Της Ανθής Αγγελοπούλου,

Από τις βασικότερες αλλαγές που επήλθαν στη μοντέρνα κοινωνία είναι η αλλαγή της θέσης και του ρόλου της γυναίκας. Η συγκεκριμένη αλλαγή αφορά θεωρητικά τις γυναίκες του μισού πληθυσμού παγκοσμίως. Επισημαίνεται «θεωρητικά», διότι η θέση και ο ρόλος της γυναίκας δεν έχει αλλάξει για τις περισσότερες γυναίκες στον κόσμο. Για να πραγματοποιηθεί μία τόσο σημαντική αλλαγή, χρειάστηκε να γίνουν αγώνες, να ασκηθούν πιέσεις και να μεταβληθούν ριζοσπαστικά οι σχετικές αντιλήψεις. Η επεξεργασία και η κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η διεκδίκηση των γυναικών να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους και ιδίως το δικαίωμα να έχουν ίση πρόσβαση με τους άνδρες στην εκπαίδευση διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο.

Σύμφωνα με την κοινωνικοϊστορική έρευνα, η γυναίκα δεν είχε θέση στον δημόσιο χώρο της παραδοσιακής κοινωνίας. Η θέση της ήταν στο σπίτι και οι κύριες αρμοδιότητές της ήταν η γέννηση, η φροντίδα και η ανατροφή των παιδιών.

Αρχικά, ο Χριστιανισμός προσπάθησε να αναβαθμίσει τη θέση της γυναίκας συγκριτικά με εκείνη που είχε στον προχριστιανικό κόσμο. Στην Καινή Διαθήκη και πιο συγκεκριμένα στην Επιστολή του Αποστόλου Παύλου Προς Γαλάτας 3,28 αναφέρεται η ισότητα ανδρών και γυναικών, παράλληλα, όμως, υπάρχει και η άποψη ότι ο άνδρας είναι η κεφαλή της γυναίκας και ότι η δεύτερη οφείλει να υποτάσσεται στον άνδρα, ο οποίος πρέπει να την αγαπά. Κατά κύριο λόγο, οι αντιλήψεις για τη γυναίκα αρχίζουν να αλλάζουν με την Αναγέννηση. Είναι η εποχή που κάνουν την εμφάνισή τους γυναίκες καλλιτέχνιδες, καθώς επίσης προβάλλεται η γυναικεία ομορφιά ως ιδιαίτερη αξία. Παρ’ όλα αυτά, τα δικαιώματα των γυναικών παρέμειναν σε θεωρητικό επίπεδο ακόμη και από ορισμένους εκπροσώπους του Διαφωτισμού. Μία νέα αλλαγή, άλλαξε τα δεδομένα για τα δικαιώματα των γυναικών σε πρακτικό επίπεδο και αυτή η αλλαγή είναι η αστικοποίηση, η οποία πραγματοποιείται λόγω της μετακίνησης των πληθυσμών από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις.

Αυτή η αλλαγή «ανάγκασε» τις γυναίκες να εξέρχονται από το σπίτι για να εργαστούν, ώστε να μπορέσουν να καλύψουν τις ανάγκες τους. Η συγκεκριμένη αλλαγή θα συνεχιστεί μέχρι τον 20ο, αλλά και τον 21ο αιώνα. Συγχρόνως, η επεξεργασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διεκδίκησή τους από μέρους των γυναικών, όπως επίσης και η καταγραφή τους, κυρίως στη Διεθνή Σύμβαση «για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών» (1979), στη κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, σε θεωρητικό, όμως, επίπεδο. Η ενύλωσή τους στην πράξη είναι πράγματι ένα ζήτημα συνεχούς αναζήτησης και προσπάθειας.

Αναμφισβήτητα, η προμοντέρνα κοινωνία δεν άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τη θέση της γυναίκας. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι υπερασπιστές του Διαφωτισμού ενδιαφέρονταν για την επεξεργασία των βασικών αντιλήψεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεκδίκηση και επέκτασή τους σε όλους τους ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά, οι ριζοσπαστικές ιδέες χρειάζονται αρκετό χρόνο και συντονισμένες προσπάθειες για να καρπίσουν. Ουσιαστικός λόγος για τις γυναίκες ώστε να μπορέσουν να διεκδικήσουν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματά τους, καθώς επίσης και την ελεύθερη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους με την εκπαίδευση, την εργασία και την ελεύθερη συγκρότηση του κοινωνικού τους ρόλου, αποτέλεσε η έξοδός τους από το σπίτι στην αγορά εργασίας.

Επιπλέον, δυναμικές γυναίκες διεκδίκησαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, με αποτέλεσμα να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Βαθμιαία σε διάφορες ευρωπαϊκές κοινωνίες και στις Η.Π.Α., αναγνωρίστηκε αυτό το δικαίωμα στις γυναίκες. Το 1946, στον ΟΗΕ, η «Επιτροπή για τη νομική θέση των Γυναικών», έχοντας ως σκοπό την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών σε όλο τον κόσμο. Επίσης, το 1952, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε τη Σύμβαση για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Γυναικών, το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο κείμενο Διεθνούς Δικαίου, το οποίο είχε ως σκοπό την αναγνώριση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων των γυναικών σε παγκόσμια κλίμακα.

Σημαντικές προσωπικότητες του γυναικείου φύλου αποτελούν η Καλλιρόη Παρρέν, η οποία ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες φεμινίστριες. Διεκδίκησε τον τίτλο της πρώτης Ελληνίδας δημοσιογράφου, εκδότριας και διευθύντριας, όταν άρχισε να εκδίδει, το 1887, την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών», η οποία συντασσόταν αποκλειστικά από γυναίκες και απευθυνόταν σε γυναίκες. Ακολουθεί η Γαλλίδα συγγραφέας Simone de Beauvoir, η οποία υποστήριξε ότι «η γυναίκα δε γεννιέται, αλλά γίνεται. Τέλος, οι Σουφραζέτες (ο συγκεκριμένος τίτλος επινοήθηκε από την εφημερίδα DailyMail και είχε υποτιμητικό χαρακτήρα), δηλαδή γυναίκες της μεσαίας τάξης στο Ηνωμένο Βασίλειο, υποστήριζαν το δικαίωμα της ψήφου στις γυναίκες.

Στόχος των γυναικών είναι να αναγνωριστεί ότι και οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση, στην ελευθερία του λόγου και στην παραγωγή πολιτισμού, όπως επίσης μπορούν να συμμετέχουν στην πολιτική, καθώς και στην άσκηση της εξουσίας.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο, είχαν αρχίσει ορισμένα κράτη να αποδέχονται τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών και να γίνεται αντιληπτό ότι και οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες στο κοινωνικό πεδίο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γίνεται δεκτή η βασική αυτή αντίληψη μέσω του Διεθνούς Δικαίου. Στις 18 Δεκεμβρίου 1979, υιοθετήθηκε η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την «Εξάλειψη όλων των μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών». Άρχισε να ισχύει από τις 3 Σεπτεμβρίου, 1981.

Εν κατακλείδι, οι μεγάλες ιδέες δεν υλοποιούνται από μόνες τους. Λόγω των αντιστάσεων που παρουσιάζονται στην κοινωνία, απαιτούν συντονισμένες και μακροχρόνιες προσπάθειες. Στη σύγχρονη εποχή, έχει βελτιωθεί αισθητά η θέση των γυναικών και η συμμετοχή τους στην εκπαίδευση είναι εμφανής, σύμφωνα και με σχετικές στατιστικές. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ένα μεγάλο ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού παγκοσμίως αντιμετωπίζει ακόμη και σήμερα, εν έτει 2019, σοβαρά προβλήματα σχετικά με την ανισότητα των φύλων που επικρατεί στα πλείστα αναπτυσσόμενα κράτη.


Ανθή Αγγελοπούλου

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτήτρια της Θεολογικής σχολής του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενεργή συμμετοχή σε πληθώρα σεμιναρίων, συνεδρίων και ημερίδων θεολογικού, πολιτικού, κοινωνιολογικού και παιδαγωγικού περιεχομένου, καθώς έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Εστιάζει την έρευνά της κυρίως στον κλάδο της κοινωνιολογίας και ειδικότερα στη θρησκεία και κοινωνία της δεύτερης νεωτερικότητας, καθώς επίσης τρέφει ιδιαίτερο πάθος για τα ανθρώπινα δικαιώματα.