Της Ολυμπίας Γαϊτανίδη,

Είναι, τουλάχιστον, αυθαίρετο να μιλά η αρθρογράφος, διεκδικώντας το πως εκφράζει το «κοινό αίσθημα», εξ ονόματος των πολλών. Υποκειμενική εκτίμηση, λοιπόν, κατατίθεται εδώ, με κάθε επιφύλαξη για την ορθότητά της.

Κεντρική θέση στις προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων, κατείχε το αίτημα της πολιτικής αλλαγής. Παρακολουθήσαμε προεκλογικά, στις οθόνε,ς μας ένα παιδαριώδες κουκλοθέατρο μεταξύ των πολιτικών ηγετών της κάθε παράταξης, με αμφότερους να ευαγγελίζονται την πολιτική αλλαγή και την αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος, δίχως να εξηγούν ακριβώς πώς θα επιτευχθεί αυτή η αλλαγή. Αρκούνταν, απλώς, σε ρητορικές πομφολογίες και φραστικά πυροτεχνήματα, σαν αυτά που ακούσαμε και στις προγραμματικές δηλώσεις του νυν Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ο τελευταίος, ερμήνευσε τη λαϊκή εντολή ως εντολή για μια «νέα κανονικότητα», νοούμενη ως πρόοδο κι όχι ως επιστροφή στα παλιά ενώ υποστήριξε, πως αποστολή της Κυβέρνησής του είναι να φέρει επενδύσεις, να μειώσει τους φόρους, να συνδέσει τους μισθούς με την ανάπτυξη, να δώσει ίσες ευκαιρίες στους νέους μέσω της Παιδείας, να προσφέρει καλή δημόσια υγεία σε όσους τη χρειάζονται. Ενδιαφέρουσα η επιλογή της σειράς με την οποία απαρίθμησε τα παραπάνω.

Εξίσου ενδιαφέρουσα κι η δήλωση πως δυσκολεύεται να βάλει σε όλα τα παραπάνω ιδεολογικό πρόσημο, αν έπρεπε, όμως, να το κάνει αυτό θα ήταν μια «πολιτική του μέτρου, της λογικής και του αποτελέσματος». Έδωσε, τέλος, την υπόσχεση για έναν κυβερνητικό λόγο λιτό, που αποφεύγει τα πολλά επίθετα, αλλά επιμένει στα ουσιαστικά και προτιμά τον ενεστώτα από τον μέλλοντα χρόνο. Οξύμωρο, αρκετά, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω. Εκτός κι αν θεωρεί πως η διατύπωση «αποστολή μας είναι να…», απαλείφει τον υποσχετικό χαρακτήρα της δήλωσής του και την αναφορά της στο μέλλον. Κάτι που δεν πιστεύω ότι συμβαίνει.

Επιστρέφοντας στο αίτημα της πολιτικής αλλαγής το οποίο ευαγγελίζεται να πραγματώσει ο κ. Μητσοτάκης, και πριν από αυτόν ο τέως Πρωθυπουργός και πριν από αυτόν ο προηγούμενος κοκ, νομίζω είναι σαφές, ακόμα και στον πιο μικρονοϊκό οπαδό, πως μια τέτοια αλλαγή δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Και δεν πρόκειται να συμβεί γιατί, πρώτα και κύρια η πολιτική αλλαγή, προϋποθέτει την ιδεολογική ανανέωση.

Σήμερα είναι εμφανείς οι τάσεις άρνησης, ιδίως από τη νέα γενιά, και απέχθειας προς τις ιδεολογίες – αν παραβλέψουμε, βεβαίως, πως και η χλευαστική αποστροφή προς το ιδεολογικό, δεν παύει να συνιστά κατ’ ουσία ιδεολογία. Πράγματι, οι πάσης φύσεως ιδεολογίες μπορεί να τέμνουν το κοινωνικό σώμα σε ημέτερους και μη, και να λειτουργούν ανασταλτικά για την κοινωνική συνοχή. Συγχρόνως, όμω, οι ιδεολογίες αποτελούν και το μόνο αντίβαρο στα συμφέροντα που κινούν σήμερα τα κοινωνικά νήματα, όταν, βεβαίως, δεν είναι στρατευμένες στην εξυπηρέτησή τους. Γιατί η στράτευση, όχι σε ένα ιδιοτελές συμφέρον αλλά σε μια ιδέα, ωθεί στην ενεργοποίηση, κι όταν συνδυάζεται με την αυθεντική πολιτική αυτοκριτική και την διαλλακτικότητα, κοινώς, κάνει θαύματα.

Όπως και ο κύριος Μητσοτάκης, έτσι κι εμείς, δυσκολευόμαστε να βάλουμε, πλέον, ιδεολογικό πρόσημο στην πολιτική των κομμάτων εν γένει. Η ταυτότητα του κάθε κόμματος χτίζεται, πια, περισσότερο με τα επικοινωνιακά τεχνάσματα των managers του marketing, παρά πάνω σε ιδεολογικά ερείσματα. Στα χρόνια της κρίσης, είδαμε τους, άλλοτε άσπονδους, εχθρούς και ιδεολογικούς αντιπάλους να κυβερνούν σφιχταγκαλιασμένοι στη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ -Ν.Δ.- ΔΗΜ.ΑΡ. και παρακολουθήσαμε την προοδευτική αριστερά – πολύ προοδευτική και καθόλου αριστερά – του ΣΥΡΙΖΑ, να συγκυβερνά με ένα κόμμα που κολάκευε με τον πιο χυδαίο τρόπο ό,τι πιο εθνικιστικό κρύβουμε μέσα μας.

Η ιδεολογική εξίσωση των κομμάτων στη συνείδηση των πολιτών έχει πια εδραιωθεί, δεδομένης και της, σχεδόν, απόλυτης ταύτισης της οικονομικής πολιτικής που ακολουθούν, κι η κάθε προσπάθεια των πρώτων να καλύψουν αυτή την ομογενοποίηση, σκεπάζοντας με έναν εξωραϊστικό ιδεολογικό μανδύα τις επιλογές τους στην κοινωνική πολιτική ή την παιδεία, δεν πείθει κανέναν.

Καθόλου τυχαία και η σειρά με την οποία απαρίθμησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης τους στόχους της Κυβέρνησής του. Προτεραιότητα η οικονομία. Η παιδεία και η υγεία έπονται αυτής. Όχι γιατί μια ισχυρή οικονομία προϋποτίθεται για μια αποτελεσματική παιδεία και ένα άρτιο σύστημα υγείας. Αλλά γιατί αυτό απασχολεί κύρια και πρωταρχικά το λαό, με τη στενή έννοια, δηλαδή το εκλογικό σώμα. Όχι μόνο στη διάρκεια της κρίσης, αλλά διαχρονικά στην Ελλάδα, βιώνουμε την τυραννική κυριαρχία της οικονομίας στο πρώτο πλάνο.

Και οι οικονομικές προτεραιότητες δεν έχουν να κάνουν, εδώ, με ένα ρεαλιστικό σχέδιο, έναν προγραμματισμό που θα ανταποκρίνεται, απλώς στις δυνατότητες του κράτους και τις ανάγκες της οικονομίας. Σχετίζονται με συμφέροντα οργανωμένων κοινωνικών ομάδων, συνδικαλιστών, λίγων ισχυρών ή πολλών αδυνάμων που, όμως, όλοι μαζί αποτελούν υπολογίσιμη δύναμη. Όλα μετρούνται και κανονίζονται με βάση το κόστος, όχι το πραγματικό, αλλά το πολιτικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ η Παιδεία, που κατά τον κ. Μητσοτάκη οφείλει να δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους τους νέους. Ίσες ευκαιρίες σε τι; Στην οικονομική ευημερία. Να τους προετοιμάσει, δηλαδή, πρωτίστως να σπουδάσουν, να βρουν μια δουλειά, να βολευτούν, να έχουν έναν μισθό και να ικανοποιούν τις υλικές τους ανάγκες. Βεβαίως να το κάνει. Αυτός, όμως, πρέπει να είναι ο κεντρικός άξονας οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος μιας χώρας; Να αναδείξει, όχι πεπαιδευμένους ικανούς πολίτες, αλλά σχετικώς, μορφωμένους και βολεψάκιδες, ιδιοτελείς επαγγελματίες; Και με την παραπαιδεία, τι γίνεται; Μήπως εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται σαν πραγματικό πρόβλημα, αλλά να αποτελεί ένα ταμπού που επιτάσσει, απλώς, θεωρητικολογία και όχι πράξεις, διότι σε αυτήν στηρίζεται ένα πλήθος οικονομικών συμφερόντων;

Σε αυτή την ηγεμονία των αντικρουόμενων οικονομικών συμφερόντων, ως εναλλακτική και, ίσως, μοναδική λύση προβάλλεται η ιδεολογία. Όχι η ιδεολογία με την έννοια που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, αυτή, δηλαδή, της στείρας αποδοχής και της ανακύκλωσης αναχρονιστικών και άτοπων ιδεολογικών σχημάτων που καμία πρακτική εφαρμογή δεν μπορούν να έχουν σήμερα. Η «αριστερά» και η «δεξιά» είναι όροι αναχρονιστικοί και, σύντομα – καλώς εχόντων των πραγμάτων – δε θα αποτελούν καν σημεία αναφοράς για την τοποθέτηση πολιτικών και πολιτών, ούτε ουσιαστικά, ούτε κατ’ επίφαση.

Αίτημα των καιρών είναι η ανάδειξη μιας «νέας ιδεολογίας», η οποία θα έρθει να ταράξει τα κατεστημένα ποιμνιοστάσια (όσα έχουν απομείνει), να απαλλάξει ένα θλιβερό 40% και πλέον από το άλλοθι της πολιτικής του ραστώνης, θέτοντας προτεραιότητες κοινωνιοκεντρικές, οι οποίες δύνανται να ενεργοποιήσουν και να συγκινήσουν, πάντα σε μια βάση ρεαλιστική. Κι αυτή η νέα ιδεολογία, ήδη βρίσκεται στα σκαριά.

Έχει αρχίσει να εκφράζεται μέσα από αυτή τη μεγάλη μερίδα κόσμου που απορρίπτει όλες τις προηγούμενες, εκφράζοντας εντυπωσιακά παρεμφερείς μεταξύ τους απόψεις για την κοινωνία, την εκπαίδευση, την υγεία και την οργάνωση της οικονομίας (σε αξιολογική σειρά). Μένει μόνο να δούμε ποιος θα τη συστηματοποιήσει και θα την εκφράσει, και να ελπίσουμε πως οι προθέσεις του θα είναι ειλικρινείς.


Ολυμπία Γαϊτανίδη

Γεννημένη το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ασχολείται με το διάβασμα, τη ζωγραφική και από τότε που θυμάται τον εαυτό της γράφει. Είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σε ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και ιδίως την εκπαίδευση.