Του Σαράντη Κοιλανίτη,

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, το βόρειο τμήμα της Αμερικανικής Ηπείρου συγκλονίστηκε από τη σφοδρότερη επί αμερικανικού εδάφους πολεμική σύρραξη στην ιστορία των ΗΠΑ. Η διολίσθηση του αμερικανικού κράτους στην εμφύλια διαμάχη, υπήρξε αποτέλεσμα πλήθους αιτιών.

Αν και η επικρατούσα στην κοινή γνώμη, άποψη, εντοπίζει την αιτία του πολέμου στο ζήτημα της δουλείας, πολλώ δε, τονίζοντας τα ηθικά κριτήρια του προβλήματος, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η κατάργηση ή μη της δουλείας στις πολιτείες του Νότου πράγματι υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης των δύο παρατάξεων. Όμως, η αντίθεση αυτή εκπορεύεται περισσότερο από κριτήρια κοινωνικά και οικονομικά. Η οικονομία του Νότου ήταν ως επί το πλείστον αγροτική και οι δούλοι ήταν ως εργατικό δυναμικό απαραίτητοι για τη συντήρηση του χαρακτήρα αυτού, ο οποίος εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης των μεγάλων γαιοκτημόνων. Στον αντίποδα, ο Βορράς είχε αναπτυχθεί κατά τα, σύγχρονά του, ευρωπαϊκά πρότυπα. Η αστικοποίηση είχε προχωρήσει, η βαριά βιομηχανία σημείωνε αλματώδη ανάπτυξη και το εργατικό δυναμικό του πλήθαινε, είτε από την αύξηση του πληθυσμού, είτε από τις μεταναστευτικές ροές των Ευρωπαίων.

Η βαθύτερη, όμως, αιτία, που θα πρέπει να αναγνωρίσουμε για να καταλάβουμε γιατί 600.000 περίπου άνθρωποι βρήκαν τον θάνατο κατά την τετραετία 1861-1865, σχετίζεται κυρίως με τα δομικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού κράτους και τις εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης επί των επιμέρους πολιτειών. Όταν οι πολιτείες του Βορρά αυξήθηκαν και η επιρροή των πολιτικών τους στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία ισχυροποιήθηκαν, κυρίως με την εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν, ο οποίος υποστήριζε τη διακοπή εξάπλωσης της δουλείας, το 1860, ο Νότος αποχώρησε σταδιακά από την Ένωση, σχηματίζοντας τη Συνομοσπονδία. Οι αποσχισθείσες πολιτείες επικαλέστηκαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, τιθέμενες υπέρ της απόκεντρωσης, ακριβώς επειδή οι κοινωνικές και οικονομικές δομές τους απειλούνταν εν δυνάμει  από τις αποφάσεις της πρωτεύουσας. Η κεντρική εξουσία αντέδρασε και, απαιτώντας την επανένωση, η διαμάχη μοιραία οδηγήθηκε στα πεδία των μαχών.

Υπάρχουν πολλές συγκρούσεις στις οποίες μπορούμε να αναφερθούμε για να αντικατοπτρίσουμε το πρόσωπο του Αμερικανικού Εμφυλίου. Μία εξ αυτών, είναι και η Μάχη του Γκέτισμπεργκ, που έλαβε χώρα το πρώτο τριήμερο του Ιουλίου του 1863.

Μέχρι το σημείο του πολέμου αυτό, οι δυνάμεις της Συνομοσπονδίας, παρά την υπεροχή του Βορρά σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό, είχαν κατορθώσει να εδραιώσουν έναν παρατεταμένο πόλεμο, σημειώνοντας μάλιστα εντυπωσιακές νίκες. Ωστόσο, η έλλειψη εφοδίων λόγω του ναυτικού αποκλεισμού που είχε επιβληθεί από το ναυτικό της Ένωσης και η δυσκολία αναπλήρωσης των απωλειών, οδήγησαν τον στρατηγό Ρόμπερτ Λι, στο συμπέρασμα οτι ένας πόλεμος φθοράς αναπόφευκτα θα είχε ως αποτέλεσμα την εξάντληση του Νότου και τη συνεπακόλουθη επικράτηση του Βορρά. Για τον λόγο αυτόν, κατέληξε στην απόφαση διεξαγωγής μίας επιθετικής ενέργειας στα εδάφη του Βορρά, με στόχο την επίτευξη μιας συντριπτικής νίκης που θα παρέλυε την Ένωση και θα εξασφάλιζε απαραίτητα εφόδια για τον στρατό και τους πολίτες του Νότου. Η εγγύτητα των συνόρων των δύο πολιτειακών μορφωμάτων στο Ανατολικό Μέτωπο, καθώς και η εκτίμηση πως ο Βορράς μοιραία θα επικρατούσε στο απομακρυσμένο από τα κέντρα εξουσίας, Δυτικό, συνέβαλαν στην απόφαση του Λι, ο οποίος συγκέντρωσε δυνάμεις για να ρίξει το βάρος της πολεμικής προσπάθειας στη στρατιά της Βορείου Βιρτζίνια και με 75.000 άντρες χωρισμένους σε τρία Σώματα Στρατού, διέσχισε τον ποταμό Ποτομάκ και εισέβαλε στα εδάφη της Δυτικής Βιρτζίνια με κατεύθυνση προς την Πενσυλβάνια. Η δύναμη της Ένωσης που κλήθηκε να καταστρέψει τις δυνάμεις του Λι και να προφυλάξει τα μεγάλα αστικά κέντρα του Βορρά ήταν η Στρατιά του Ποτόμακ υπό τον υποστράτηγο Τζορτζ Μιντ. Αριθμώντας περί τους 94.000 άντρες, διέβη τον ποταμό Ποτομάκ στο τέλος του Ιουνίου με πορεία προς τον οδικό άξονα του χωριού Γκέτισμπεργκ, το οποίο παράλληλα είχαν πλησιάσει οι δυνάμεις του Λι από τα δυτικά. Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να σημειωθεί πως ο κύριος όγκος του Ιππικού της Συνομοσπονδίας υπό τον υποστράτηγο Τζεμπ Στιούαρτ βρισκόταν ανατολικά της Στρατιάς του Ποτομάκ σε αποστολή παραπλάνησης, με κόστος όμως την αποκοπή από την επικοινωνία με τον Λι. Ο τελευταίος έχασε με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα αξιοποίησης του Ιππικού του ως μέσο αναγνώρισης των εχθρικών σχηματισμών και κατέληξε να εμπλακεί στα τυφλά με τη Στρατιά του Ποτομάκ σε μία μάχη εκ συναντήσεως, τη στιγμή που εκείνος σχεδίαζε να αναγκάσει τον Μιντ να του επιτεθεί πρώτος. Η εκστρατεία του Γκέτισμπεργκ, επεδίωκε σε στρατηγικό επίπεδο την επίθεση, αλλά σε τακτικό την άμυνα σε πρόχειρες οχυρές θέσεις.

Η σύγκρουση ξεκίνησε με μία εσφαλμένη εκτίμηση μονάδων του ΙΙΙ Σώματος Στρατού της Συνομοσπονδίας υπό τον αντιστράτηγο Χιλ. Μία ταξιαρχία της μεραρχίας του υποστράτηγου Χεθ, ανέφερε πως διέκρινε εχθρικές μονάδες  να πλησιάζουν το Γκέτισμπεργκ. Οι Νότιοι αξιωματικοί έκριναν πως επρόκειτο για πολιτοφυλακή, καθότι δεν είχαν κάποια ένδειξη για την παρουσία ισχυρής εχθρικής δύναμης στην περιοχή. Ο Χιλ, παρά τις εντολές του Λι για αποφυγή εμπλοκής με τον εχθρό, διέταξε επιθετική αναγνώριση και απέστειλε τη Μεραρχία του Χεθ στο Γκέτισμπεργκ. Όμως, οι έφιπποι που θεωρήθηκαν πολιτοφύλακες, άνηκαν στην πραγματικότητα στη Σιδηρά Ταξιαρχία του ταξιάρχου Τζον Μπιούφορντ της Ένωσης, ο οποίος βλέποντας τους 7.500 άντρες της Συνομοσπονδίας να πλησιάζουν, διέταξε τους 2.000 άντρες του να λάβουν θέσεις άμυνας στα υψώματα βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης, με σκοπό να τους καθυστερήσουν, ώσπου να καταφθάσει ο κύριος όγκος της Στρατιάς του Ποτομάκ με ενισχύσεις. Η γενίκευση της σύγκρουσης που έμελλε να εξελιχθεί στην πιο πολύνεκρη μάχη του πολέμου, ήταν πλέον θέμα χρόνου.


Σαράντης Κοιλανίτης

Γεννημένος το 1997 και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, απόφοιτος Γενικού Λυκείου και φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Διετέλεσε αρχισυντάκτης της κατηγορίας της Ιστορίας και υποδιευθυντής του OffLine Post. Φέρει ιδιαίτερη ακαδημαϊκή προτίμηση στη στρατιωτική ιστορία.