Του Δημήτρη Τόλια,

Τα τελευταία χρόνια η φράση “επιστροφή στην κανονικότητα” ακουγόταν διαρκώς από την ελληνική κυβέρνηση. Η κάλπη των εθνικών εκλογών ανέδειξε έναν νέο δικομματισμό, αφού τα δύο κόμματα συγκέντρωσαν το 71,3% του εκλογικού κοινού. Τα παραδοσιακά “κάστρα” αριστεράς και δεξιάς καθιερώθηκαν ξανά (Λακωνία και Καστοριά, Κρήτη και Αχαΐα). Η Νέα Δημοκρατία νίκησε. Έφτασε το 39%. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε. Απώλεσε σε σχέση με το 2015 ένα 3,88%, αρκετά μικρό σε σχέση με όσα προβλέπονταν. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως εν τέλει και να συσπείρωνε το 100% των ψήφων του 2015 και πάλι δεν θα μπορούσε να κερδίσει τις εκλογές. Η επιστροφή στην κανονικότητα είναι που πλήγωσε κατά μία έννοια τον ΣΥΡΙΖΑ διότι επανέφερε τον δικομματισμό και την έννοια της συσπείρωσης. Και μια παράταξη διαχρονικά, με μια δεξαμενή ψήφων στο 45% κολυμπάει σε πιο χαρτογραφημένα νερά από ένα κόμμα που δέκα χρόνια πριν, λάμβανε ποσοστό 4,6%.

Η ΝΔ γνώριζε ποιες πόρτες πρέπει να χτυπήσει. Ποιους ανθρώπους έχει να συσπειρώσει. Ήταν η παραδοσιακή δύναμη της δεξιάς που φιλοξενούνταν προσωρινά σε δεξιά και κεντρώα κόμματα διαμαρτυρίας, δεδομένης της τομής «μνημόνιο-αντιμνημόνιο». Οι ναζί τελειώσανε, οι ΑΝΕΛ, το ΠΟΤΑΜΙ, η Ένωση κεντρώων και το ΛΑΟΣ εξαφανίστηκαν. Η ΝΔ σε σχέση με το 2015 ανέβηκε κατά 11,7%. Αυτό σημαίνει πως μαγνήτισε τον δεξιό ψηφοφόρο. Τώρα που μνημόνιο δεν υπάρχει, η κανονικότητα με μια μπλε κυβέρνηση έμοιαζε με «Ιθάκη» για τους ψηφοφόρους της ΝΔ που ενίσχυσαν το κόμμα παρά το γεγονός πως εξέφραζαν αρκετές ανησυχίες για την ηγεσία και το πρόγραμμα του κόμματος. Ο στόχος για τα κομματικά μέλη σε κάθε πόλη και χωριό ήταν απλώς να πείσουν εκείνους που ήδη γνώριζαν. Όσους ήταν δυσαρεστημένοι το 2009, το 2012 και το 2015. Και το έκαναν σε μεγάλο ποσοστό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πριν 10 χρόνια ήταν στο 4%. Ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε το κλειδί της ανάλυσης του αποτελέσματος χθες στο Ζάππειο. Ανέφερε πως ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε αυτά τα χρόνια πολλούς «φίλους», όχι όμως πολλούς «συνοδοιπόρους». Ακριβώς, οι χρόνιοι «συνοδοιπόροι» της ΝΔ, που είχαν εδώ και πολλά χρόνια σφυρηλατήσει μια σχέση με το κόμμα, χτύπησαν τις πόρτες που γνώριζαν πως θα βρουν ψηφοφόρους που θα στήριζαν μια δεξιά- κεντροδεξιά διακυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε αυτούς τους συνοδοιπόρους. Όχι σε τόσο μεγάλο αριθμό.

Ακόμη, οι αριστεροί και κεντροαριστεροί ψηφοφόροι, εκτός του ΚΚΕ, έδωσαν μεγάλα ποσοστά σε ΚΙΝΑΛ (8%), ΜέΡΑ 25 (3,4%), και σημαντικά στην ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1,46%). Συνεπώς, η συσπείρωση στον χώρο της κεντροαριστεράς δεν ήταν η μεγαλύτερη. Η ψήφος διαμοιράστηκε και καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η έλλειψη αυτών των συνοδοιπόρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε να πείσει «φίλους» που απέκτησε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ΝΔ είχε απλώς να φέρει πίσω τους συνοδοιπόρους της, που την ακολουθούν εδώ και χρόνια.

Η «κανονικότητα» εάν θεωρείται πολιτικά η επάνοδος του δικομματισμού, λειτούργησε αρνητικά για τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς μπήκε σε έναν αγώνα απέναντι σε έναν έμπειρο αντίπαλο. Το 31,5% που συγκέντρωσε είναι ένα ποσοστό πολύ υψηλό που τον καθιστά σε μεγάλο αντιπολιτευτικό πόλο. Όπως ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να μετασχηματιστεί. Και πράγματι, εφόσον τα στοιχεία συντείνουν στην ανάδυση ενός νέου δικομματισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα που θα ενστερνίζονται ψηφοφόροι και από την αριστερά και από την κεντροαριστερά συσπειρώνοντας τον εκλογικό χώρο. Η εκλογική βάση του 31,5% είναι παρακαταθήκη για το μέλλον. Ο Αλέξης Τσίπρας στον χώρο της αριστεράς και της κεντροαριστεράς αποτελεί μια πολύ σημαντική προσωπικότητα. Πλέον οι διακυβεύσεις θα είναι ξεκάθαρες. Ορισμένες προσωπικότητες της αντιπολίτευσης που βρίσκονται σε διαφορετικά κόμμα, αλλά η ιδεολογία τους είναι κοντά, δεν αποκλείεται να συγκλίνουν προκειμένου να θεμελιωθεί ένα πλατύ «Προοδευτικό Μέτωπο» με δεδομένο ότι από τη ΝΔ εκλέχθηκαν βουλευτές περισσότερο δεξιοί παρά κεντρώοι, κάτι που δηλώνει σε έναν βαθμό την τάση των ψηφοφόρων της. Μένει να δούμε και την συμπεριφορά της ηγεσίας, μέσω της διακυβέρνησης της χώρας. Ποιες θα είναι οι οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές που θα προωθηθούν και πως η ελληνική κοινωνία θα αντιδράσει σε αυτές.

Θεωρώ σίγουρο όμως ένα. Ότι στη Βουλή θα δούμε ωραίες πολιτικές μάχες και εύχομαι με καθαρό πολιτικό, ιδεολογικό λόγο. Αυτή εξ άλλου είναι και η ουσία της Δημοκρατίας. Μια Δημοκρατία που γίνεται σίγουρα πιο φωτεινή από σήμερα που οι φωνές των ναζί θα πάψουν να ηχούν στον ναό της.


Δημήτρης Τόλιας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.