Του Θεοχάρη Χατζημανώλη,

21η Απριλίου 1967. Όλοι περίμεναν την εξέλιξη αυτή στην εξουσία του τόπου. Η πολιτική αβεβαιότητα υπενθύμιζε την ύπαρξη της ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα μετά τον παγκόσμιο πόλεμο. Ήταν λοιπόν η εξέλιξη αυτή, που οι πρωτεργάτες της ονόμασαν «επανάσταση», το ποτήρι που ξεχείλιζε για να βυθίσει τον τόπο σε έναν λήθαργο παραλυτικό, καθηλωτικό και κατάμαυρο. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών ήταν η αρχή μίας δύσκολης περιόδου της Ελλάδας που διήρκεσε επτά χρόνια. Επτά μακροσκελή χρόνια.

Πολλοί μίλησαν, μιλάνε και θα μιλήσουν για την εξωτερική πολιτική της χούντας. Άλλοι για το οικονομικό της πρόγραμμα. Άλλοι θα την ψέξουν τυφλά και μόνο από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ενώ άλλοι ίσως και να την νοσταλγούν…

Ποιος όμως θα κάνει λόγο για την δικαιοσύνη;

Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1971, μόλις 3 χρόνια πριν την πτώση του καθεστώτος, δημοσιεύεται στο «Βήμα» το κύκνειο άσμα του Σεφέρη, το μακάβριο ποίημα «Ἐπὶ Ἀσπαλάθων…» στο οποίο ο ποιητής μας αποκαλύπτει, με τον μοναδικό τρόπο του, τον χαρακτήρα του ανελεύθερου καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Προβλέποντας την μοίρα της χούντας και όλων των ομοίων της.

  • Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.

Ο ποιητής βρίσκεται στο Σούνιο και αφουγκράζεται το όμορφο ανοιξιάτικο τοπίο. Είναι ημέρα του Ευαγγελισμού άλλωστε, εκείνη η μέρα της σημαντικής εθνικής και θρησκευτικής εορτής, την οποία κάποιος σαν τον ποιητή, ίσως να προτιμούσε να την περάσει στην πόλη, μέσα στο επετειακό κλίμα. Αλλά μάλλον φέρεται να αποφασίζει να αποφύγει την πομφολυγολογία και την προπαγάνδα της χούντας και να απομακρυνθεί από την Αθήνα. Ίσως η ποιητική του να ζητά την «ευαγγελία» μιας άνοιξης, που πάντα ακολουθεί έναν κρύο χειμώνα.

  • Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες

τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι

δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια

καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.

Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν

ἀκόμη… –

Περιγράφοντας το φειδωλά χρωματισμένο και πεπαλαιωμένο τοπίο, στο οποίο κυριαρχούν τα μουντά χρώματα, το βλέμμα του ποιητή πέφτει και καθηλώνεται μοναδικά, πάνω στους κιτρινόχρωμους θάμνους των ασπαλάθων. Τα αγκάθια των ασπαλάθων «δείχνουν έτοιμα» να εκτελέσουν το ανατριχιαστικό καθήκον τους. Στο φόντο ο αρχαίος ναός του Ποσειδώνα, μεταφέρει τον ποιητή  με τον υπόκωφο απόηχο του σε μία άλλη εποχή, μία εποχή που φαίνεται ακόμα να έχει πολλά να πει. Και πράγματι έχει, όπως βλέπουμε στην συνέχεια.

  • Γαλήνη

Μία παύση των σκέψεων του ποιητή. Το γαλήνιο τοπίο τον ηρεμεί – δεν είναι παράδοξο. Είναι μάλλον κάτι που θα αναμένονταν να εκφράσει, γιατί η γαλήνη είναι μάλλον κάτι δυσεύρετο τα τελευταία χρόνια. Η παύση του όμως δεν είναι παρά η νηνεμία πριν την καταιγίδα. Οι σκέψεις του τώρα ξεκαθαρίζουν και μπορεί να εκφράσει την ετυμηγορία του ταξιδεύοντας πολύ πίσω, επικαλούμενος ξανά την «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Μία αρχαία πραγματεία «Περί Δικαίου»

  • «-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;

Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ

τ᾿ αὐλάκια.

Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου

δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.»

Η ονομασία του θάμνου παρέμεινε αμετάβλητη στον χρόνο, από την αρχαιότητα. Έτσι ανασύρει στην μνήμη του ένα χωρίο της «Πολιτείας» στο οποίο ο Πλάτωνας αναφέρεται στο φυτό. Η ανάμνηση, άλλωστε, ήταν ο δρόμος για την γνώση σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Θυμάται τον Αρδιαίο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Έναν αρχαίο τύραννο της Παμφυλίας, ο οποίος μέσα στην βλάσφημη διακυβέρνηση του, μεταξύ των άλλων, σκότωσε τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ο Πλάτωνας είχε αφιερώσει κάποιες σειρές του έργου του στον Αρδιαίο, οι οποίες τώρα είναι περισσότερο επίκαιρες από κάθε άλλη φορά.

  • «τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει

«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν

τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν

ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους

καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».

Φαίνεται ιδανική τιμωρία για τον Αρδιαίο. Ο αρχαίος φιλόσοφος θέλει να δείξει στο χωρίο αυτό με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται στην μεταθανάτια ζωή οι τύραννοι. Σε αντίθεση μάλιστα με τους άλλους άδικους ανθρώπους, άτομα σαν τον Αρδιαίο τυγχάνουν μιας εξαιρετικά βίαιης μεταχείρισης. Και ο Σεφέρης εξοργισμένος την σιγοντάρει. Πρώτα γδέρνονται και έπειτα το κορμί τους δίχως δέρμα περνάει επάνω από τους ακανθώδεις θάμνους, που μόλις πριν μερικές στιγμές θύμισαν στον ποιητή τον νευραλγικό ρόλο τους. Έπειτα εξοστρακίζονται κατακρημνισθέντες στα Τάρταρα, ως την εσχάτη των οντολογικών μεταθανάτιων ποινών. Εκεί δεν έχουν καμία, σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, ελπίδα απελευθέρωσης και εξιλασμού.

  • Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του

Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971

Ο πλατωνικός ύμνος της δικαιοσύνης αντανακλάται και σε αυτούς τους στίχους και έρχεται να λειτουργήσει σαν οιωνός απέναντι στην χούντα των συνταγματαρχών. Να θυμίσει την κατάληξη κάθε τυράννου. Σε αυτόν ή στον άλλο κόσμο η δικαιοσύνη, ελπίζει ο ποιητής, θα λάμψει. Και δεν είναι τυχαία καθόλου η επιλογή του ποιήματος αυτού, από έναν βαθιά μορφωμένο, ευαίσθητο και κάτοχο της διπλωματικής ιστορίας, άνθρωπο, όπως ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Το καθεστώς των συνταγματαρχών ήταν ανόσιο και καταπιεστικό. Έκοβε τα φτερά της Ελλάδας, ενόσω την διαφέντευε και της κλάδευε κάθε προοπτική. Η φαυλότητα σε κάθε πτυχή του βίου δεν επισύρει μία απλή ανθρώπινη ποινή, γιατί πολύ απλά η ανθρώπινη κοινωνία αδυνατεί να δώσει αυτό που αναλογεί. Η ποινή ανάγεται σε οντολογικές δυνάμεις και καταδεικνύεται, όσο μπορεί κανείς να το εκφράσει, φριχτή.


Θεοχάρης Χατζημανώλης

Γεννήθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας το 1999. Είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 2017. Στα ενδιαφέροντα και τις δράσεις που αναπτύσσει συμπεριλαμβάνονται θεματικές ενότητες πολιτικής, ιστορίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, οικονομίας και κριτικής της τέχνης. Συμμετέχει σε πολιτικές προσομοιώσεις, επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες και ασχολείται από την παιδική του ηλικία με το θέατρο. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά. Στο OffLine Post γράφει για θέματα ιστορίας και πολιτικής.