Του Δημήτρη Τόλια,

Ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, με αφορμή τις πολλές εκλογικές αναμετρήσεις σε όλα τα επίπεδα, έγινε φανερή μια γενικότερη τάση αποφυγής του πολιτικού διαλόγου από πολλούς ανθρώπους σε παρέες και κοινωνικές ομάδες. Σαν να υπήρχε ένας φόβος να μην υπάρξει διαφωνία με τον συνομιλητή. Μια έντονη ανάγκη οι συζητήσεις να μην αποβούν αντιπαραθετικές. Δεν αναφέρομαι, βέβαια, στις περιπτώσεις που το άτομο μοιράζεται την ίδια άποψη με τον συνομιλητή για ένα πολιτικό ζήτημα, αλλά σε εκείνες που διαφωνεί αλλά αποφεύγει σκόπιμα να αντιπαρατεθεί.

Από τη μια, τις περισσότερες φορές, ο συνομιλητής δεν εισέρχεται στην πολιτική αντιπαράθεση, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει επιχειρηματολογία, συνεπώς και γνώση του αντικειμένου. Ωστόσο, η ενημέρωση γύρω από τα πολιτικά ζητήματα στη χώρα μας είναι πενιχρή, ενώ οι θεωρίες της συνωμοσίας και ο μαγικός-απλουστευτικός τρόπος σκέψης δηλητηριάζουν την αντίληψη της κοινωνίας για την πολιτική.

Η άγνοια αυτή, σε συνδυασμό με τα ασαφή όρια μύθου-πραγματικότητας, όπως εισέρχονται στο τραπέζι του διαλόγου προκαλεί μια σύγχυση που οδηγεί τον συνομιλητή να αποφύγει με κάθε τρόπο την αντιπαράθεση. Έστω, ακόμη και συμφωνώντας σιωπηλά χωρίς πραγματικά να συμφωνεί με όσα ακούει από τον συνομιλητή του, δεν εκφράζει τη διαφωνία του, καθώς κρίνει ασθενή τη δική του άποψη ελλείψει επαρκούς ενημέρωσης-γνώσης για το θέμα της συζήτησης. Ίσως και η ίδια η άποψη που διαθέτει να είναι προϊόν χειραγώγησης από την οικογένεια, από το σχολείο, από τα ΜΜΕ. Άποψη καλά ριζωμένη, τόσο που το άτομο να αρνείται να τη θέσει προς συζήτηση, είτε διότι τη θεωρεί ακλόνητη, είτε διότι δεν αισθάνεται πως διαθέτει επαρκή γνώση, ώστε να τη στηρίξει. Φυσικά, πολλές φορές τα άτομα και ιδιαίτερα οι νέοι είναι πιθανό να μην έχουν διαμορφώσει την άποψή τους για ένα ζήτημα μέχρι τη χρονική στιγμή της συζήτησης. Έχουν, όμως, την ευθύνη να φέρουν την άποψη του συνομιλητή τους σε αντιπαράθεση, χωρίς να την υιοθετήσουν άνευ κριτικής.

Όσο κι αν, μέσω ενός καταδικαστέου εκπαιδευτικού συστήματος, έχουμε εμφυσήσει στη μονολιθική σκέψη. Μελετώντας μονοδιάστατα, παπαγαλίζοντας την άποψη του ενός και στην ουσία ιεροποιώντας τη, συνηθίζουμε να μην ασκούμε κριτική στο επιχείρημα που μας παρουσιάζεται. Αντιθέτως, διδασκόμαστε να λησμονούμε την ύπαρξη επιχειρήματος στον λόγο, μαθαίνοντας μια αλληλουχία λέξεων και όχι νοημάτων. Έχοντας αυτή τη νοοτροπία στη σκέψη, είναι επόμενο να μην εισερχόμαστε σε διάλογο, να ακούμε την άποψη του συνομιλητή μας, ως οφείλουμε, χωρίς -ωστόσο- να είμαστε σε θέση να κρίνουμε τα λεγόμενά του, χωρίς να κατορθώνουμε να αποδομήσουμε τα στοιχεία του λόγου του και να αντιπαραθέσουμε τα δικά μας.

Πολλές φορές δε, υπάρχει ένας άλλος φόβος, εκείνος του στιγματισμού. Ιδιαίτερα σε μια χώρα που τα κόμματα και οι κομματικοί μηχανισμοί διεισδύουν «άγαρμπα» σε αυτό που ονομάζουμε κοινωνία, θεσμούς, καθημερινότητα. Το άτομο αισθάνεται αμήχανο να φέρει αντίρρηση στην πολιτική άποψη του συνομιλητή του, φοβούμενο κάποια πιθανή ταύτιση με την άποψη ενός κόμματος. Στην περίπτωση αυτή, το άτομο προτιμά τη σιωπηλή συμφωνία από έναν εν δυνάμει στιγματισμό του με μια κομματική θέση, στην περίπτωση που εκφράσει την πολιτική του άποψη.

Επομένως, είτε η άγνοια, είτε η έλλειψη κριτικής σκέψης, είτε ακόμα ο φόβος στιγματισμού ή όλα τα παραπάνω, παρακωλύουν τον πολιτικό διάλογο και περιορίζουν τη συζήτηση στην επιφάνεια. Με τον τρόπο αυτό, αποκλείεται η εμβάθυνση σε ζητήματα που καθορίζουν την κοινωνική πραγματικότητα με αποτέλεσμα τα άτομα να μην αποκτούν πολύπλευρη γνώση αλλά να καθηλώνονται σε απόλυτες αλήθειες. Οι πολίτες δεν ανανεώνουν την αντίληψή τους σε κρίσιμα ζητήματα, αλλά αντιθέτως αγκυλώνονται εγωιστικά στις απόψεις τους. Χωρίς τον αντίλογο και έχοντας μια στρεβλή άποψη για το πολιτικό γίγνεσθαι, κρίνουν με τη δύναμη κυρίως της ψήφου τους, μυστικά πάντα, την πορεία της κοινωνίας. Χωρίς το «καθημερινό δημοψήφισμα», χωρίς την από κοινού μεταξύ των πολιτών διαμόρφωση των απόψεών τους, οδηγούμαστε μοναχικά στην αδράνεια και την πολιτική απομόνωση. Φράζουμε τις εκροές στο πολιτικό σύστημα, αποφασίζουμε ατομικά δίχως να λαμβάνουμε υπόψη άλλα κοινωνικά αιτήματα.

Όλα τα παραπάνω απορρέουν από μια ευθυνοφοβία που είναι καλά χαραγμένη στην ιδιοσυγκρασία της κοινωνίας μας, μια νοοτροπία που συνεχίζει, άθελά της και αθόρυβα, να διαιωνίζεται μέσω της οικογένειας και του εκπαιδευτικού συστήματος. Ουσιαστικά, μέσω του κράτους καλλιεργείται η νοοτροπία του ανηλίκου, «εκείνου που δεν έχει ευθύνες». Εκείνος λοιπόν, που φοβάται να έχει την ευθύνη των λεγομένων του, είναι δυνατόν να εκφραστεί; Ή απλώς θα χτίζει στέρεα και ψηλά τείχη, χάνοντας τελικά τον κόσμο;


Δημήτρης Τόλιας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.