15.5 C
Athens
Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, 2020
Αρχική Νομικά Θέματα Οι παθογένειες του ελληνικού δικαιοδοτικού συστήματος κι ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης

Οι παθογένειες του ελληνικού δικαιοδοτικού συστήματος κι ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης


Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Μία από τις σοβαρότερες παθογένειες του ελληνικού δικαστικού συστήματος- αν όχι η σοβαρότερη- είναι η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία επιβαρύνει την πολυεπίπεδη κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η βραδύτητα απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας, σε συνδυασμό με την πολυνομία και τη βραδυκίνητη γραφειοκρατία παρακωλύουν μεταξύ άλλων, τη δημιουργία επενδυτικού κλίματος και παρεμποδίζουν τη διαμόρφωση ενός ισχυρού μεταρρυθμιστικού μοντέλου, που ανταποκρίνεται στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, για την επίλυση δικαστικής διαφοράς αφορώσας σε επιχείρηση απαιτούνται κατά μέσο όρο 1.580 ημέρες, δηλαδή πάνω από τέσσερα έτη! Το φαινόμενο αυτό έχει οδηγήσει πολλές φορές τη χώρα μας σε καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΔΔΑ), το οποίο διαπίστωσε την ύπαρξη δομικών προβλημάτων που χρήζουν λήψης διαρθρωτικών μέτρων, ώστε να αντιμετωπιστεί το εν λόγω ζήτημα.

Πληθώρα ατομικών προσφυγών έχει ασκηθεί κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης στο ΕΔΔΑ, το οποίο καλείται να διαπιστώσει αν η Ελλάδα παραβίασε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ) από πράξεις ή παραλείψεις εθνικών αρχών που καταλογίζονται στο κράτος. Η επίκληση της παραβίασης του ανωτέρω δικαιώματος, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, συνήθως σωρεύεται με την παραβίαση κάποιου άλλου ουσιαστικού δικαιώματος ή θεμελιώδους ελευθερίας, που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εθνικής δίκης που καθυστέρησε να ολοκληρωθεί. Ωστόσο, οι περιπτώσεις που η παραβίαση της διάταξης του υπό κρίση άρθρου άγει σε καταδίκη τη χώρα μας, ενισχύοντας την ανάγκη αναμόρφωσης του ελληνικού δικαστικού και νομικού συστήματος, είναι οι εξής: υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, παραβίαση της ισότητας των όπλων στην εσωτερική δικονομία (π.χ. δικονομικά προνόμια του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών διαδίκων, όπως ο μικρότερος και πάγιος για το Δημόσιο τόκος υπερημερίας)  καθώς και δικονομική τυπολατρία.Επί της αρχής, το ΕΔΔΑ αποδέχεται ότι η εσωτερική δικονομία μπορεί να επιβάλλει προϋποθέσεις για την παραδεκτή άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Οι προϋποθέσεις, όμως, αυτές δεν μπορούν να εξικνούνται έως του βαθμού να βάλλουν κατά του ουσιαστικού και ελάχιστου αναγκαίου περιεχομένου του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Δηλαδή, οι προϋποθέσεις παραδεκτού δεν πρέπει να καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή την πρόσβαση στο δικαστήριο. Στην υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδος, ο προσφεύγων είχε περιλάβει αποσπάσματα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στο δικόγραφο αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, αλλά δεν περιέλαβε και τις παραδοχές του Εφετείου. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε εξ αυτού του λόγου ως απαράδεκτη. Όταν, όμως, κατατίθεται αίτηση αναίρεσης, υποχρεωτικά κατατίθεται συνημμένα και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο ανώτατος δικαστής μπορεί εξ αυτού του λόγου να εξετάσει ευχερώς το κείμενο της προσβληθείσας απόφασης και να επαληθεύσει την αλήθεια των αναφερόμενων στην αίτηση αναίρεσης πραγματικών περιστατικών. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την ύπαρξη τυπολατρικού δικονομικού περιορισμού, που δεν επιτρέπει στον προσφεύγοντα να διασφαλίσει την επί της ουσίας εξέταση της αίτησής του και άρα, την απόλαυση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

Πάνω από τα ¾ των προσφυγών που στρέφονται κατά της Ελλάδος και ασκούνται στο ΕΔΔΑ, αφορούν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης. Στην υπόθεση Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδος, η δίκη ενώπιον των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων για την επιδίκαση επιδόματος σε απόστρατους αξιωματικούς διήρκησε συνολικά δεκατρία έτη και οκτώ μήνες, αφού εξαντλήθηκαν όλα τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε πως αποτελεί ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών να διασφαλίσουν την πρόσβαση όλων σε ένα δικαιοδοτικό σύστημα που οδηγεί στην έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται ad hoc βάσει των χαρακτηριστικών που παρουσιάζει η υπόθεση. Η Ελλάδα καταδικάστηκε λόγω αδυναμίας συμμόρφωσης με την ανωτέρω υποχρέωσή της, αλλά και λόγω της έλλειψης ενός ένδικου βοηθήματος στην εσωτερική έννομη τάξη της που θα επέτρεπε την ικανοποίηση των θιγομένων. Πρόκειται για την πρώτη πιλοτική απόφαση κατά της Ελλάδος, καθώς το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την ύπαρξη συστημικής παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, εφαρμόζοντας το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ και διατάσσοντας τη λήψη γενικών μέτρων συμμόρφωσης της Ελλάδας, τα οποία ξεπερνούν τα υποκειμενικά όρια της υπό κρίση υπόθεσης. Πριν την εν λόγω απόφαση, η Ελλάδα είχε υιοθετήσει νομοθετικά μέτρα προς άμβλυνση του ανωτέρω φαινομένου, πλην όμως αυτά δεν ήταν αποτελεσματικά (ν. 3659/2008). Για το ΕΔΔΑ, οι σημαντικές και επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελούν ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος. Η καθυστέρηση παροχής δικαστικής προστασίας ισοδυναμεί σε ορισμένες περιπτώσεις με αρνησιδικία. Πράγματι, νέο ένδικο βοήθημα εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη, με το οποίο οι θιγόμενοι λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης μπορούν να αιτηθούν αποζημίωσης (άρ. 53-58 του ν. 4055/2012).Η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης αποτελεί ένδειξη της αναποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος της χώρας μας, που οφείλεται κατά κύριο λόγο στη λανθασμένη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και της υποδομής που διατίθεται προς επίτευξη του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Οι διεθνείς κατατάξεις και οι ευρωπαϊκές έρευνες επιβεβαιώνουν την ήδη από τους ιδιώτες διαπιστωθείσα παθογένεια της υφιστάμενης κατάστασης.


Πηγές

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κένυα: η αύξηση της αστυνομικής βίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας

Της Νεφέλης Θεοφανοπούλου, Από την εφαρμογή των πρώτων μέτρων για την πανδημία του COVID-19, τα φαινόμενα αστυνομικής βίας στην Κένυα ολοένα και αυξάνονται, ενώ οι...

Οι ενστάσεις του άρθρου 330 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Της Χαράς Αναστασιάδου, Στο πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης, μεγάλη βαρύτητα έχει το ζήτημα των ενστάσεων, καθώς αυτές είναι που καθορίζουν την τύχη της αγωγής. Αποτελούν...

Taiwan’s role in the US-China dispute

By Anna Nguyen, International relations and political science students have learnt about the “Great Powers” during their studies. This term refers to countries that, during...

Αμερικανικές Εκλογές 2020: Το προφίλ των ψηφοφόρων και η «αχίλλειος πτέρνα» του Προέδρου

Του Τάσου Μοσχονά, Με το δεύτερο Προεδρικό debate να αποτελεί παρελθόν, η αποφασιστική μέρα της 3ης Νοεμβρίου για τις Η.Π.Α. πλησιάζει. Η εκλογική αναμέτρηση, που,...
Σοφία Βογά
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996, όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ήδη σήμερα ασκούμενη δικηγόρος, ενώ πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές με ειδίκευση στο Δημόσιο Δίκαιο στο Εθνικό και Καποδιαστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και αραβικά, και στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με την ανάγνωση βιβλίων κλασικής λογοτεχνίας, τη μουσική, τον κινηματογράφο και τη γυμναστική.