Της Βασιλικής Οικονόμου,

Η σύγχρονη πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και των ανεπαρκών πολιτικών προστασίας των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων δεν μπορεί να «κρυφτεί απ’ τα παιδιά». Δεν μπορεί να μην επηρεάσει ιδίως όσα μεγαλώνουν μέσα στην ανέχεια, χωρίς δυνατότητα μόρφωσης, συχνά με αποκλειστικό μέλημα την επιβίωση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η παραβατικότητα μπορεί να αποτελέσει για ένα παιδί έναν ρεαλιστικό κίνδυνο και μια θλιβερή πρακτική. Το Δίκαιο, ως κοινωνικό φαινόμενο, απέναντι σ’ αυτήν την πρακτική, δεν μπορεί να σιωπά. Η παρέμβασή του οφείλει, ωστόσο, να σέβεται την ιδιαίτερη «ταυτότητα» του παραβάτη και να προσανατολίζεται στην εφαρμογή μέτρων, που θα στοχεύουν στη διαπαιδαγώγηση και όχι στον στιγματισμό του. Ένα από αυτά τα μέτρα είναι η τοποθέτηση του ανηλίκου σε Ίδρυμα Αγωγής ανηλίκων βάσει του άρθρου 122 περ. ιβ του Ποινικού Κώδικα.

Ποινικά υπεύθυνοι ανήλικοι και εφαρμοστέα μέτρα

Σύμφωνα με το άρθρο 121 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019) (εφεξής ΠΚ), ως ανήλικοι ορίζονται όσοι κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης έχουν ηλικία από 12 ως 18 ετών. Από αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 126 ΠΚ, μένουν ατιμώρητοι, ως ακαταλόγιστοι, οι ανήλικοι από 12 ως 15 ετών. Στους τελευταίους, δε μπορεί να επιβληθεί ποινή φυλάκισης, διότι θεωρούνται ποινικά ανεύθυνοι. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να τούς επιβάλλει τα αναμορφωτικά/θεραπευτικά μέτρα των άρθρων 122 και 123 αντίστοιχα, η εφαρμογή των οποίων παραμένει, πάντως, σε αυτό το στάδιο, δυνητική. Αντίθετα, υποχρεωτική είναι η επιβολή των προαναφερθέντων μέτρων στους παραβάτες που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους. Άλλωστε, για τους ανηλίκους από 15 ετών, το Δικαστήριο προχωρά σε in concreto αξιολόγηση της ικανότητάς τους προς καταλογισμό και, είτε κάποιος κριθεί ως ποινικά ανεύθυνος είτε ως ποινικά υπεύθυνος, θα του επιβληθεί κάποιο από τα αναμορφωτικά μέτρα. Η διαφορά μεταξύ ποινικά ανεύθυνων και ποινικά υπευθύνων έγκειται στο ότι στην περίπτωση των τελευταίων, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί, ως έσχατο μέσο, τον ποινικό σωφρονισμό, τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει, διατάσσοντας τον εγκλεισμό του ανηλίκου σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.

Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων-Εξέλιξη του θεσμού

Στην τελευταία θέση στον κατάλογο των αναμορφωτικών μέτρων του άρθρου 122 ΠΚ εντοπίζει κανείς την τοποθέτηση του ανηλίκου παραβάτη «σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό Ίδρυμα Αγωγής» (άρθρο 122 §1 περ. ιβ). Ο θεσμός του Ιδρύματος Αγωγής εμφανίστηκε πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο (με το όνομα «αναμορφωτικό κατάστημα») με τον αναγκαστικό νόμο 2724/1940. Στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αναλύεται, μεταξύ άλλων η αναγκαιότητα θέσπισης «αναμορφωτικών μέτρων», ώστε «να εξασφαλίζηται η παροχή εις τους δεομένους ταύτης νέους της προσηκούσης αγωγής». Κύριο μέλημα είναι, κατά τον νομοθέτη, η ηθική και πνευματική ανάπτυξη των ανηλίκων παραβατών. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, εκτός από τους ανηλίκους που υπέπεσαν σε αξιόποινες πράξεις, σε αναμορφωτικό κατάστημα ήταν δυνατόν να καταλήξουν ανήλικοι με «κακές έξεις […] λόγω εγκαταλείψεως» ή ανήλικοι που είχαν δώσει «αποδείξεις ηθικής παρεκτροπής». Παρατηρεί κανείς ότι ο περιορισμός σε αναμορφωτικό κατάστημα είχε αρχικά χαρακτήρα προληπτικό, εφόσον δεν ήταν αναγκαία για την επιβολή του μέτρου η τέλεση από τον ανήλικο κάποιας αξιόποινης πράξης. Ωστόσο, δεδομένου ότι η επιβολή μιας ποινής θεωρείται αντίδραση της Πολιτείας στο έγκλημα, το Ποινικό Δίκαιο μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως απάντηση σε συγκεκριμένη πράξη με ιδιαίτερη κοινωνικοηθική απαξία. Δεν αρκούν, για να θέσουν σε λειτουργία το σύστημα επιβολής ποινών αόριστες ενδείξεις «ηθικής διακινδύνευσης». Το 1976 με το προεδρικό διάταγμα 602 ο όρος «αναμορφωτικά καταστήματα» αντικαταστάθηκε από τον όρο «Ιδρύματα Αγωγής» με το σκεπτικό ότι ο προηγούμενος οδηγούσε σε στιγματισμό του ανηλίκου, δυσχεραίνοντας την κοινωνική του επανένταξη. Με τον Ν. 2289/1995, πέρα από το ότι η εισαγωγή στο Ίδρυμα Αγωγής συνδέθηκε σαφώς με την τέλεση από τον ανήλικο κάποιας αξιόποινης πράξης, αναδείχθηκε ο στόχος του σχετικού αναμορφωτικού μέτρου: «η αγωγή, κοινωνική στήριξη και επαγγελματική κατάρτιση ανηλίκων που έχουν αναπτύξει εγκληματική συμπεριφορά» (απόσπασμα του άρθρου 17). Γίνεται πλέον, φανερή η πρόβλεψη του νομοθέτη για το πέρασμα από το «Ίδρυμα Προλήψεως», στο ίδρυμα ως θεσμό διαπαιδαγώγησης.Προϋποθέσεις και διαδικασία εισαγωγής

Ο περιορισμός στο Ίδρυμα Αγωγής μπορεί να επιβάλλεται με δικαστική απόφαση. Τόσο η θέση του σχετικού μέτρου στον κατάλογο του άρθρου 122 ΠΚ (το τελευταίο ανάμεσα σε 12 προτεινόμενα αναμορφωτικά μέτρα), όσο και η παρατηρούμενη κλιμάκωση που αυτά παρουσιάζουν (ξεκινώντας από την επίπληξη) οδηγούν στο συμπέρασμα πως το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει τον περιορισμό, όταν τα υπόλοιπα μέτρα έχουν κριθεί ανεπαρκή για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην πράξη, ωστόσο, ο περιορισμός στο Ίδρυμα Αγωγής είναι ίσως, το μόνο εφαρμοζόμενο μέτρο ενόψει και της ανεπάρκειας των κρατικών θεσμών να υποστηρίξουν την εφαρμογή άλλων μέτρων, όπως αυτά των περιπτώσεων (ζ) ως (ια) του άρθρου 122§1 ΠΚ (πρόκειται για μέτρα που προτείνουν τη συμμετοχή  του ανηλίκου παραβάτη σε ειδικά κοινωνικά/ψυχολογικά προγράμματα). Για το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της άσκησης ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την οριστική παραπομπή του παραβάτη στο ακροατήριο, μπορεί να επιβληθεί σ’ αυτόν, αντί για περιοριστικό όρο, η τοποθέτηση στο Ίδρυμα Αγωγής ανηλίκων (άρθρο 283§1 εδ. γ Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν.4320/2019). Εδώ, γίνεται φανερό ότι ο περιορισμός του ανηλίκου έχει χαρακτήρα πρόσκαιρο, καθώς μπορεί να διαρκέσει έως την οριστική εκδίκαση της υπόθεσής του.

Από τη νομική θεωρία στη σύγχρονη πραγματικότητα

Μετά την κατάργηση των Ιδρυμάτων Αγωγής ανηλίκων θηλέων Παπάγου και αρρένων Κορυδαλλού με το π.δ. 180/1997,το μόνο σε λειτουργία είναι το Ίδρυμα Αγωγής αρρένων ανηλίκων της Νέας Ιωνίας Βόλου. Το θεσμικό πλαίσιό του ρυθμίζεται μέσω ημερησίων διατάξεων, ενώ «δανείζεται» τον κανονισμό λειτουργίας του από τα ειδικά καταστήματα κράτησης νέων, παρόλο που οι διαφορές στη φιλοσοφία των δύο δομών είναι εμφανείς. Η χαμηλή περίφραξη του κτιρίου, η δυνατότητα των ανηλίκων να κινούνται ελεύθερα εντός του χώρου του Ιδρύματος, καθώς και η δυνατότητα να περνούν, μετά από σχετική άδεια του Διευθυντή του Ιδρύματος, χρόνο με την οικογένειά τους καταδεικνύουν το ημιελεύθερο καθεστώς διαβίωσης των παραβατών. Η παρατήρηση αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Ίδρυμα Αγωγής δεν αποτελεί χώρο κράτησης, δεν είναι φυλακή ανηλίκων. Στόχος των Ιδρυμάτων Αγωγής, όπως φανερώνει και η ίδια η ονομασία τους, είναι να αποτελέσουν για τους παραβάτες ένα περιβάλλον μάθησης, εντός του οποίου αυτοί θα αφομοιώσουν βασικούς κοινωνικούς κανόνες. Στο πλαίσιο επίτευξης του στόχου αυτού, λειτουργεί, στον χώρο του Ιδρύματος, σχολείο. Οι ανήλικοι παραβάτες, ανάλογα με την ηλικία τους και την εκπαίδευση που είχαν λάβει πριν την τοποθέτηση στο Ίδρυμα Αγωγής, φοιτούν στο Δημοτικό ή στο Γυμνάσιο του ιδρύματος (γυμνασιακό παράρτημα 7ου Γυμνασίου Βόλου). Εκεί, διδάσκονται όλα τα μαθήματα που γίνονται στα σχολεία της χώρας, αφού, μέλημα του νομοθέτη είναι ο χρόνος του περιορισμού να αποτελεί για τους παραβάτες περίοδο προετοιμασίας για την ισότιμη ενσωμάτωση στο εκπαιδευτικό σύστημα. Μάλιστα, υπάρχει δυνατότητα ο ανήλικος να παρακολουθεί μαθήματα εκτός του Ιδρύματος, σε σχολείο, εφόσον κρίνεται ότι η προσωπικότητά του το επιτρέπει. Επιπλέον, το θεσμικό πλαίσιο του Ιδρύματος επιτρέπει την πρόσκληση επιστημόνων, αθλητών, καλλιτεχνών στο χώρο του σχολείου, καθώς και την πραγματοποίηση διδακτικών επισκέψεων σε χώρους εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας και πολιτισμού μέσα στην πόλη του Βόλου, ενώ, υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής των ανηλίκων σε εκπαιδευτικά εργαστήρια μουσείων και εκπαιδευτικών δομών. Τους δίνεται, έτσι, η ευκαιρία να αποκομίσουν γνώσεις και κοινωνικές εμπειρίες, να αναπτύξουν δεξιότητες, που θα τους επιτρέψουν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν αρμονικά στο κοινωνικό περιβάλλον. Καθίσταται εν προκειμένω σαφές ότι στόχος της αναμορφωτικής δομής δεν είναι να περιχαρακώσει τους παραβάτες στο ιδρυματικό περιβάλλον, αλλά να τους δώσει κοινωνικά ερεθίσματα, τα οποία η οικογένειά τους, ενδεχομένως, αδυνατούσε να προσφέρει.Καταφέρνει, τελικά, το Ίδρυμα Αγωγής, να εκπληρώσει τον σκοπό του ως αναμορφωτικό μέτρο; Σίγουρα, η ένταξη στο ‘Ιδρυμα δεν μπορεί να εξαφανίσει την επιρροή που ασκεί στον παραβάτη το προβληματικό οικογενειακό/κοινωνικό περιβάλλον, από το οποίο ενδεχομένως ο ίδιος προέρχεται και στο οποίο αναγκάζεται συχνά να επιστρέψει. Παράλληλα, είναι αμφίβολο αν η απουσία κάποιου συγκεκριμένου «πλάνου ζωής» για τον παραβάτη από τη στιγμή που θα λήξει γι’ αυτόν η διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου, αφήνει στην εκπαίδευση χώρο, ώστε αυτή καθεαυτή να τον απομακρύνει από τη μελλοντική τέλεση αξιόποινων πράξεων. Η «έμπνευση» που μπορεί να αποτελέσει για κάποιον παραβάτη μία ταινία που θα δει στο σχολείο, ένα κείμενο που θα διδαχθεί ή μια επαφή με κάποιον άνθρωπο του πνεύματος είναι ένα πρώτο βήμα για μια πετυχημένη διαπαιδαγώγηση. Προκειμένου η τελευταία να τον οδηγήσει στην επιθυμία για μετάβαση στην κοινωνική ζωή και την αποφυγή του εγκλήματος, η Πολιτεία καλείται να παράσχει στον παραβάτη ένα ασφαλές περιβάλλον. Ένα περιβάλλον εντός του οποίου ο ίδιος, μετέπειτα, θα καταφέρει να ανακαλύψει τις κλίσεις του, να εργασθεί, να συμβιώσει αρμονικά με τους γύρω του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή…


Πηγές
  • Ιωαννίδη Βασιλική, Η ιστορική θεμελίωση της αναμορφωτικής/ιδρυματικής αγωγής ανηλίκων στη χώρα μας. Μια σύντομη παρουσίαση ένος (επαν)εκπαιδευτικού θεσμού και σύγχρονες παιδαγωγικές προοπτικές (05/01/2014), Ελεύθερο Βήμα, https://argolikivivliothiki.gr/2014/01/05/residential-treatment/
  • Καμάνη Ευαγγελία, Το θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων (04/03/2014), Συμβουλευτικός σταθμός Νέων Λευκάδας, http://dide.lef.sch.gr/ssn/117
  • Κωνσταντίνου Ζήσης, Παραβατικότητα ανηλίκων, ποινική δικαιοσύνη ανηλίκων και κρίση (25/01/2016), Crime in Crisis
  • Παπαστεργίου Βασίλης, Ανήλικοι πίσω από τα κάγκελα: βασικές έννοιες και αριθμοί, https://mahitotekmirio.wordpress.com/

Βασιλική Οικονόμου

Γεννήθηκε στο Βόλο τον Μάρτιο του 1999. Αποφοίτησε από το Μουσικό Σχολείο Βόλου το 2017. Σπουδάζει έκτοτε στη Νομική Θεσσαλονίκης. Έχει άριστη γνώση αγγλικών και γαλλικών και απλή γνώση γερμανικών. Συμμετέχει σε σεμινάρια σχετικά με το αντικείμενο των σπουδών της, ενώ έχει συμμετάσχει στο RhodesMRC 2019. Η αρθρογραφία είναι για εκείνη ένα μέσο να διευρύνει τις νομικές της γνώσεις.