Της Ραφαέλας Παπαστεργίου, 

Η προκλητική στάση της Τουρκίας προβληματίζει τη διεθνή σκηνή εδώ και πολλά χρόνια. Η ίδια συγκαταλέγεται στα αναθεωρητικά κράτη, δηλαδή σε εκείνα που επιθυμούν τη μεταβολή της περιφερειακής ισχύουσας κατάστασης (status quo). Αυτομάτως, λοιπόν, η συμπεριφορά της αναμένεται να προκαλεί κρίσεις και αναταραχές. Οι κρίσεις, που έχει προκαλέσει συγκεκριμένα, από το 1974 με την εισβολή του Αττίλα ΙΙ στην Κύπρο, είναι πολλαπλές. Η παράνομη κατοχή του ανατολικού μέρους του νησιού και η εκμετάλλευση των πόρων του, οι χάρτες αμφισβήτησης της ελληνικής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, με την απειλή χρήσης πολέμου (casus belli) -η οποία απαγορεύεται από το διεθνές δίκαιο-, οι συνεχείς παραβιάσεις στον εναέριο και θαλάσσιο ελληνικό χώρο, η κατάφωρη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων (φυλάκιση δημοσιογράφων, διανοούμενων, ακτιβιστών, έντονη λογοκρισία και απαγόρευση Τύπου) είναι ορισμένες από τις καθημερινές επιθετικές συμπεριφορές της Άγκυρας προς την Ελλάδα και την Κύπρο.

Και όσο οι διεθνείς δρώντες επιλέγουν την αδράνεια, οι συγκεκριμένες συμπεριφορές διαιωνίζονται. Ως αποτέλεσμα η Τουρκία απείλησε τα αμερικανικά συμμαχικά στρατεύματα στη Συρία, προσέβαλε τον Αμερικανό πρέσβη, συνέλαβε τους Αμερικανούς διπλωμάτες, βομβάρδισε Κούρδους κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα τους ενάντια στον ISIS. Η ανοχή των ισχυρών παραγόντων του παγκοσμίου περιβάλλοντος, ακόμη και σε περιπτώσεις παράβασης του διεθνούς δικαίου, συνέβαλαν στην ανεξέλεγκτη πλέον δράση της Τουρκίας, με αποκορύφωμα τις διαπραγματεύσεις για απόκτηση τόσο των αμερικανικών αεροπλάνων F-35, όσο και των ρωσικών πυραύλων S-400. O F-35 είναι ο πιο προηγμένος «μαχητής» στον αέρα, ενώ οι S-400 αποτελούν σύστημα αεροπορικής άμυνας. Εύλογα προκύπτει, ότι, στην περίπτωση που τα δύο συστήματα βρεθούν στον ίδιο χώρο, το κόστος θα είναι μεγάλο, δεδομένου ότι θα υποκλαπούν μυστικά της αμερικανικής τεχνολογίας.

Όλα τα παραπάνω αξιοποιήθηκαν από την οργάνωση HALC, η οποία με μία διαφήμιση στη New York Times κατάφερε να ακυρώσει τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα παραγωγής μαχητικών αεροπλάνων F-35. Συγκεκριμένα, η διαφήμιση δημιουργήθηκε από την Georgia Logothetis και παρουσίαζε ένα μαύρο F-35, μέσω του οποίου μεταφερόταν το μήνυμα: «Η Τουρκία είναι ο χειρότερος σύμμαχος: Πείτε όχι στην πώληση των F-35 στην Τουρκία».      

Είναι φανερό ότι έχει επέλθει ρήξη στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Αρχικά, προκαλείται ζήτημα δια-λειτουργικότητας εντός του ΝΑΤΟ και εγείρονται θέματα εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης και ασφάλειας των Συμμάχων. Επιπλέον με την απόφασή του να αγοράσει τους S-400, ο Ερντογάν αμφισβητεί ανοιχτά την αξιοπιστία των ΗΠΑ να επιβάλλουν παγκοσμίως κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται σύμφωνα με το νόμο CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sactions Act, Αμερικανική Νομοθεσία περί Αντιμετώπισης Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων). Βάσει του συγκεκριμένου νόμου μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις, όπως η αποκλεισμός τουρκικών οντοτήτων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, άρνηση παροχής visa, άρνηση συγκέντρωσης χρημάτων από διεθνή ιδρύματα κλπ., οι οποίες αναμένονται να προκαλέσουν ζημιά στην ήδη καταβεβλημένη τουρκική οικονομία.    

Το ζήτημα είναι, εάν ο Trump θα επιβάλει τελικά κυρώσεις στην Άγκυρα. Ο ίδιος, προδίδοντας με αυτόν τον τρόπο το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», πάνω στο οποίο βασίστηκε η προεκλογική του καμπάνια, και προτάσσοντας τα τουρκικά συμφέροντα αντί των αμερικανικών, επιθυμεί να βρεθεί κάποια πιο ήπια λύση. Η πρόκληση είναι μεγάλη, για να μην απαντηθεί. Αμφισβητείται επί της ουσίας η ηγετική θέση των ΗΠΑ όχι μόνο εντός του Συμφώνου Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (NATO), αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρόκειται, επιπλέον, για τουρκική μετατόπιση από τη Δύση προς το Κρεμλίνο, με τις γεωτρήσεις υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο να ενισχύουν τη συγκεκριμένη άποψη. 

Από την άλλη πλευρά, οι κυρώσεις δεν είναι πανάκεια. Η στροφή προς την «αγκαλιά» της Ρωσίας, αφενός αποτελεί νίκη για τον Πούτιν -γεγονός διόλου ασήμαντο, καθώς το Κρεμλίνο είναι ένας από τους βασικότερους εχθρούς της Ουάσινγκτον-, αφετέρου επηρεάζει τη συνοχή εντός των Συμμάχων του ΝΑΤΟ. Όλα τα παραπάνω αποτελούν τεκμήρια, τα οποία χρησιμοποιούν οι Τζον Μπόλτον, Μάικ Πομπέο και Μαρκ Εσπέρ, σύμβουλοι Εθνικής Ασφάλειας και επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου αντίστοιχα, για να πείσουν τον Trump, να επιβληθεί. Παράλληλα, στους ιδεολογικούς κύκλους του Ερντογάν αντηχεί το αντιδυτικό αίσθημα των «κακών Ηνωμένων Πολιτειών», το οποίο ενισχύεται από τις επιβληθείσες από το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ κυρώσεις μετά τις τουρκικές ενέργειες εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Σε δημοσκόπηση, επτά στους δέκα Τούρκους δήλωσαν ότι αισθάνονται απειλή από τις ΗΠΑ. 

Συνοπτικά, είναι απαραίτητο, να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στην κυβέρνηση της Άγκυρας. Είναι δεδομένο ότι οι χειρισμοί πρέπει να είναι αποφασιστικοί και με σαφείς στόχους. Είναι αναγκαίο να γίνει ξεκάθαρο, ότι οι κυρώσεις είναι αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών των επικεφαλής των κυβερνήσεων και δεν αφορούν τους ανθρώπους, οι οποίοι αποτελούν έρμαια προπαγάνδας και παράπλευρες απώλειες πολιτικών αντιπαραθέσεων. Πρόσθετα, οι Αμερικανοί επιβάλλεται να επαναξιολογήσουν τους συμμάχους τους, επιβραβεύοντας, όσους σέβονται την αμερικανική ηγεσία, και όχι όσους δημιουργούν προβλήματα. Την τελική απάντηση σε όλες τις κρίσεις θα δώσει ο Trump.


Ραφαέλα Παπαστεργίου, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Γεννηθείσα το 1995 είναι απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με κατεύθυνση Στρατηγική και Διεθνή Πολιτική. Έχει υπάρξει συνεργάτης της Έδρας UNESCO, της Έδρας Ποντιακών Σπουδών, του Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού, του Ολυμπιακού Μουσείου Θεσσαλονίκης και έχει συμμετάσχει σε μία σειρά προγραμμάτων, σεμιναρίων και επιστημονικών συνεδρίων.