Του Βασίλη Καραγκούνη,

Τους τελευταίους μήνες και ειδικά τις τελευταίες ημέρες η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο έχει ανοίξει για τα καλά. Ο χώρος τον Ανωτάτων Ιδρυμάτων της χώρας βρίσκεται και πάλι στο θέατρο της πολιτικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Αυτή τη φορά όμως όχι λόγω της μείωσης των οικονομικών πόρων, ούτε λόγω του τρόπου καθορισμού του εισαγωγικού συστήματος, αλλά εξαιτίας της πρόθεσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη να προχωρήσει στην κατάργηση του ακαδημαϊκού ασύλου. Πράγματι στην προεκλογική περίοδο η Νέα Δημοκρατία είχε στις πρώτες θέσεις της ατζέντας της, το θέμα του ασύλου, υποστηρίζοντας ξεκάθαρα την κατάργηση του. Συνεπώς το 40% του εκλογικού σώματος που πριν είκοσι μέρες ψήφισε ΝΔ, τη ψήφισε μεταξύ άλλων και για να καταργήσει το άσυλο.

Τι είναι όμως σήμερα το πανεπιστημιακό άσυλο και κατά πόσο αυτό ταυτίζεται με τις αιτίες της γέννησης του; Ποιοι λόγοι οδήγησαν στον εκφυλισμό του και γιατί η νέα κυβέρνηση παρά την αρχική θέση της για πλήρη κατάργηση οδηγείται στην επιλογή του νόμου Διαμαντοπούλου;

Το πανεπιστημιακό άσυλο γεννήθηκε στην Ευρώπη την εποχή που η ελευθερία στην έρευνα, στη διδασκαλία και στις επιστήμες θεωρούταν απαγορευμένη. Η εκκλησία (κυρίως καθολική) και τα διάφορα ανάκτορα πάσχιζαν να αποτρέψουν κάθε τι,  που θα ήταν ικανό να ταράξει ή να αμφισβητήσει τη κυριαρχία τους. Η σταδιακή κατοχύρωση όμως του πραγματικού ασύλου των ιδεών  έδρασε καταλυτικά σε συνδυασμό με τους υπολοίπους παράγοντες  ώστε η Ευρώπη να ξεπεράσει τον μεσαίωνα και να οδηγηθεί στο μέλλον. Στην Ελλάδα η ελευθερία στη τέχνη, στην επιστήμη, στην έρευνα και στη διδασκαλία είναι ελεύθερες χωρίς επιφυλάξεις, παρά μόνο υπόκεινται στον γενικό περιορισμό των δικαιωμάτων που είναι το Σύνταγμα. Συνεπώς το άσυλο ιδεών της ακαδημαϊκής έρευνας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας έχουν θεσμική συνταγματική θεμελίωση.

Το ακαδημαϊκό άσυλο όπως είναι ευρέως γνωστό σήμερα, κατοχυρώθηκε θεσμικά με τον νόμο 1268/1982 της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η νομοθετική πρόνοια ήταν το ελάχιστο δείγμα σεβασμού και αναγνωρίσεις του αγώνα που έδωσε υπό συνθήκες διωγμού το φοιτητικό κίνημα την περίοδο της Χούντας αλλά και πιο πριν την εποχή του αστυνομοκρατούμενου κράτους της δεξιάς. Ο νόμος του 1982 πρωτοποριακός για την εποχή του, έδωσε στο φοιτητικό κίνημα τον απαιτούμενο ζωτικό χώρο για να συγκροτηθεί και να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης. Όπως πολλά άλλα πράγματα στην Ελλάδα έτσι και το άσυλο με την πάροδο του χρόνου εκφυλίστηκε. Από άσυλο ιδεών και ακαδημαϊκό άσυλο μετατράπηκε σε άσυλο ξυλοδαρμού φοιτητικών παρατάξεων, άσυλο αδιαφάνειας και πελατειακών σχέσεων κομμάτων και καθηγητών. Εσχάτως δε, διάφορα εγκληματικά στοιχεία εκμεταλλευόμενα την αδυναμία κράτους και φοιτητικού κινήματος να περιφρουρήσουν το άσυλο, έχουν μετατρέψει τα ιδρύματα σε χώρους παρασκευής μολότοφ και διακίνησης ναρκωτικών.

Η πρώτη απόπειρα εξ ορθολογισμού του πανεπιστημιακού ασύλου  έγινε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2011 με τον νόμο «Διαμαντοπούλου», 4009/2011. Ο νόμος στο άρθρο 3 §2 ήταν ξεκάθαρος για το άσυλο: «Σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των Α.Ε.Ι. εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία». Η απόφαση της κυβέρνησης έφερε αντιδράσεις στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ με τον Πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να αποδοκιμάζεται από νέους του κόμματος. Με τον ίδιο βέβαια να υπεραμύνεται της πολιτικής του, λέγοντας στους διαμαρτυρομένους μεταξύ άλλων  πως το «δημόσιο Πανεπιστήμιο  δεν είναι τσιφλίκι κανενός αλλά περιουσία του ελληνικού λαού».

Σήμερα μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου η νέα υπουργός Παιδείας κ. Νίκη Κεραμαίως έχει καταστήσει σαφές πως το άσυλο θα καταργηθεί και η αστυνομία θα μπορεί να επεμβαίνει στα πανεπιστήμια όταν τελούνται αξιόποινες πράξεις. Πράγμα βέβαια που μπορεί να συμβεί και σήμερα με τον ισχύοντα νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα όμως από ένα χρονοβόρο σύστημα σύγκλισης οργάνων και χαρακτηρισμού των υπό κρίση πράξεων ως κακουργήματα ή όχι.

Οι φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων γνωρίζουν από πρώτο χέρι ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί εντός τους. Σε καμία περίπτωση το άσυλο δεν ευθύνεται σε τέτοια κλίμακα για την παρακμή των πανεπιστημίων, όχι όμως πως δεν έχει παίξει ρόλο σε αυτή. Δεν ευθύνεται όμως το άσυλο σαν άσυλο για την παρακμή αυτή. Ευθύνονται εκείνες οι μειοψηφίες που μετατρέπουν το ακαδημαϊκό άσυλο από άσυλο ιδεών, ελευθερίας και σεβασμού της διαφορετικότητας σε άσυλο ανομίας όπου οι μη συγκλίνουσες με τις μειοψηφίες διαφορετικές απόψεις, βρίσκονται υπό διωγμό.

Σε καμία περίπτωση δεν είναι όλα ρόδινα ούτε όλα μαύρα στα πανεπιστήμια. Όσοι ενστερνίζονται τις δύο ακραίες αυτές απόψεις δεν έχουν καμία επαφή με το πανεπιστήμιο του σήμερα. Ακαδημαϊκό άσυλο πρέπει να υπάρχει και αυτό δε μπορεί να το καταργήσει καμία κυβέρνηση που κινείται εντός του συνταγματικού πλαισίου. Το άσυλο των ιδεών το άσυλο της ακαδημαϊκής ελευθερίας αποτελούν πυλώνες της δημοκρατίας μας. Η δημόσια και δωρεάν παιδεία είναι ένας κατεξοχήν μηχανισμός προόδου και κοινωνικής κινητικότητας παρέχοντας στο παιδί της πιο φτωχής οικογένειας τη δυνατότητα να χτίσει μια καλύτερη ζωή. Ο θεσμός αυτός είναι υποχρεωτικό να αναβαθμιστεί και να ενισχυθεί. Τα εγκλήματα εντός των πανεπιστημίων δεν είναι θέμα ασύλου. Για τους ξυλοδαρμούς και το εμπόριο ναρκωτικών εφαρμόζεται ο Ποινικός κώδικας και όχι κάποιος νόμος για το άσυλο.

Στη τελική ανάλυση τίποτα που να σχετίζεται με την ακαδημαϊκή ελευθερία δε μπορεί να καταργήσει η νέα κυβέρνηση. Πολύ απλά γιατί οι σημερινές παθογένειες μπορούν να καταργηθούν και χωρίς την κατάργηση του ασύλου σαν έννοια. Αυτό που συμβαίνει στην ουσία είναι η εκδήλωση μιας ρεβανσιστικής αντίληψης για το άσυλο από τη ΝΔ, η οποία με ελαφρά πηδηματάκια θα επαναφέρει  το νόμο για το άσυλο που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2011.


Βασίλης Καραγκούνης

Είναι πτυχιούχος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τις αρχές του τρέχοντος έτους συνεχίζει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει αποφοιτήσει από το Μουσικό Σχολείο Αγρινίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά. Ασχολείται με την μουσική, παίζοντας τρομπέτα και πιάνο, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει οικονομία, ιστορία και πολιτική.