Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Ένα μεγάλο ζήτημα που προέκυψε κατά την διάρκεια του «δύσκολου» για τη Βαλκανική 19ου αιώνα και συνεχίζει να μας ταλανίζει μέχρι σήμερα, είναι αυτό των εθνοτικών ταυτοτήτων. Τα Βαλκάνια ιδίως αποτέλεσαν ένα μωσαϊκό πληθυσμών και γλωσσών. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται αδιάσπαστη και μετά την Οθωμανική κατάκτηση με την πρόσθεση μάλιστα και μίας ακόμα εθνοτικής «ψηφίδας», αυτής των «Τούρκων».

Οι Έλληνες, όντες οι αρχαιότεροι αυτόχθονες της Βαλκανικής Χερσονήσου, κατά τη διάρκεια της πολύχρονης και πολυτάραχης ιστορίας τους, άλλαξαν πολλές ταυτότητες: από πολίτες της πόλης τους, Κορίνθιοι, Εφέσιοι, Αθηναίοι, Σπαρτιάτες και τα λοιπά, άρχισαν να αισθάνονται εντονότερα την «Ελληνικότητα» μετά την ενοποίηση του Ελλαδικού χώρου από τους Φίλιππο και Αλέξανδρο και αργότερα τους Ρωμαίους. Η Ελληνικότητα βεβαίως  προϋπήρχε, χώλαινε όμως μπροστά στην έννοια του πολίτη (αισθάνονταν   δηλαδή  πρώτα πολίτες εκάστης πόλεως ο καθένας και ύστερα Έλληνες). Το «όμαιμων και ομόγλωσσων» καλλιεργούνταν και ενισχυόταν από την συμμετοχή στους Πανελλήνιους αγώνες (Ολυμπιακοί, Νέμεα, Πύθια κ.α.), τους απελευθερωτικούς αγώνες κατά των «Βαρβάρων» (Περσών κατά βάση και λοιπών) και την χρήση της Ελληνικής Γλώσσας.

Η μάχη της Χαιρώνειας και η επακόλουθη ενοποίηση του «Ελληνικού κόσμου» πρώτα υπό τον Φίλιππο και αργότερα τον Αλέξανδρο με την συνεπακόλουθη επιτυχή εκστρατεία κατά των Περσών δημιούργησαν ένα νέο «ελληνικό…κόσμο, μέγα» για να θυμηθούμε και τον Καβάφη, που εκτεινόταν από την Μεγάλη Ελλάδα μέχρι τον Ινδό, και από τον Δούναβη μέχρι την  Αίγυπτο. Η Ελληνική γλώσσα κατέστη μια lingua franca της Ανατολής. Εξαιτίας της δημιουργίας των μεγάλων Μητροπόλεων (Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας) και των αποικιών, η ελληνικότητα ταυτίστηκε με τον πολιτισμό και την χρίση της γλώσσας, έτσι για παράδειγμα ένας ελληνόφωνος, πεπαιδευμένος Σύρος όπως ο Λουκιανός ή ο Λιβάνιος φυσικό ήταν να ονομάζουν εαυτούς Έλληνες (γιατί απλούστατα ήταν).

Η ρωμαϊκή κατάκτηση ελάχιστα επηρέασε την κείμενη κατάσταση, δίπλα στους Έλληνες ήρθαν οι Ρωμαίοι. Αμφότεροι έμαθαν να συμβιώνουν μεταξύ τους, όχι όμως χωρίς γκρίνιες από τους Έλληνες λογίους που συνέχιζαν να παραπονιούνται για την χαμένη ανεξαρτησία της Ελλάδας (και ας είχαν περάσει πεντακόσια χρόνια από την «αποφράδα» μάχη της Χαιρώνειας). Συγκερασμός μεταξύ της ελληνικότητας και της «Romanitas» παρουσιάζονται μόνο στα κατώτερα στρώματα, που υπηρετούν στον Ρωμαϊκό στρατό, και την ηγετική τάξη των πόλεων, που λαμβάνει τον τίτλο του Ρωμαίου πολίτη. Πολλοί από αυτούς θα φτάσουν μέχρι το συγκλητικό και το υπατικό αξίωμα. Η λεγόμενη περίοδος της «Στρατιωτικής Αναρχίας», που κράτησε για πενήντα χρόνια, έκανε τους Έλληνες να αισθανθούν πιο «κοντά» τους την Ρώμη, να νιώσουν μέρος της (ο πολιτισμός της άλλωστε ήταν δικό τους κτήμα).

Η ίδρυση της «Νέας Ρώμης», της Κωνσταντινούπολης, από τον Κωνσταντίνο το 324, η μεταφορά του κέντρου βάρους στην ελληνόφωνη Ανατολή και η προϊούσα παρακμή της Δύσης κατέστησαν τους Έλληνες κύριους των πραγμάτων. Η οριστική διαίρεση της αυτοκρατορίας σε Ανατολή και Δύση το 395 προκάλεσε μια ιστορική αλλαγή, οι Έλληνες έμειναν κύριοι του εαυτού τους και αβίαστα έγιναν Ρωμαίοι, σε αυτό συντέλεσε και η ευρεία διάδοση του Χριστιανισμού. Τα γνωρίσματα αυτά, η χρήση της Ελληνικής γλώσσας, η Ορθοδοξία και η «Romanitas» (οι νόμοι και η ρωμαϊκή κρατική παράδοση), απετέλεσαν τα ιδιώματα του Μεσαιωνικού (Βυζαντινού) Ελληνισμού και διατηρήθηκαν αυτούσια για πάνω από δέκα αιώνες. Στα τελευταία μόνο χρόνια της Αυτοκρατορίας, όταν αδύναμη πια προσπαθούσε να αντέξει τα εχθρικά πλήγματα των αντιπάλων της, άρχισε να ξανάρχεται στο προσκήνιο η Ελληνικότητα, συνυφασμένη μέχρι τότε με την ειδωλολατρία, από διάφορους λογίους όπως ο Πλήθωνας.

Η τουρκική κατάκτηση έριξε βαρύ τον ίσκιο της πάνω από τα Βαλκάνια, η Άλωση της Πόλης το 1453 ήταν το τέλος της ελπίδας, οι Έλληνες θρήνησαν πικρά την Άλωση. Έπρεπε να μάθουν όμως να συμβιώνουν με τους νέους κυριάρχους τους, τους Οθωμανούς. Καθώς η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα ισλαμικό κράτος, οι αλλόθρησκοι υπήκοοι της (Χριστιανοί και Εβραίοι κατά βάση) αναγνωρίζονταν ως ανήκοντες ο καθένας σε διαφορετική εθνοθρισκευτική ομάδα, τα γνωστά μας Μιλλέτια (millet), που όμως καθιερώθηκαν πολύ αργότερα. Η ορθοδοξία ταυτίστηκε με τον Ελληνισμό, οι Rum (Ρωμιοί) των τουρκικών και Αραβικών πηγών αναγνώριζαν ως κεφαλή και αντιπρόσωπο τους απέναντι στο Κράτος τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Σε οθωμανικές πηγές απαντούν συχνά οι όροι Rum ή Yunan (Έλλην), Bulgar (Βούλγαρος), Serb ή Serf (Σέρβος), όλοι τους ως «άπιστοι», Χριστιανοί δηλαδή, Ραγιάδες.

H Ελληνική γλώσσα χάρη στην άνθηση του εμπορίου έγινε ξανά μια lingua franca, των εμπορευόμενων και των λογίων αυτή την φορά. Οι Graeci, Γραικοί (Έλληνες), των ξένων, Ιταλικών και Αυστριακών κυρίως, πηγών αρχίζουν να αποκτούν κύρος και πλούτη στα μέρη που εγκαθίστανται, αρχίζουν να σπουδάζουν στα πανεπιστήμια του  εξωτερικού, διαμορφώνεται έτσι μία ελίτ λογίων με υψηλή κατάρτιση και ελληνομάθεια. Την εποχή του Διαφωτισμού η τάξη αυτή των λογίων θα θέσει επιτακτικά το ζήτημα τις «πραγματικής» ταυτότητας των Ελλήνων. Παρατηρείται λοιπόν μια διαμάχη μεταξύ των μορφωμένων για την επικράτηση μίας εκ των «ταυτοτήτων», τίθεται το ερώτημα αν οι Ελληνόφωνοι Χριστιανοί θα πρέπει να ονομάζονται Έλληνες (σε προφανή σύνδεση με την κλασική διάσταση του όρου) που προτιμούν οι σπουδαγμένοι στην Εσπερία λόγιοι, Ρωμιοί (σε σύνδεση με τον Χριστιανισμό) που προκρίνουν εκκλησιαστικοί και πατριαρχικοί κατά βάση κύκλοι  ή Γραικοί, που προκρίνει κυρίως ο Κοραής. Γύρω από το όλο ζήτημα η βιβλιογραφία είναι πολύ πλούσια.

Ο Ελληνισμός μέσα στην πολυτάραχη και υπέρ δισχιλιετή ιστορία του, άλλαξε πολλές ταυτότητες, από Πολίτης έγινε Έλλην και αργότερα Ρωμαίος/Ρωμιός, με κάθε μία από αυτές τις ταυτότητες δεν έπαψε να μεγαλουργεί. Ο διαφωτισμός και η διαφαινόμενη στον ορίζοντα επανάσταση, έθεσαν επιτακτικά το ερώτημα της πραγματικής του φύσης. Με αυτά ο Ελληνισμός ετοιμάζεται να  εισέλθει στον «μακρύ» 19ο αιώνα. Η συνέχεια είναι σε όλους μας γνωστή.


Βιβλιογραφία
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Ελληνισμός και Ρώμη, Ά τόμος 14, σελ. 88-90 και 106-116
  • Mackay Christopher, Αρχαία Ρώμη: Στρατιωτική και πολιτική Ιστορία, Παπαδήμας, σελ. 351-377
  • Κωνσταντίνος Δημαράς, « Ρωμιοί, Γραικοί, Έλληνες, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΑ΄, Αθήνα, 1975
  • Πωλ Βεν, Η Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2013 σελ. 197-310 (κατατοπιστικότατο για όποιον θέλει να ασχοληθεί με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία)
  • Ιω. Τουλουμάκος, Ιστορία των Αρχαίων Ελλήνων, Κυριακίδη, 2017 σελ.223-234
  • Φωκίων Κοτζαγεώργης, «Αναζητώντας τους Έλληνες μέσα σε οθωμανικές διοικητικές πηγές (15ος-17ος αι.)», Έλλην, Ρωμηός, Γραικός, Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες, Αθήνα 2018
  • Ηλίας Κολοβός, «Ονομάτων επίσκεψις του Εβλιά Τσελεπί», Έλλην, Ρωμηός, Γραικός, Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες, Αθήνα 2018
  • Όλγα Κατσιαρίδη– Hering, «Έλλην, Γραικός, Ρωμηός: από το πολυεθνικό στο εθνικό», Έλλην, Ρωμηός, Γραικός, Συλλογικοί προσδιορισμοί και ταυτότητες, Αθήνα 2018

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).