Του Μανώλη Στυλιανάκη,

Όπως κάθε νέα σχολική χρονιά, έτσι και τώρα ήγγικεν γαρ η ώρα, ίνα πλημμυρίσουν με αγγελικές παιδικές φωνούλες τα ανά την επικράτεια σχολεία, και όπως κάθε νέα χρονιά, έτσι και φέτος πάλι θα διαβάζουμε τετράστηλα για τις καθυστερήσεις στις προσλήψεις και τα κενά εκπαιδευτικών στα σχολεία. Παρεμπιπτόντως, έχετε ακούσει ποτέ για κενά προσωπικού σε ιδιωτικά σχολεία ή φροντιστήρια; Ποτέ και πουθενά! Για ποιο λόγο, λοιπόν, οι σοφές κεφαλές του δημοσίου δυσκολεύονται τόσο πολύ να κάνουν κάτι που στον ιδιωτικό τομέα δεν υφίσταται καν ως πρόβλημα; Μιας και η κυβέρνηση διεκδικεί τον τίτλο της μεταρρυθμίζουσας, θα πρέπει να σκεφτεί «out of the box» και γι’ αυτό θέτω επί τάπητος την εξής απλή, πλην όμως, ρηξικέλευθη για τα ελληνικά δεδομένα, market-based πρακτική λύση, προκειμένου να τελειώνουμε για πάντα με τα κενά στα σχολεία.

Το status quo ορίζει πως οι προσλήψεις εκπαιδευτικού προσωπικού πρέπει να διενεργούνται από το ΑΣΕΠ, το οποίο έχει εκ του καταστατικού του ως στόχο να διακονήσει «το δικαίωμα προς εργασία στο δημόσιο τομέα, με συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, δημοσιότητας, αντικειμενικότητας και αξιοκρατίας και να επιβάλλει την ουδετερότητα της Διοίκησης και τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες». Όσο ωραίο ακούγεται ως θεωρητική στοχοθεσία, τόσο κοστοβόρο είναι στην πράξη, τουλάχιστον όταν το κράτος σπεύδει ν’ αναλάβει κεντρικά σχεδιασμένες διαδικασίες, που θα διεκπεραιώνονταν καλύτερα σε αποκεντρωμένο επίπεδο από τα χέρια ιδιωτών. Κόντρα, λοιπόν, στις θεωρητικές προσδοκίες, οι προσλήψεις που κάνει ο κεντρικός σχεδιαστής μέσω ΑΣΕΠ για την προσφορά δημοσίων αγαθών, εν προκειμένω της παιδείας, συνιστούν μία πεπαλαιωμένη σπάταλη και εντελώς αναχρονιστική πρακτική, που καλό θα ήταν να αντικατασταθεί από νέες βελτιστοποιημένες cost-efficient μεθόδους, με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Ας ρίξουμε μια ματιά στις προσλήψεις εκπαιδευτικών. Αντί αυτές να γίνονται από έναν κεντρικό Λεβιάθαν που λύνει και δένει, ας εκχωρηθεί η αρμοδιότητα των προσλήψεων στις κατά τόπους σχολικές μονάδες, όπου θα πραγματοποιούνται από κοινού από τη διεύθυνση και τον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων! Με ποια λογική, δηλαδή, πρέπει οι υποψήφιοι δάσκαλοι και καθηγητές να περπατήσουν τον «Γολγοθά» του ΑΣΕΠ, υποβαλλόμενοι εκ νέου σε εξετάσεις; Δεν έδωσαν πανελλήνιες; Δεν έχουν διπλώματα και πτυχία, αποκτηθέντα κατόπιν πολυετών πανεπιστημιακών σπουδών και εξετάσεων; Δε φέρουν επίσημους τίτλους και περγαμηνές με σφραγίδες και υπογραφές στα βιογραφικά τους; Δεν έχουν συστατικές επιστολές από πρώην εργοδότες τους; Συνεπώς, όλη αυτή η γραφειοκρατική φάμπρικα αντικειμενικών κρατικών πιστοποιήσεων κομίζει γλαύκα εις Αθήνας!

Εάν κάποιο σχολείο παρουσιάζει κενά καθηγητικού προσωπικού, μπορεί να ανεβάσει στις τοπικές εφημερίδες ή σε κάποιο site προσφοράς εργασιών σχετική αγγελία, στην οποία θα γράφει “ζητείται καθηγητής Φυσικής, παρακαλώ όπως αποστείλετε τα βιογραφικά σας στο κάτωθι email”. Ύστερα, οι ενδιαφερόμενοι θα αποστέλλουν με email τα βιογραφικά τους στο σχολείο, έπειτα ο διευθυντής μαζί με τους αντιπροσώπους των γονέων θα εξετάζουν σχολαστικά τις αιτήσεις και στο τέλος θα βγάζουν τα rankings με τους υποψηφίους κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογικής κατάταξης και μεταξύ των αιτούντων θα προσλαμβάνουν αυτόν με το καλύτερο βιογραφικό!

Τόσο απλά, καθώς με αυτό το απλoύστατο σύστημα βάσει του οποίου λειτουργούν τα ιδιωτικά σχολεία και τα φροντιστήρια πετυχαίνουμε ταχύτητα, αμεσότητα, μείωση γραφειοκρατίας και κόστους στον φορολογούμενο λόγω απλότητας, διαφάνειας, αποτελεσματικότητας και αξιοκρατίας, αφού οι γονείς έχουν κάθε κίνητρο να προσλάβουν τον καλύτερο για τα παιδιά τους! Δεν υπάρχει πιο διαφανές, αντικειμενικό, αξιοκρατικό και συγχρόνως αποκομματικοποιημένο σύστημα απ’ αυτό της ελεύθερης αγοράς, καθότι ποιος καταλληλότερος αξιολογητής από τον ίδιο τον γονέα, που έχει κάθε συμφέρον προσλάβει τον καλύτερο παιδαγωγό για τα παιδιά του;

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένα δημοτικό σχολείο πρέπει επειγόντως να προσλάβει μία καθηγήτρια Αγγλικών, για να διδάξει στα παιδιά της 4ης δημοτικού: «Hello, my name is Tom, this is my cat and that is a pencil». Αυτή τη στιγμή, με το υφιστάμενο σύστημα, θα πρέπει το Υπουργείο Παιδείας να δημοσιεύσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την προκήρυξη για τις προσλήψεις και ύστερα οι υποψήφιοι να κάνουν τις αιτήσεις τους στο ΑΣΕΠ και στο τέλος μέχρι να εκκινηθούν και να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες, τα παιδιά του δημοτικού θα έχουν πάει… στρατό. Με ποια κριτήρια γίνονται όμως οι προσλήψεις; Υπάρχουν αρκετοί πυλώνες μοριοδότησης, όπως η προϋπηρεσία του υποψηφίου ως αναπληρωτή εκπαιδευτικού, τα ακαδημαϊκά προσόντα, δηλαδή η κατοχή διδακτορικού διπλώματος και μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, δεύτερου πτυχίου και τέλος ακολουθούν άσχετα κριτήρια μοριοδότησης (χρονικό μεσοδιάστημα ανεργίας) ή άσχετα κοινωνικά κριτήρια (αν είσαι άγαμος ή πολύτεκνος κλπ).

Δηλαδή, για να μάθει ένα παιδί δημοτικού βασικά αγγλικά, θα πρέπει να στήσουμε μία μεγάλη βραδυκίνητη γραφειοκρατία, που μάλιστα πληρώνεται πολύ αδρά από την τσέπη του φορολογούμενου πολίτη και η οποία καταλήγει να πνίγεται σε μία κουταλιά νερό, όταν η ίδια διαδικασία στον ιδιωτικό τομέα υλοποιείται σε χρόνο dt. Πρώτον, ένας διδάκτορας, όπως και ένας απόφοιτος αγγλικής φιλολογίας, είναι overqualified για αυτή τη δουλειά. Δε θα πληρώσουμε έναν διδάκτορα από την Οξφόρδη για να διδάσκει σε μικρά παιδιά κάτι που μπορούν να μάθουν μόνα τους, βλέποντας «τομ και τζέρυ» με ελληνικούς υπότιτλους, διότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μη ορθολογική κατανομή ανθρωπίνων πόρων, αφού υπάρχουν άλλες θέσεις όπου θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα τις γνώσεις τους. Και δεύτερον, αυτή τη δουλειά μπορεί να την επιτελέσει άριστα οποιοσδήποτε 16χρονος με lower. Συνεπώς, ούτε χρειάζεται κάποιος να είναι απόφοιτος σχολής Αγγλικής φιλολογίας, πολλώ δε μάλλον κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στον Σαίξπηρ, για να διδάξει σε παιδάκια «This is a cat», ούτε απαιτείται ειδική επιτροπή να υποβάλει τον υποψήφιο σε νέες εξετάσεις γλωσσομάθειας, όταν ο υποψήφιος έχει ήδη proficiency από αναγνωρισμένους και πιστοποιημένους φορείς κορυφαίων οργανισμών και πανεπιστημίων.

Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους διδακτικούς τομείς. Χρειάζεσαι μαθηματικούς για να διδάξουν στα παιδιά προσθαφαίρεση και να λύνουν εξισώσεις; Ακόμα και ένας απόφοιτος μαθηματικού που τέλειωσε τη σχολή στα 10 χρόνια και με 5 μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά. Αν οι γονείς θα τον προσλάμβαναν να κάνει ιδιαίτερα στα παιδιά τους με 3€ την ώρα, θα τον προσλάβουν για να διδάξει σε μαθητές δημοτικού σχολείου για 6€ την ώρα. Θέλεις δασκάλα; Πάρε την 25χρονη πτυχιούχο παιδαγωγικού, που μόλις τέλειωσε το μεταπτυχιακό της στη «σχολική συμβουλευτική και καθοδήγηση» και μάλιστα δεν απέχει ηλικιακά από την περίοδο που και η ίδια καθόταν ως μαθήτρια στα θρανία. Αλλά και σε μεγαλύτερες τάξεις, αν ένα σχολείο θέλει να στελεχωθεί με καταρτισμένο και έμπειρο προσωπικό, μπορεί εύκολα να βρει κατάλληλους εκπαιδευτές, αν ψάξει μόνο του στην αγορά και ζητήσει τα βιογραφικά τους.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη διαδικασία αυτή στα χέρια των γονέων, εμπιστευόμενοι τα δικά τους στάνταρ, αφού εκείνοι σίγουρα νοιάζονται για τη μόρφωση των παιδιών τους περισσότερο από τον οποιονδήποτε γραφειοκράτη, που ούτε ο ίδιος δεν εμπιστεύεται τα κρατικά σχολεία και στέλνει το παιδί του σε ιδιωτικά και κολλέγια, όπου οι προσλήψεις γίνονται με τον τρόπο που περιγράφω. Δε χρειάζεται να χρυσοπληρώνουμε επιτρόπους και περιττές κρατικές δομές, για να κάνουν την δουλειά των γονιών.

Αφού γίνουν οι επιλογές, το κράτος θα επικυρώνει τις προσλήψεις των υποψήφιων που επέλεξαν τα σχολεία. Για να διασφαλίσουμε, δε, ότι οι γονείς δε θα προσλάβουν αβέρτα υπεράριθμους στη λογική “ε ας προσλάβουμε 10 κολλητούς μας αναπληρωματικούς, το κράτος πληρώνει”, το 10-20% της συνολικής μισθολογικής δαπάνης θα καλύπτεται από το σχολικό ταμείο, στο οποίο οι γονείς θα καταβάλουν ετησίως φερειπείν ένα εφάπαξ ποσό των 100€, εν είδει συνεισφοράς στο σχολικό περιβάλλον, η οποία ασφαλώς και θα εκπίπτει στο εκκαθαριστικό εφορίας. Από το να φορολογούμε τους γονείς, για να πληρώνουν αξιολογητές και περιττές γραφειοκρατικές δομές, μας κοστίζει συνολικά λιγότερο αν ρευστοποιήσουμε τις υπάρχουσες, μειώσουμε τους φόρους και αφήσουμε τη διαδικασία αυτή στα χέρια των άμεσα εμπλεκόμενων και ενδιαφερομένων μερών.

Έτσι, λοιπόν, το καλοκαίρι κάθε σχολείο θα προκηρύσσει εξατομικευμένα τις θέσεις που χρειάζεται να καλυφθούν, η διεύθυνση και ο σύλλογος των γονέων θα προσλαμβάνουν με τα καλύτερα κριτήρια τους πιο κατάλληλους υποψηφίους, οι μισθοί θα ορίζονται σε τιμές αγοράς, όπως συμβαίνει σε ολόκληρο τον ιδιωτικό τομέα, οι ιδιωτικές συμβάσεις θα συνάπτονται μεταξύ του σχολείου και του υποψηφίου και από Σεπτέμβριο τα μαθήματα θα ξεκινούν κανονικά, δίχως τα κενά που υπάρχουν τώρα εξαιτίας της κρατικής δυσκινησίας και αδράνειας.


Μανώλης Στυλιανάκης
Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»