Του Ιάσονα Χαλκίδη,

Σαν χθες, 30 χρόνια πριν, στις 9 Νοεμβρίου του 1989 έλαβε χώρα μία από τις σημαντικότερες στιγμές του 20ου αιώνα. Το γνωστό σε όλους ως το «Τείχος του Βερολίνου», το οποίο χώριζε από τη δεκαετία του 1960 την πόλη του Βερολίνου σε δύο μέρη, σε Δυτικό και Ανατολικό, άρχισε να κατεδαφίζεται. Κάπως έτσι μια περίοδος διαχωρισμού και φόβου που στιγμάτιζε την Ευρώπη, έφτανε προς το τέλος της. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό δεν είναι πραγματικά ένα αληθές συμπέρασμα. Αυτό συμβαίνει καθώς από την πτώση του Τείχους, οι Ευρωπαϊκές χώρες, με τις περισσότερες από αυτές να είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν υψώσει στα σύνορά τους με τις γειτονικές τους χώρες ή ακόμη και εντός των πόλεών τους τείχη, οχυρώσεις και φράχτες με συρματόπλεγμα, που αθροιστικά όλα μαζί, ξεπερνούν σε έκταση τα 1000 χιλιόμετρα.

Πιο συγκεκριμένα, το Transnational Institute (TNI) που εδρεύει στο Άμστερνταμ, αναφέρει χαρακτηριστικά πως η απόσταση αυτή πρόκειται για μια απόσταση έξι φορές μεγαλύτερη σε μήκος, σε σχέση με το προαναφερθέν Τείχος που για πολλά χρόνια διχοτομούσε την τωρινή Γερμανική πρωτεύουσα. Το εν λόγω ινστιτούτο αναφέρει επίσης, πως τα κράτη μέλη της ΕΕ, και του χώρου που οριοθετεί η Συνθήκη του Σένγκεν γενικότερα, έχουν υψώσει από τη δεκαετία του 1990, τείχη σχεδόν 1.000 χιλιομέτρων σε απόσταση, δηλαδή έξι φορές το μήκος του τείχους του Βερολίνου. Τα κράτη ακολούθησαν, όπως αποδείχτηκε, αυτήν την πολιτική για να εμποδίσουν την είσοδο εκτοπισμένων, παράτυπων μεταναστών ή απλά για να οριοθετήσουν και να προστατεύσουν περισσότερο τα σύνορά τους.

Ανάλογα τείχη και συνοριακές περιφράξεις, υπάρχουν σε διάφορα μέρη ανά την Ευρώπη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μεγάλες, σε ύψος και σε μήκος, συνοριακές περιφράξεις στις αυτόνομες περιοχές της Ισπανίας στις ακτές του Μαρόκο, τη Θέουτα και τη Μελίγια, οι οποίες χτίστηκαν κυρίως, για να εμποδίζουν την είσοδο των παράτυπων μεταναστών από την Αφρική στα Ισπανικά εδάφη. Ακόμη, άλλα παρόμοια παραδείγματα αποτελούν οι περιφράξεις στα Βούλγαρο-Τουρκικά σύνορα, αλλά και στα ελληνικά σύνορα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, αλλά και μεταξύ της πρώτης και της Βορείου Μακεδονία, με την δεύτερη περίπτωση να είναι πιο πρόσφατη, καθώς υψώθηκε έκτακτα το 2016 από την κυβέρνηση της Βορείου Μακεδονίας, για να ανακόψει τη μεγάλη μεταναστευτική ροή που είχε δημιουργηθεί.

Με αυτόν τον τρόπο, η Βόρειος Μακεδονία είχε ακολουθήσει το παράδειγμα της Ουγγρικής κυβέρνησης, που με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού της, Βίκτορ Όρμπαν, ύψωσε για τον ίδιο λόγο περιφράξεις από ενισχυμένο συρματόπλεγμα στα σύνορα της χώρας με τη Σερβία και την Κροατία. Για τον ίδιο λόγο, είχε υψωθεί διαχωριστικό πλέγμα και στο Καλαί της Γαλλίας, όπου εδρεύει μεγάλος μεταναστευτικός καταυλισμός. Ακόμη, δύο τελευταίες περιπτώσεις σύγχρονων τειχών, αποτελούν το μεγάλο επίμηκες «τείχος» στα Ρωσικά σύνορα με τις Βαλτικές χώρες, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία, και με τη Νορβηγία, αλλά και η πιο κοντινή και γνωστή σε μας περίπτωση, του τείχους της Λευκωσίας που διχοτομεί την πόλη στο ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό κομμάτι της. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, πως πολλά από αυτά τα σύγχρονα τείχη, τα οποία δεν έχουν κατασκευαστεί κυρίως, λόγω κάποιας ιδεολογίας ή ψυχροπολεμικής πολιτικής, αλλά λόγω του φόβου προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, έχουν κατασκευαστεί από την εταιρεία ισπανικών συμφερόντων, την European Security Fencing.

Επιπρόσθετα, υπολογίζεται ότι η αγορά με φόντο την συνοριακή ασφάλεια έφτασε τα 17,5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2018 και έχει την τάση τα επόμενα χρόνια να αυξάνεται κατά 8% ετησίως. Επίσης, οι χώρες της Ευρώπης, κράτη-μέλη της ΕΕ ή μη, έχουν ξοδέψει περίπου 900 εκατ. με ένα δισεκατομμύριο ευρώ σε τείχη, φράχτες και περιφράξεις από την ψυχροπολεμική περίοδο. Σε αυτές τις δαπάνες, έχουν προστεθεί και χρήματα που ξοδεύτηκαν μέσω του Ταμείου Εξωτερικών Συνόρων (1,7 δισ. μεταξύ 2007 και 2013) και από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2,76 δισ. ευρώ μεταξύ 2014 και 2020). Από την πλευρά της, η ΕΕ προσπαθεί να κατευνάσει ή ακόμα και να σταματήσει αυτό το φαινόμενο, διαθέτοντας 9,3 δισ. μέσω του πολυετούς προϋπολογισμού της για την περίοδο 2021-2027 αλλά και στα πλαίσια του νέου Ταμείου Ολοκληρωμένης Διαχείρισης των Εξωτερικών Συνόρων και αυξάνοντας μέσω της FRONTEX, τις θαλάσσιες περιπολίες και ναυτικές επιχειρήσεις, κυρίως στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Ιταλίας, λόγω της αύξησης των μεταναστευτικών ροών την τελευταία περίοδο.

Από τα προαναφερθέντα καταλαβαίνουμε, πως από την καχυποψία και το φόβο που επικρατούσε στην Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, έχουμε περάσει στην περίοδο που οικοδομείται η Ευρώπη-Φρούριο, αποτελώντας κοντράστ για την τωρινή εικόνα της Ευρώπης, και κυρίως της ΕΕ που είναι «θεωρητικά» πιο ανοικτή στον κόσμο και πολυπολιτισμική. Τέλος, αν και με την αύξηση του κοινού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με στόχο την ενίσχυση και την καλύτερη και πιο εύρυθμη λειτουργία των συνοριακών μηχανισμών, η διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών έχει βελτιωθεί, η ύπαρξη ακόμα τειχών, ενδυναμώνει την εικόνα της Ευρώπης-Φρούριο και παράλληλα μειώνει την εικόνα της “Ηνωμένης Ευρώπης” στον έξω κόσμο, κρούοντας έτσι το καμπανάκι του κινδύνου ακόμα περισσότερο στην Ευρώπη και την ΕΕ, καθώς στην τρέχουσα χρονική περίοδο τα τείχη και τα οποιαδήποτε εμπόδια οφείλουν να γκρεμίζονται, όχι να δημιουργούνται ξανά.


Ιάσων Χαλκίδης, Αρχισυντάκτης Διεθνών

Είναι βαλκανιολόγος, 25 χρονών και κατάγεται από την Θεσσαλονίκη. Κάνει το μεταπτυχιακό του στις Ευρωπαϊκές Σπουδές, με ιδιότητα τις Δημόσιες Σχέσεις και τη Διοίκηση, στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ στην Ολλανδία. Έχει διατελέσει ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ, έχει αρθρογραφήσει σε ιστοσελίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά και ομιλεί 5 ξένες γλώσσες.