Του Μανώλη Στυλιανάκη,

Ας υποθέσουμε ότι πλήθος οικονομικών μεταναστών εισρέει σε μία καθημαγμένη χώρα, όπως η Ελλάδα (εξαιρούνται ασφαλώς όσοι έχουν την ιδιότητα του πρόσφυγα και τελούν υπό την προστασία της συνθήκης της Γενεύης). Οι μαζικές και άτακτες εισροές που υπερβαίνουν το δυναμικό εξάπλωσης και ενσωμάτωσής τους εξωτερικεύουν ένα κόστος στην υπόλοιπη κοινωνία. Αν δεν μπορούν να βρουν μια δουλειά για να βγάζουν τα προς το ζην και να ενσωματωθούν έτσι στην οικονομία της χώρας, ειδικά όταν η τελευταία αποψιλώνεται, ελέω κρίσης, τότε για να επιβιώσουν, διολισθαίνουν στην παραβατικότητα και την εγκληματικότητα, εξωθούμενοι από την φτώχεια και την οικονομική εξαθλίωση.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η μετανάστευση είναι καταρχήν κακή. Υπό συνθήκες μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί και ευλογία. Το σχέδιο που προτείνω, για να σταθμίσουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της μετανάστευσης, εδράζεται στην κάτωθι παραδοχή: Υπάρχει μία αγορά εργασίας εν τη ευρεία εννοία, η οποία χαρακτηρίζεται από μια κινητικότητα μεταξύ των ανθρώπινων υποκειμένων. Υπάρχει μια προσφορά διαθέσιμης εργασίας, από τη μεριά των απασχολουμένων, η οποία αντιστοιχίζεται με την ζήτηση για εργατικό δυναμικό. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο συνιστά ζωτικό παραγωγικό συντελεστή και να υπολογιστεί ποια η φέρουσα απορροφητική ικανότητα μιας κοινωνίας, ποια η χωρητικότητα της οικονομίας. Ποιος είναι ο μέγιστος αριθμός μεταναστών που μπορεί να απορροφήσει η εγχώρια οικονομία, στους αγρούς, στη ναυτιλία, στην οικοδομή και στις υπηρεσίες; Πόσους μετανάστες μπορούν να προσλάβουν οι εγχώριες επιχειρήσεις; Ποιες είναι οι δουλείες που δεν αναλαμβάνουν οι ντόπιοι και θα ήθελαν να τις εκχωρήσουν σε άλλους πρόθυμους να καλύψουν τα κενά;

Επίσης, ας υποθέσουμε ότι η οικονομία μπορεί να απορροφήσει 500.000 μετανάστες, ήτοι περίπου το 5% του πληθυσμού. Αυτή είναι και η ζήτηση για εισαγόμενο εργατικό δυναμικό που θα καλυφθεί με τη εισροή οικονομικών μεταναστών. Ύστερα, το κράτος θα δημιουργήσει μία NASDAQ-like πρωτογενή αγορά χορήγησης αδειών παραμονής και εργασίας, μία ηλεκτρονική πλατφόρμα όπου θα πωλούνται από το υπουργείο εσωτερικών βίζες εργασίας. Το κράτος, δηλαδή, πρέπει να αντικαταστήσει την λαβυρινθική γραφειοκρατία με μία αγορά, όπου θα πουλάει το δικαίωμα/προνόμιο άδειας παραμονής στην χώρα υποδοχής και θα την αγοράζει άνετα όποιος επιθυμεί να μεταναστεύσει στη χώρας μας. Εάν ένας μετανάστης επιθυμεί να μεταναστεύσει για οικονομικούς λόγους προκειμένου να βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο, δεν θα έχει παρά να αγοράσει μία άδεια εργασίας (work permit).

Ένα επιχείρημα, που διατυπώνεται συχνά στο πλαίσιο αυτό, έχει ως εξής: «Δεν μπορεί να δέχεται οικονομικούς μετανάστες μία χώρα όπου η ανεργία των νέων αγγίζει το 40% και οι επιχειρήσεις κλείνουν». Το προτεινόμενο μεταναστευτικό μοντέλο, όμως, έχει ενσωματωμένες δικλείδες ασφαλείας, υπό τη μορφή ενός price-based συστήματος και χαρακτηρίζεται έτσι από μία ευελιξία, διότι διασφαλίζει ότι ανά πάσα στιγμή θα χορηγούνται τόσες άδειες, όσες επιθυμούν οι εγχώριοι παράγοντες. Έτσι λοιπόν, την περίοδο που η οικονομία θα τρέχει ιλιγγιωδώς, θα ανοίγουν καινούριες επιχειρήσεις, οι θέσεις εργασίας θα πολλαπλασιάζονται και άρα η ζήτηση για εργατικούς πόρους θα αυξάνεται. Κατ’ αντιστοιχία, θα αυξάνονται και οι διαθέσιμες προς πώληση άδειες εργασίας, θα πέφτει η τιμή τους στην αγορά κι έτσι οι ανειδίκευτοι μετανάστες εργάτες θα μπορούν εύκολα να τις προμηθεύονται και να έρχονται νόμιμα στη χώρα για να εργαστούν.

Όταν η οικονομία θα περιέρχεται σε ύφεση και η ανεργία θα ζυγώνει, τότε προφανώς η ζήτηση για εργατικό δυναμικό θα ελαττώνεται και άρα το κράτος θα εκδίδει μικρότερο αριθμό αδειών εργασίας. Oι τιμές των αδειών θα παίρνουν την ανιούσα, άρα λιγότεροι ανειδίκευτοι εργάτες θα τις αγοράζουν, πλην όμως οι ταλαντούχοι και δημιουργικοί μετανάστες που προσδοκούν ότι η παρούσα αξία των μελλοντικών κερδών τους στην αναπτυγμένη Ευρωπαϊκή Ένωση υπερκεράζει το εφάπαξ κόστος για την απόκτηση άδειας, αυτοί θα συνεχίσουν να τις αγοράζουν, διασφαλίζοντας έτσι ότι η ΕΕ συνεχίζει να επωφελείται από το brain gain και σε περιόδους ύφεσης. Οι άδειες, δηλαδή, θα αγοράζονται απ’ τα άτομα που τις αξιολογούν περισσότερο βάσει την προθυμίας τους να δώσουν περισσότερα για να τις αποκτήσουν. Αν, μάλιστα, υιοθετηθεί αυτό το σύστημα από την Ευρώπη των 28, τότε δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε μήπως η Ελλάδα μετατραπεί σε αποθήκη ψυχών μιας και οι μετανάστες δεν θα κάνουν καν τον κόπο να πατήσουν το πόδι τους στην καμένη ελληνική γη, αλλά θ’ αγοράζουν άδειες εργασίας άλλων χωρών που προσφέρουν προοπτική  για μια καλύτερη ζωή.

Κάπως έτσι, απαντάται και το έτερο επιχείρημα ότι «οι μετανάστες αποτελούν οικονομικό βάρος για την κοινωνία και τις προνοιακές δομές του κράτους». Για να κάνουμε βέβαια τον συνήγορο του διαβόλου, η υπερφόρτωση του κοινωνικού δικτύου προστασίας, από την επιβάρυνσή του με τις ανάγκες των μεταναστών, προκαλεί τον κίνδυνο να διαρρηχθεί ο κοινωνικό ιστός και να διασπαθιστεί το κοινωνικό κεφάλαιο που επενδύεται στην κοινωνική αρμονία και τους δεσμούς που σταθεροποιούν τον κοινωνικό ιστό. Το προνοιακό σύστημα δεν είναι η μαγική τσάντα του «σπορτ μπίλυ», απ’ όπου βγαίνουν ως διά μαγείας διάφορα καλούδια τζάμπα. Το κοινωνικό κράτος μπορεί να παρομοιαστεί με μία μεγάλη δεξαμενή, όπου από τον έναν σωλήνα εισρέουν χρήματα από την αγορά εργασίας και προϊόντων και από τον εξωτερικό σωλήνα, όπου οι πόροι αυτοί διαμοιράζονται προς τις ομάδες που τους χρειάζονται περισσότερο.

Υπάρχει μία ισορροπία μεταξύ των, προερχομένων από τους φόρους και τις εισφορές των κατοίκων της χώρας, εισερχομένων χρημάτων. Μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει μία θετική συσχέτιση μεταξύ μαζικής μετανάστευσης και καχυποψίας προς το κοινωνικό κράτος και αυτό διότι οι ντόπιοι νομίζουν ότι οι ξένοι παρασιτούν εις βάρος τους, λαμβάνοντας τα επιδόματα που προορίζονταν για τους ίδιους. Με το μοντέλο των εμπορεύσιμων αδειών εργασίας αυτός ο κίνδυνος αποκρούεται, μιας και ο μετανάστης θα συνεισφέρει τόσο με την εργασία του όσο και με την αρχική εφάπαξ πληρωμή που θα καταβάλει για την αγορά της άδειας παραμονής του, διασφαλίζοντας πως οι μεταναστευτικές ροές θα γίνουν επ’ ωφελεία των χωρών μας και δεν θα αποτελέσουν δημοσιονομικό βαρίδι για την κοινωνία μας. Άρα, διασκεδάζονται έτσι οι ανησυχίες για την βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα του δικτύου κοινωνικής προστασίας.

Ας εξετάσουμε τα εξής εποπτικά παραδείγματα για του λόγου το αληθές. Έστω ένας 25χρονος που έχει πτυχίο Ηλεκτρολόγων μηχανικών από την Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο, οι προοπτικές ανέλιξης είναι κάπως χαμηλές και ο μέσος software engineer κερδίζει γύρω στα 8.000€ κατ’ έτος. Αν αγοράσει, όμως, εύκολα μια βίζα εργασίας κι έρθει να κάνει ένα μεταπτυχιακό στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης, φτιάξει μία έξυπνη εφαρμογή για κινητά ή αναπτύξει κάποιον πρωτοποριακό λογισμό και ιδρύσει μια start-up μπορεί να βγάλει έως και τα εκατονταπλάσια. Ένας απόφοιτος του τμήματος Βιολογίας από το Μπαγκλαντές ενδεχομένως το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να διδάξει σ’ ένα σχολείο. Αν έρθει, όμως, στην Ευρώπη μπορεί να εξειδικευτεί στη Φαρμακευτική Βιοτεχνολογία και να πιάσει δουλειά στο τμήμα της έρευνας καινοτόμων φαρμάκων μιας φαρμακοβιομηχανίας, όπου θα κερδίζει έως και 70.000€ το χρόνο.

Επομένως, η αγοραία κατανομή εργατικού δυναμικού και η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων στα πλαίσια αμοιβαίων επωφελών συμφωνιών οδηγεί στη βέλτιστη κατανομής των ανθρώπινου δυναμικού, σε τομείς της οικονομίας όπου μπορούν ν’ αποδώσουν καλύτερα, αυξάνοντας έτσι το συνολικό παραγόμενο προϊόν. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν θα είχαν θέμα να πληρώσουν έως και 10.000€ ή και παραπάνω για να αγοράσουν τη συγκεκριμένη άδεια, μιας και από τον πρώτο χρόνο κιόλας θα έχουν αποσβέσει το κόστος της αγοράς. Κάποιος θα πρέπει να προσπαθήσει πολύ να βρει κάποιο πειστικό επιχείρημα για ποιο λόγο θα πρέπει να ελέγξουμε αυτές τις επιτυχημένες μεταναστευτικές ροές.

Έστω ακόμα ένας φοιτητής κλασικών σπουδών από τη Κίνα που ενδιαφέρεται να περάσει τις καλοκαιρινές του διακοπές στην Αθήνα, παρακολουθώντας ένα summer school του τμήματος ιστορικών, αρχαιολογικών ή φιλοσοφικών σπουδών του Καποδιστριακού πανεπιστημίου. Από τη στιγμή που ο Κινέζος φοιτητής αποστείλει την αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και το πανεπιστημιακό ίδρυμα την εγκρίνει, τότε η άδεια παραμονής πρέπει να χορηγείται αυτομάτως άμα τη καταβολή των διδάκτρων, στα οποία θα συμπεριλαμβάνεται βεβαίως και το κόμιστρο εισόδου, χωρίς να ανακατεύεται έτι περαιτέρω η ελληνική γραφειοκρατία. Ειρήσθω εν παρόδω, κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα αποτελούσε αφενός πηγή εσόδων για το πανεπιστημιακό ίδρυμα, αφετέρου θα μπορούσε να θεωρηθεί και σχετικός δείκτης αξιολόγησης ενός τμήματος. Τα πανεπιστήμια, με κίνητρο την άντληση εσόδων, θα βελτίωναν και θα εκσυγχρόνιζαν τις υποδομές τους, προκειμένου να προσελκύσουν φοιτητές από το εξωτερικό. Τμήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον φοιτητών και ακαδημαϊκών ανθρώπων από το εξωτερικό προφανώς θα φιγουράρουν και πιο ψηλά στα rankings των τοπ πανεπιστημίων στις διεθνείς λίστες κατάταξης των ιδρυμάτων, ανά τον κόσμο.

Θα ήταν αποδοτικότερο το μοντέλο αυτό να υιοθετηθεί απ’ όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ και κάθε δυτική χώρα να εκδίδει και να τιμολογεί τις δικές της άδειες εξατομικευμένα. Αυτό θα συνέβαλε στο να αποτρέψουμε τον κίνδυνο δημιουργίας ενός μονοπωλίου που θα χρέωνε καταχρηστικά υψηλές τιμές για την αγορά άδειας. Είναι προφανές πως μεταξύ δύο χωρών όπως η Ελλάδα και οι ΗΠΑ, ο μετανάστης θα προτιμήσει να αγοράσει την αμερικανική άδεια παραμονής, καθώς η Αμερική προσφέρει καλύτερες μελλοντικές προοπτικές και ως εκ τούτου η αμερικανική άδεια θα είναι πιο ακριβή σε σύγκριση με την ελληνική. Για ποιο λόγο, άλλωστε, ένας λογικός άνθρωπος να θέλει να έρθει σε μία χώρα όταν οι ίδιοι οι γηγενείς κάτοικοί της πασχίζουν για να φύγουν και να βρουν δουλειά στο εξωτερικό, προεξεχόντων των νέων, μιας και το brain drain είναι από τα πλέον ζέοντα προβλήματα που μαστίζουν την χώρα μας.

Εάν, λοιπόν, η Ελλάδα επιθυμεί να καρπωθεί κάποιο μερίδιο από την νεοδημιουργηθείσα αυτή «μεταναστευτική αγορά» θα πρέπει να μεταρρυθμίσει την οικονομίας της, ώστε να μετουσιώσει το Brain drain σε brain gain και να δώσει έτσι κίνητρα όχι μόνο για να μην φεύγουν οι νέοι μας, αλλά για να έρχονται κι άλλοι! Αν, μάλιστα, αυτό το μοντέλο υιοθετούνταν από τις αναπτυγμένες χώρες, θα βοηθούσε στην αποσυμφόρηση της Ελλάδας από το κύμα των αθρόων ροών, διότι χώρες που βρίσκονται σε αναπτυξιακό οργασμό, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, θα μπορούσαν να τους απορροφήσουν ως εργατικό δυναμικό, μετριάζοντας έτσι το βάρος που υφίσταται η Ελλάδα από το μεταναστευτικό.

Συγχρόνως δε, καταπολεμάται και το δουλεμπόριο, βγάζοντας εκτός ανταγωνισμού τα κυκλώματα παράνομης διακίνησης ανθρώπων, μιας και ο μετανάστης δεν θα έχει πλέον λόγο να εισέλθει παράνομα στη χώρα. Οι δουλέμποροι πλουτίζουν κάθε μέρα με μεγάλα ποσά, αφού το κόμιστρο που πρέπει να πληρώσει κάποιος για να περάσει παράνομα τα σύνορα μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 5.000€. Εάν το κράτος θέλει να σταματήσει αυτό, δεν έχει παρά να ανταγωνιστεί τους λαθρέμπορους, πουλώντας άδειες παραμονής με τιμή έναρξης τα 5.000+€. Ποιος λογικός άνθρωπος θα χρυσοπλήρωνε έναν δουλέμπορο με κίνδυνο να τον συλλάβουν, να τον φυλακίσουν και να τον απελάσουν, όταν με τα ίδια λεφτά μπορεί εντελώς νόμιμα να ξεμπερδεύει με τις ντόπιες αρχές;

Κλείνοντας, το μεταναστευτικό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που ταλανίζει τις δυτικές κοινωνίες. Όντως η πολιτική των ερμητικά κλειστών συνόρων δεν συνιστά ούτε διατηρήσιμη, ούτε επιθυμητή λύση, ούτε οικονομικά ορθολογικά λύση. Ωστόσο, εξίσου λαθεμένη είναι και η πολιτική ανοιχτών συνόρων. Χρειαζόμαστε μία μεταναστευτική πολιτική με ορθολογικούς κανόνες που θα σέβεται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των πολιτών και θα βασίζεται σε αλγόριθμους, φόρμουλες, συναρτήσεις, οικονομετρικά μοντέλα και όχι σε ιδεοληψίες. Ένα τέτοιο market-like μοντέλο, που προσομοιάζει στις συνθήκες που θα επικρατούσαν σε μία φιλελεύθερη κοινωνία, είναι αυτό της πώλησης του «δικαιώματος μετανάστευσης» που αφήνει τις αγοραίες δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης να εντοπίσουν τη χρυσή τομή και να καθορίσουν έτσι το βέλτιστο αριθμό μεταναστών και τη φέρουσα ικανότητα μίας οικονομίας. Ας μεταμορφώσουμε την μετανάστευση από πρόβλημα σε λύση!


Μανώλης Στυλιανάκης
Γεννήθηκε στην Κρήτη και είναι τελειόφοιτος φοιτητής Φαρμακευτικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές υγείας και φαρμακευτικής περίθαλψης. Ακραιφνής Φιλελεύθερος και υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με το Debate και το MUN, έχοντας συμμετάσχει σε σχετικούς διαγωνισμούς και προσομοιώσεις. Αγαπημένο ρητό: «Όσο αξίζει ένα άτομο, δεν αξίζει ο κόσμος όλος!»