά τάγματα, από πόλος σταθερότητας και στήριγμα του Καθεστώτος, θα εξελιχθούν σε εστία επαναστάσεων και ανατροπής μεγάλων βεζίρηδων και σουλτάνων. Με την παρακμή και την οριστική τους διάλυση θα ασχοληθούμε στο επόμενό μας άρθρο.


Βιβλιογραφία

  •  Απόστολος Βακαλόπουλος, « Ο Στρατός», », Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ι, Αθήνα, 1974
  • Δ. Παπασταματίου Φ. Κοτζαγεώργης, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Πολιτικής Κυριαρχίας, ΣΕΑΒ, 2015
  • Donald Quartaert, H Οθωμανική Αυτοκρατορία Οι τελευταίοι αιώνες, 1700-1922, Αθήνα, 2006

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).