Του Μιχάλη Γιαννακίδη,

Είναι 9/2/1999 και εγώ βρίσκομαι, ακόμη, μέσα στην κοιλιά της μητέρας μου, σε ένα νοσοκομείο κάπου στη Θεσσαλονίκη. Ήθελα, απεγνωσμένα, να μοιράζομαι τα γενέθλια μου με τον James Dean, μα η διαφορά της ώρας με την Αμερική με πρόδωσε. Αντίθετα, αποκτώ την ίδια ημερομηνία γέννησης με τον τότε συμπολίτη μου και ποδοσφαιριστή του Άρη,  Άγγελο Χαριστέα. Προφανώς, αυτή η σύμπτωση, μάλλον, ανησύχησε τον πατέρα μου, έτσι, μετά από μόλις μία ώρα ύπαρξης, ήμουν περήφανο μέλος συνδέσμου φιλάθλων του ΠΑΟΚ.

Τα χρόνια περνάνε, 10 για ακρίβεια και ο μικρός Μιχαλάκης έχει, ήδη, αρχίσει να ερωτεύεται το ποδόσφαιρο. Δεν το γνώριζα τότε, αλλά παρακολουθούσα μια εξαιρετική ομάδα του ΠΑΟΚ, όσον αφορά το πόσο cult ήταν. Αιχμή του δόρατος ήταν ο, πάντα ψυχωμένος και συχνά τραυματισμένος, Ζλάταν Μουσλίμοβιτς, ενώ τον πλαισίωναν δύο Πορτογάλοι. Στα αριστερά ένας μικρός που είχε έρθει από την Πόρτο και στα δεξιά ο Σέρτζιο Κονσεισάο, για τον οποίο ο πατέρας μου, ακόμη και σήμερα, στάζει μέλι. Στο κέντρο θυμάμαι έναν θυμωμένο μακρυμάλλη που είχε παίξει στη Ρεάλ και τον μεγάλο Σωτήρη Μπαλάφα, οι οποίοι παρατάσσονταν μπροστά από την πραγματικά ηρεμιστική παρουσία του Πάμπλο Κοντρέρας. Το όλο σετ, όμως, ολοκληρονώταν από τις εμφανίσεις, οι οποίες πέρα από τα παραδοσιακά ασπρόμαυρα χρώματα, είχαν και χρυσές λεπτομέρειες, με το χρυσαφί Molto να αναγράφεται στους ποπούς των ποδοσφαιριστών.

Έχω, λοιπόν, μόλις γίνει dέκα χρονών και οδεύω προς το σχολείο, πρόσφατα έχω αρχίσει να πηγαίνω μόνος μου και με ενθουσιάζει λιγάκι, αλλά εκείνη τη Δευτέρα δεν είμαι ενθουσιασμένος. Την προηγούμενη ημέρα ο ΠΑΟΚ είχε ηττηθεί 3-0 από τον Παναθηναικό, καθώς όπως είπε ο σχολιαστής, υπολόγισε χωρίς τον ξενοδόχο Λουκά Βύντρα, που βρήκε δίχτυα δύο(!!) φορές. Ναι, το απλό μυαλουδάκι μου φοβόταν πολλά πράγματα, όπως τις φακές και τα μαθηματικά, όμως τίποτα δεν ξεπερνούσε τον φόβο για την συνεχή καζούρα που θα αναγκαζόμουν να υποστώ στο σχολείο την επομένη ενός χαμένου ντέρμπι.

Βέβαια, όντας ένα από τα ελάχιστα ΠΑΟΚτσάκια στα Βόρεια Προάστια της Αθήνας, όπου και ζούσα από μωρό, είχα συνηθίσει τα πειράγματα, άσε που έπαιρνα ένα περίεργο είδος ευχαρίστησης όταν ανακοίνωνα στα άλλα παιδάκια ότι ήμουν ΠΑΟΚ. Άλλη μία από τις αγαπημένες μου ατάκες ήταν το: «Έλα να το πεις αυτό μέσα στη Τούμπα ρε!»

Η αλήθεια είναι πως ένιωθα ότι ο ΠΑΟΚ ήταν μεγάλη ομάδα, προφανώς όχι όταν τον έβλεπα να παίζει, άλλα όταν πήγαινα κατασκήνωση στην Χαλκιδική. Κάθε καλοκαίρι περνούσα τρεις εβδομάδες στο καλύτερο καλοκαιρινό θέρετρο της Ελλάδος. (Έχοντας γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη είμαι νομικά υποχρεωμένος να το πω αυτό.) Κάθε καλοκαίρι έβλεπα τους οπαδούς των αθηναϊκών ομάδων να είναι αυτοί σαν τις μύγες με το γάλα. Διαβάζαμε Sporty, παίζαμε μπάσκετ και ανταλλάσσαμε όλο και πιο δημιουργικές βρισιές: τα πράγματα ήταν, η μάλλον μου φαίνονται πίσω από τα γυαλιά της νοσταλγίας, πολύ απλά.

Φυσικά, για μία ακόμη φορά, ο καιρός πέρασε, εγώ σταμάτησα να πηγαίνω κατασκήνωση και ο ΠΑΟΚ σταμάτησε να είναι ανεπαρκής στο ποδόσφαιρο. Μπορούσα να δω τα φώτα του ΟΑΚΑ από το μπαλκόνι μου κατά τη διάρκεια του τελικού κυπέλλου, δεν είδα όμως τον αγώνα, απλώς τον άφησα στο παρασκήνιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το ενδιαφέρον μου για το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει χαθεί καιρό τώρα, για λόγους που λογικά όλοι σας που παρακολουθείτε την superleague θα γνωρίζετε. Άλλωστε, κατά βάθος, είναι, παράλληλα, οι λόγοι που την αγαπάτε και δεν σας αδικώ, ίσα ίσα, σας θαυμάζω.

Φτάσαμε, έτσι, στα 20 μου, όταν, επιτέλους, είδα ένα πρωτάθλημα (είμαι Λίβερπουλ και ΠΑΟΚ, σας επιτρέπω να γελάσετε). Θα έπρεπε, μάλλον, να νιώθω κάποιο είδος χαράς, δικαίωσης  ή έστω λύτρωσης για όλα αυτά τα χρόνια αναμονής, στο κάτω κάτω, θεωρώ πως παίξαμε και την καλύτερη μπάλα, αλλά όχι. Νιώθω κυρίως απογοήτευση, απογοήτευση για την εμπάθεια που έβγαλε η ελληνική κοινωνία προς τον ΠΑΟΚ και την σχεδόν καθολική αποδοχή της θεωρίας που υποστηρίζει ότι κάθε ομάδα έχει ανεγκέφαλους οπαδούς, όμως οι ΠΑΟΚτσήδες, ή καλύτερα, οι Μάο Μάο είναι χειρότεροι.

Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με την εγκυρότητα τέτοιων απόψεων, ούτως ή άλλως, η γνώμη μου θα θεωρούταν βεβιασμένη. Αντίθετα, θα τη χρησιμοποιήσω όπως ένας μαύρος άντρας θα αντιμετώπιζε μια σημαία του αμερικανικού νότου: σαν σημάδι που μου λέει να μείνω μακριά από αυτόν τον χώρο.

Θα ήταν αμαρτία αν δεν τελείωνα το συγκεκριμένο άρθρο με αυτό το βίντεο.


Μιχάλης Γιαννακίδης, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά μένει μόνιμα στην Αθήνα. Είναι δευτεροετής φοιτητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννησου. Στον ελεύθερο χρόνο του, ασχολείται με την τέχνη και την άθληση.