Του Δημήτριου Τόλια,

Στην χώρα μας, μια σειρά νόμων ή ρυθμίσεων συναντά ιδιαίτερα προβλήματα εφαρμογής, κάτι που αποτρέπει την επούλωση χρόνιων πληγών του Κράτους. Το τρανταχτό παράδειγμα των ημερών, που ομολογουμένως αγγίζει τα όρια του αστείου είναι η αδυναμία εφαρμογής του αντικαπνιστικού νόμου.

Και θα πουν πολλοί, ‘’γιατί να κόψω εγώ το τσιγαράκι μου; Για ένα ποτό πάω, γίνεται χωρίς τσιγάρο;’’. Μάλιστα, επιχειρηματίες και πολίτες βάλλονται κατά του νόμου, κατηγορώντας τον ως επιβλαβή οικονομικά για τις επιχειρήσεις μαζικής εστίασης. Αφελώς, δίχως να παίρνω θέση υπέρ ή κατά (που φυσικά παίρνω) θα απορούσα, πώς είναι δυνατόν μεγάλο μέρος της κοινωνίας να απορρίπτει έναν νόμο, ο οποίος λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συνόλου;

Παρόμοια αντιμετώπιση έχει η εφαρμογή κτηματολογίου, η αποκεντρωμένη διαχείριση των σκουπιδιών ή (το μεγαλύτερο ανέκδοτο στη χώρα) η εφαρμογή του Κ.Ο.Κ. Τα αποτελέσματα; Είναι γνωστά. Οι έρευνες για το κάπνισμα αμέτρητες, που διαρκώς παρουσιάζουν τη χώρα μας στο top 3 όχι μόνο πανευρωπαϊκά, αλλά και παγκοσμίως. Για την αυθαίρετη δόμηση και τα συνακόλουθα προβλήματα δεν έχουμε να πούμε πολλά. Τα γεγονότα σε Μάνδρα και Μάτι μιλούν από μόνα τους. Πολλά δε χρειάζεται να αναφέρουμε και για τα τροχαία, τους τραυματισμούς και τη «γενοκτονία» που συντελείται στην άσφαλτο, όπως τη χαρακτηρίζει και ο Ιαβέρης ή για την περιβαλλοντική βόμβα του ΧΥΤΑ της Φυλής.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Σε ένα υπερ-γενικευτικό σχήμα θα συμπεραίναμε απλά ότι ο Έλληνας είναι εγωιστής και δεν τον νοιάζουν τα υψηλά ποσοστά θανάτων και ασθενειών από το ΠΑΘΗΤΙΚΟ κάπνισμα, δεν τον νοιάζει αν θα στερήσει τη ζωή στον συνάνθρωπό του στη διάβαση, επειδή το πορτοκαλί γι’ αυτόν σημαίνει «Ήρθε η ώρα να γίνεις Σουμάχερ». Τον νοιάζει να χτίσει απλά ένα σπίτι και ας είναι και πάνω σε μπαζωμένο ρέμα ή να πετάει τα σκουπίδια του στον γείτονα.

Είναι έτσι όμως; Είναι απλά αυτό που ακούμε στον πεζό λόγο ως «διαιωνιζόμενη κουλτούρα»; Προφανώς και όχι. Η κουλτούρα δεν είναι ούτε πνεύμα, ούτε φάντασμα, ούτε αίμα. Είναι απλά μια συνήθεια. Μια πράξη που είχε αφετηρία.

Τα προβλήματα αυτά βρίσκονταν μέσα στο πακέτο της ανάγκης του ελληνικού κράτους να νομιμοποιήσει την εξουσία του, από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του. Είναι μια συζήτηση πολύ μεγάλη. Μια συζήτηση, που απαιτεί πολύωρες διαλέξεις με ταυτόχρονη προσκόμιση τεκμηρίων. Ωστόσο, θα αποτυπώσω την βασική επιχειρηματολογία της σκέψης μου όσο συντομότερα μπορώ.

Το γεγονός ότι το ισλαμικό δίκαιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν επέτρεπε την δημιουργία μεγάλης ιδιοκτησίας, απέτρεψε την ανάδειξη μιας ελληνικής «αριστοκρατίας μεγαλογαιοκτημόνων». Αντίθετα, οδήγησε, σε συνδυασμό με την μορφολογία του εδάφους στο χώρο που αργότερα ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, στη δημιουργία μικρών αραιωμένων ιδιοκτησιών.

Οι παραπάνω συνθήκες αντανακλώνται στο διακύβευμα της επιβίωσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που ένα μέσο της ήταν η κατοχύρωση των δημοκρατικών αρχών της επανάστασης. Η Ελλάδα απέκτησε καθολική ψηφοφορία το 1844. Ήταν μια από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που όλοι οι άντρες, χωρίς περιουσιακούς περιορισμούς είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν.

Συνεπώς, ο κάθε άντρας είχε το δικαίωμα να ασκήσει πίεση στον εκάστοτε τοπικό βουλευτή προκειμένου να του επιτραπεί για παράδειγμα να χτίσει αυθαίρετα σε ένα σημείο, προκειμένου ο δρόμος να περάσει από το χωράφι του γείτονα και όχι από το δικό του, προκειμένου αργότερα να μην χτιστεί Μονάδα Επεξεργασίας Απορριμμάτων στον Δήμο του, αφού «Μια χαρά ξέρουμε και τα πετάμε στον γείτονα τόσα χρόνια»,  προκειμένου «να μπορούμε να καπνίζουμε το τσιγαράκι μας ρε αδερφέ, σιγά και εμείς μέσα στην κάπνα μεγαλώσαμε στο χωριό, τι θα πάθουν τα παιδιά!»

Η συζήτηση φτάνει για ακόμη μια φορά στην ουσία. Τις πελατειακές σχέσεις και στο βραχυπρόθεσμο ατομικό συμφέρον. «Ό,τι είναι δυσάρεστο για εμένα δεν το θέλω και ας βοηθά το κοινωνικό σύνολο». Η πολιτική ωστόσο, οφείλει να εφαρμόζει μέτρα που θα αποβαίνουν ωφέλιμα για το κοινωνικό σύνολο έστω και μακροπρόθεσμα. Και εμείς σαν άτομα έχουμε καθήκον να εξετάζουμε σφαιρικά τις καταστάσεις και να μην επιτρέπουμε στην πηγαία άρνηση και τη φυσική δυσφορία μας, να μας απομακρύνει από ένα κόσμο ασφαλέστερο και υγιέστερο.

Γιατί ναι, δε θέλω να πηγαίνω σε ένα μαγαζί να διασκεδάσω, να κουβεντιάσω και να κάνω κακό στην υγεία μου, δε θέλω να κρίνεται η ζωή μου καθημερινά που περνάω τον δρόμο από τον βαθμό ευσυνειδησίας του κάθε θερμοκέφαλου που γκαζώνει στο πορτοκαλί. Θέλω να μπορώ να διαφύγω άμεσα από έναν οικισμό, μια πόλη σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης δίχως να μου φράζουν τον δρόμο αυθαίρετα, θέλω να ζήσουν τα παιδιά μου στο μέλλον σε έναν κόσμο υγιή και όχι σε έναν σκουπιδότοπο.

Είναι ελευθερίες μου, οι οποίες παραβιάζονται. Είναι προβλήματα για τα οποία όχι απλώς αδιαφορούμε, αλλά δεν τα αναγνωρίζουμε. Τα προβλήματα είναι υπαρκτά και καταβαραθρώνουν το αύριο των επομένων. «Ζούμε σε βάρος των επόμενων γενεών» σοφά τόνιζε ο Δ. Λιαντίνης. Ας σταματήσουμε!


Δημήτρης Τόλιας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.