Της Αθανασίας Γκοντέβα,

Τους τελευταίους δύο μήνες, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), ο πληθωρισμός σημειώνει υποτονικότητα. Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά δεν ήρθαν αντιμέτωπα με μεταβολές των τιμών των προϊόντων. Τη μεταβολή των τιμών αποτυπώνει ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, ο οποίος επηρεάζει άμεσα το καλάθι ενός νοικοκυριού. Αν, δηλαδή, για παράδειγμα, τα απαραίτητα για αυτό προϊόντα λ.χ ρούχα, τρόφιμα, κόστιζαν για μια ορισμένη περίοδο 200 ευρώ και το επόμενο έτος κοστίζουν τα ίδια 230 ευρώ, τότε το επίπεδο των τιμών έχει αυξηθεί κατά 30 ευρώ, ενώ το ποσοστό που αντιστοιχεί στα 230 αποτελεί τον ρυθμό πληθωρισμού μεταξύ των δύο ετών που μελετώνται την εκάστοτε φορά.

Ο πληθωρισμός αποτελεί ένα «κλασσικό» (έχει αναπτυχθεί από τους πρώτους οικονομολόγους, από τον 18ο αιώνα, όπως είναι π.χ. ο David Hume) πρόβλημα της οικονομίας. Η Ελλάδα είναι μια χώρα, η οποία ταλαιπωρείται από το εν λόγω πρόβλημα, τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια, λαμβάνοντας ως αφετηρία την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973. Ως πληθωρισμός, σύμφωνα με τον Θεόδωρο Λιανό, νοείται το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο οι τιμές των προϊόντων παρουσιάζουν τάσεις ανόδου, ενώ ως ρυθμός πληθωρισμού ορίζεται η ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου των τιμών μέσα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο.

Ο πληθωρισμός περαιτέρω μπορεί να διακριθεί, ανάλογα και με τα αίτια που τον προκαλούν, σε πληθωρισμό ζήτησης και πληθωρισμό κόστους. Σε κάθε περίπτωση, το φαινόμενο αυτό μελετάται και ενδιαφέρει την οικονομία επειδή διαταράσσει σημαντικά τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος και εν γένει προκαλεί αρνητικές επιδράσεις. Πλήττει τους αποταμιευτές, ευνοεί αυτούς που δανείζονται και ζημιώνει αυτούς που δανείζουν. Παράλληλα, ο πληθωρισμός έχει δείξει ότι μπορεί να συνυπάρξει και με ένα ακόμη φαινόμενο, αυτό της ανεργίας (στασιμοπληθωρισμός), κάτι που σημαίνει ότι η οικονομία μιας χώρας γίνεται και άλλο δυσβάσταχτη.

Σε άλλα νέα, πιο συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός της Ελλάδος χαρακτηρίζεται από “ατονία”. Κατά τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και με μια προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat ως προς τον Οκτώβρη, ο Γενικός Δείκτης Τιμών κυμάνθηκε στο -0,1% και –0,2%, αντίστοιχα. Αναφορικά με την Ευρωζώνη, για τον μήνα Οκτώβρη αναμένεται ο δείκτης να είναι στο 0,7% (υπενθυμίζεται το 2,3% του Οκτώβρη του 2018), ενώ τον Σεπτέμβρη ήταν στο 0,8%. Ακόμη, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι ο πληθωρισμός της Ελλάδας θα κυμανθεί από φέτος και για τα επόμενα δύο χρόνια μεταξύ του 0,5% και του 0,9%, ποσοστά αρκετά χαμηλότερα από αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης.

Συνεπώς, αυτό που απαιτείται ιδίως για μια χώρα, όπως η Ελλάδα, και σε περίοδο που φαινομενικά έχουν περάσει οι δυσκολίες της βαθιάς οικονομικής κρίσης, είναι οι λεπτοί χειρισμοί και η συνεχής παρακολούθηση της εξέλιξης του εν λόγω φαινομένου. Σε κάθε περίπτωση, αν ο πληθωρισμός μας συνεχίσει να κινείται προς αρνητική κατεύθυνση, δεν μπορεί παρά η Κυβέρνηση (η εκάστοτε) να ακολουθήσει αντιπληθωριστική πολιτική και ό,τι αυτή συνεπάγεται.


Αθανασία Γκοντέβα

Εξ Αμαρουσίου Αττικής ορμώμενη, 1996, απόφοιτη του Τμήματος: Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ίδιο Πανεπιστήμιο στο πρόγραμμα: Δημόσιο Δίκαιο και Δημόσια Πολιτική. Αυτόν τον καιρό απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα. Αγαπά τον εθελοντισμό, και ενδιαφέρεται για την επικαιρότητα εξού και γράφει για το OffLine Post.