Του Γιώργου Κίτη,

Πέρασε κι ο Δεκαπενταύγουστος και το πολιτικό προσωπικό της χώρας βρίσκεται μάλλον σε εγρήγορση, πιο πολύ από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια, σε αυτήν την περίοδο. Η ημερομηνία των εθνικών εκλογών όρισε τους πρώτους νευραλγικούς μήνες που πάντα τις ακολουθούν, εν μέσω του καλοκαιριού, περιορίζοντας τις διακοπές των πολιτικών, αλλά και σε μεγάλο βαθμό της διοίκησης, αφού οι Υπουργοί είναι τύποις υποχρεωμένοι να δείξουν έργο ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, πιέζοντας αναλόγως και τους δημοσίους υπαλλήλους που αναμένουν τις οδηγίες τους. Είναι λογικό να προκαλείται κάποιου είδους δυσαρέσκεια στον κρατικό μηχανισμό, αφού η νέα κυβέρνηση μπαίνει με ορέξεις σε μια περίοδο που όλη η Ελλάδα βρίσκεται στη λήθη του καλοκαιριού.

Σε αυτό το κλίμα, ο Κ. Μητσοτάκης μοιάζει να προχωρά μόνος του, επιδιώκοντας την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του κρατικού σώματος που με τόση θέρμη έχει εξαγγείλει. Οι συναινέσεις που είχαν προαναγγελθεί προεκλογικά από τον πρωθυπουργό, δε φαίνεται να επιδιώκονται μέχρι τώρα, όμως, στην πράξη. Το ΚΙΝΑΛ που βρίσκεται στη μέση των συμπληγάδων του νέου δικομματισμού που δημιούργησαν Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ, φέρεται να αμφιταλαντεύεται, αφού υποχρεούται ουσιαστικά σε κάθε δίλημμα να τεθεί στο πλευρό του ενός ή του άλλου, θέλει δε θέλει. Και όταν συμπορεύεται με τη ΝΔ, η «αριστερή» του πτέρυγα θα ωρύεται, ενώ το ίδιο θα γίνεται από τους «εκσυγχρονιστές» σε περιπτώσεις συνεργασίας με την αξιωματική αντιπολίτευση ή σε κοινά πυρά στη ΝΔ από ΚΙΝΑΛ και ΣΥΡΙΖΑ. Μόνη λύση για την κοινοβουλευτική του επιβίωση μοιάζει η άρθρωση διακριτού και ριζοσπαστικού προγραμματικού λόγου, ώστε να διαφοροποιηθεί διακριτώς από την κυβέρνηση, αλλά και τη λαϊκιστική (όχι απαραίτητα με την αρνητική έννοια της λέξης) ατζέντα που προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Να γίνει, δηλαδή, ένα πραγματικά προοδευτικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με ανανεωτικές τομές ως προτάσεις και όχι παραλλαγές προτάσεων των υπολοίπων. Αν έκανε κάτι τέτοιο με δυνατές εισηγήσεις στη Βουλή και χωρίς μετέπειτα υπαναχωρήσεις, θα μπορούσε να τεθεί σε θέση ισχύος, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να επιλέξει ουσιαστικά αν θα επιδιώξει στην εκάστοτε περίπτωση την ευρύτερη συναίνεση (ιδίως σε σημαντικά νομοσχέδια) ή αν θα έχει έναν επιπλέον αντίπαλο στην αντιπολίτευση. Στο σχέδιο αυτό, βέβαια, εμπόδιο τίθεται η έλλειψη αριθμού αρκετών κοινοβουλευτικών με εμπειρία και ισχυρή φωνή.

Οι συναινέσεις είναι κάτι που ανέκαθεν απασχολούσαν την πολιτική κοινότητα. Τίθεται ένα δίλημμα: πρέπει ή όχι να επιδιώκονται συναινέσεις από μια αυτοδύναμη κυβέρνηση; Σίγουρα η εξασφάλιση ευρύτερων πλειοψηφιών στη Βουλή προσδίδει κύρος σε ένα νομοσχέδιο. Γίνεται ευρύτερα αποδεκτό από τα κομματικά επιτελεία, αλλά και από τον λαό που βλέπει πλειάδα βουλευτών να το ψηφίζει κι επομένως, συμπεραίνει πως πρόκειται για ένα σχέδιο χωρίς ακραίες απόψεις και έντονες ιδεολογικές αποχρώσεις. Τρανό παράδειγμα ο νόμος «Διαμαντοπούλου» της κυβέρνησης Παπανδρέου για την Παιδεία, που υπερψηφίστηκε από τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα αριθμό βουλευτών. Βέβαια, η επίτευξη μεγάλων πλειοψηφιών δεν εξασφαλίζει απαραίτητα μακροζωία στα νομοσχέδια, όπως ακριβώς επιβεβαιώνει ο ίδιος νόμος που ουσιαστικά αλλοιώθηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά και τον Υπουργό Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλο, λίγα μόλις χρόνια μετά την ψήφισή του.

Κατά μια άλλη άποψη, μια αυτοδύναμη κυβέρνηση έχει ακριβώς το προνόμιο ότι δεν είναι υποχρεωμένη να αναζητά συναινέσεις, έχοντας την απαιτούμενη δύναμη για να τραβά μόνη της κουπί στο νομοπαραγωγικό έργο. Στα «συν» αυτής της οπτικής είναι η ταχύτητα παραγωγής αποτελεσμάτων που επιτυγχάνεται με την εξοικονόμηση χρόνου, αφού δεν καταναλώνονται ημέρες για διαπραγματεύσεις ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ των κομμάτων. Η χρυσή αυτή τομή είναι απαραίτητη για μεγάλες πλειοψηφίες, εάν δε αυτές επιδιώκονται συνεχώς, καταλήγουμε σε ένα μοντέλο συγκυβέρνησης, με διαφορετικό εταίρο κάθε φορά. Βέβαια, η λογική του «προχωράω μόνος μου» (που σημειωτέον ότι φαίνεται να ακολουθεί και η ΝΔ), μάλλον ελαττώνει το χρόνο ζωής της κυβέρνησης, αφού ελλείψει συνεργασιών τα πυρά από την αντιπολίτευση γίνονται εντονότερα.

Βέβαια, αν εν τέλει ο εκλογικός νόμος δεν αλλάξει και οι επόμενες εκλογές γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής, καλό είναι τα κόμματα, ήδη από τώρα, να αρχίσουν να «προπονούνται» στις συναινέσεις που θα είναι απαραίτητες στη δι – ή τρι – κομματική κυβέρνηση που πιθανόν να σχηματιστεί μετά τις επόμενες εκλογές. Στην πράξη, στο πεδίο των συναινέσεων – που, φυσικά. συχνά γίνεται μέσω ενός πολιτικού παζαριού – πολλά θα δείξει η συνταγματική αναθεώρηση που σε κάποια άρθρα απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες, αλλά και η αλλαγή του εκλογικού νόμου. Το πρώτο στοίχημα, η συναίνεση για το άσυλο, μάλλον δεν πήγε καλά…


Γιώργος Κίτης

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Από το 2017 σπουδάζει στη Νομική Σχολή Αθηνών, παρακολουθώντας ταυτόχρονα εκδηλώσεις και συνέδρια του πολιτικού και νομικού χώρου. Συμμετέχει σε εκπαιδευτικές προσομοιώσεις ευρωπαϊκών και παγκόσμιων θεσμών και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νέων Νομικών (ELSA). Από τον Απρίλιο του 2019 αποτελεί μέλος του τμήματος επικοινωνίας στο OffLine Post.