Της Συμέλας Θεοδοσιάδου,

Στον ρου της συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας, ξεχωρίζει το Σύνταγμα του 1975, το οποίο αφενός αποκατέστησε την απωλεσθείσα της περιόδου 1967-1974 -γνωστής κι ως στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα- δημοκρατική νομιμότητα κι αφετέρου καθιέρωσε την Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία ως πολίτευμα της χώρας. Από τότε κι έπειτα, έχουν συντελεστεί τρεις αναθεωρήσεις του Συντάγματος, το 1986, 2001 και 2008 αντιστοίχως. Στην συνταγματική και πολιτική επικαιρότητα επικρατεί έντονος διάλογος για την επικείμενη τέταρτη αναθεώρηση διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος. Η Βουλή, αυτή την περίοδο, βρίσκεται στο στάδιο της δεύτερης ψηφοφορίας των διατάξεων που προτάθηκαν προς αναθεώρηση και πέρασαν από την πρώτη.

Γενικά, ως αναθεώρηση νοείται η ειδικά προβλεπόμενη διαδικασία από το ίδιο το Σύνταγμα με την οποία προστίθενται διατάξεις, καταργούνται ή τροποποιούνται ήδη υπάρχουσες. Η διαδικασία της αναθεώρησης προβλέπεται στο άρθρο 110 του Συντάγματος (εφεξής «Σ») και το άρθρο 119 του Κανονισμού της Βουλής (εφεξής «ΚτΒ»). Μέσα από τη διαδικασία της αναθεώρησης που θα αναπτυχθεί, διαφαίνεται επίσης η διαφοροποίηση από τη διαδικασία της τροποποίησης της κοινής νομοθεσίας, γεγονός που θέτει το Ελληνικό Σύνταγμα στην κορωνίδα της έννομης τάξης. Στοιχείο που ανάγει την αναθεώρηση σε μια ξεχωριστής σημασίας διαδικασία είναι το γεγονός ότι το ίδιο το Σύνταγμα θέτει τα όρια εντός των οποίων μπορεί η εκάστοτε αναθεωρητική Βουλή να προχωρήσει σε αλλαγές στο Σύνταγμα..

Η διαδικασία της αναθεώρησης αποτελείται από τρία στάδια (§2-5 του άρθρου 110Σ). Αρχικά, στο πρώτο στάδιο η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση της σχετικής γραπτής πρότασης μαζί με την αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση από το 1/6 τουλάχιστον του συνόλου των βουλευτών (ήτοι 50 βουλευτές) προς το σώμα της Βουλής. Στη συνέχεια, για να θεωρηθεί ως εγκριθείσα η πρόταση χρειάζεται να υπερψηφιστεί σε δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, οι οποίες χρονικά απέχουν μεταξύ τους έναν μήνα. H δεύτερη ψηφoφoρία αφoρά στις ίδιες διατάξεις πoυ εγκρίθηκαν κατά την πρώτη ψηφoφoρία, βάσει του 119§6 εδ.β’ ΚτΒ. Η απαραίτητη πλειοψηφία που πρέπει να επιτευχθεί σύμφωνα με το 110§2 Σ και στις δύο αυτές ψηφοφορίες είναι η αυξημένη πλειοψηφία του σώματος, δηλαδή απαιτείται η έγκριση από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών (ήτοι 180 βουλευτές τουλάχιστον). Από αυτές τις δύο ψηφοφορίες, θα προκύψει η τελική απόφαση της Βουλής, με την οποία θα καθορίζονται οι διατάξεις που θα τεθούν προς αναθεώρηση και για το λόγο αυτό η Βουλή αυτή καλείται «προτείνουσα».

Η διαδικασία της αναθεώρησης δεν ολοκληρώνεται από την προτείνουσα Βουλή, αλλά από την επόμενη Βουλή που θα προκύψει κατόπιν διενέργειας γενικών βουλευτικών εκλογών (δεύτερο στάδιο). Επομένως, στην αναθεωρητική διαδικασία, συνάγεται και η συμμετοχή του λαού ως εκλογικό σώμα, καθώς από τη βούλησή του θα προκύψει η καλούμενη κατεξοχήν «αναθεωρητική» Βουλή που θα ολοκληρώσει και την αναθεωρητική διαδικασία. Σημαντικό είναι σε αυτό το σημείο να διευκρινιστεί ότι η διενέργεια των εκλογών αυτών που μεσολαβούν μεταξύ προτείνουσας και αναθεωρητικής Βουλής δεν έχουν ως δικαιολογητικό λόγο την ολοκλήρωση της αναθεώρησης, αλλά προκηρύσσονται σύμφωνα με τις γενικές προβλέψεις του Συντάγματος.

Στη συνέχεια και όπως ορίζεται στο 110 §3-4 Σ η διαδικασία της αναθεώρησης θα ολοκληρωθεί από τη Βουλή που θα συγκροτηθεί στις αμέσως επόμενες εκλογές (τρίτο στάδιο). Η νεοεκλεγείσα Βουλή , λοιπόν, μόλις συγκροτηθεί στην πρώτη κιόλας σύνοδό της, καλείται να διεκπεραιώσει την αποκλειστική αναθεωρητική της αρμοδιότητα, αποφασίζοντας για τις αναθεωρητέες διατάξεις. Πιο συγκεκριμένα, με αυτή την απόφαση καθορίζεται το περιεχόμενο των διατάξεων που έχουν τεθεί υπό αναθεώρηση από την προτείνουσα Βουλή. Αν στην πρώτη αυτή σύνοδο δεν περατωθεί η αναθεωρητική αρμοδιότητα, τότε παύει η Βουλή να είναι αναθεωρητική και σε περίπτωση που θελήσει να προχωρήσει σε αναθεώρηση, θα γίνει η εκ νέου προτείνουσα Βουλή και θα βρεθεί η διαδικασία της αναθεώρησης ξανά στο πρώτο στάδιο. Η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται κατ’ ανάγκην από τις κατευθύνσεις που έχουν δοθεί από την προτείνουσα Βουλή ή τις προτάσεις κομμάτων που είχαν κατατεθεί κατά το πρώτο στάδιο αναφορικά με το περιεχόμενο των προς αναθεώρηση διατάξεων. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ερμηνευτικά ότι η αναθεωρητική Βουλή οφείλει να ακολουθήσει την κατεύθυνση της προτείνουσας Βουλής, ώστε να αποφευχθεί μια αναθεώρηση που θα τάσσεται εντελώς αντίθετα από την ουσία υπό την οποία η προτείνουσα Βουλή αποφάσισε να εκκινηθεί η αναθεωρητική διαδικασία.

Αναφορικά με την απαιτούμενη πλειοψηφία, όπως αυτή προβλέπεται στην §4 του 110Σ, για όσες συνταγματικές διατάξεις προς αναθεώρηση η προτείνουσα Βουλή είχε συμφωνήσει με πλειοψηφία 180 βουλευτών, η αναθεωρητική Βουλή αρκεί να συμπληρώσει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου του σώματος, δηλαδή τη συναίνεση τουλάχιστον 151 βουλευτών, ώστε να προχωρήσει στην κατάργηση ή σύσταση επιπλέον προβλέψεων ή την αυθεντική ερμηνεία των αναθεωρητέων διατάξεων. Αντίθετα, στην περίπτωση που η προτείνουσα Βουλή είχε επιτύχει την διαπίστωση της ανάγκης αναθεωρήσης συγκεκριμένων διατάξεων με απόλυτη πλειοψηφία, στο τρίτο αυτό στάδιο θα πρέπει αντιστρόφως να επιτύχει πλειοψηφία των 3/5 του συνολικού σώματος. Τέλος, και σύμφωνα με το 110 §5 Σ, η αναθεωρητική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση και δημοσίευση ειδικού ψηφίσματος της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το ψήφισμα φέρει την υπογραφή του Προέδρου της Βουλής και με τη δημοσίευσή του θέτει σε ισχύ τις νέες συνταγματικές διατάξεις, ενώ παράλληλα σηματοδοτεί τη συνέχιση του κοινοβουλευτικού έργου της Βουλής όχι πλέον ως αναθεωρητικής, αλλά ως απλής.

Όσον αφορά τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος, αυτά διακρίνονται σε διαδικαστικά και ουσιαστικά. Τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης ήδη συνάγονται από την παραπάνω ανάπτυξη της αναθεωρητικής διαδικασίας σε συνδυασμό και με το 110 §6 Σ. Πιο συγκεκριμένα, και όπως είδαμε, η αναθεώρηση είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του ειδικού οργάνου της αναθεωρητικής Βουλής. Ακολουθεί την ειδική διαδικασία τριών σταδίων που περιγράφηκε ανωτέρω, όπου αρχικά διαπιστώνεται η ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων διατάξεων που χρήζουν αναθεώρησης. Στη συνέχεια, αφού μεσολαβήσουν εκλογές, συγκροτείται η κατεξοχήν αναθεωρητική Βουλή, η οποία και διαμορφώνει το τελικό και ακριβές νέο περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων. Διαδικαστικό όριο της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι και οι ειδικές αυξημένες πλειοψηφίες που πρέπει να επιτευχθούν στις ψηφοφορίες, αλλά και τα χρονικά πλαίσια που τίθενται στην όλη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα: στο πρώτο στάδιο της προτείνουσας Βουλής ο ένας μήνας που μεσολαβεί μεταξύ των δύο ψηφοφοριών, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της λήξης της θητείας της προτείνουσας Βουλής και της διενέργειας νέων γενικών βουλευτικών εκλογών, και τέλος η συνταγματική πρόβλεψη του 110§6 Σ που ορίζει ως ελάχιστη χρονική διαφορά μεταξύ δύο αναθεωρήσεων τα 5 έτη.

Σχετικά με τα ουσιαστικά όρια της αναθεωρητικής διαδικασίας, αυτά διακρίνονται σε ρητά και σιωπηρά. Τα ρητά ουσιαστικά όρια καταγράφονται στις διατάξεις του τυπικού Συντάγματος ή προκύπτουν ερμηνευτικά από το γράμμα τους και αφορούν τις συνταγματικές διατάξεις που δεν μπορούν να τεθούν υπό την αναθεωρητική διαδικασία. Οι μη αναθεωρητέες αυτές διατάξεις, αλλά και όσες βρίσκονται σε άμεση συνάφεια με αυτές συγκροτούν τον «σκληρό πυρήνα» του Συντάγματος. Η κατοχύρωση των διατάξεων αυτών ως σκληρό πυρήνα του Συντάγματος δεν έχει σκοπό να προσδώσει μία αυξημένη τυπική υπεροχή ως προς τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, αλλά υποδεικνύει ότι μπορούν να αναθεωρηθούν μέσα σε στενά όρια, ήτοι ως προς τη διατύπωσή τους και κατά τέτοιον τρόπο που το κανονιστικό τους περιεχόμενο να μην θίγεται ή υποβαθμίζεται, αλλά να παραμένει σταθερό ή ενισχυμένο. Τα σιωπηρά ουσιαστικά όρια, σε αντίθεση, δεν καταγράφονται στο κείμενο του Συντάγματος, αλλά συνάγονται από το συνολικό πνεύμα του. Σε αυτά ανήκουν η απαγόρευση της αναθεώρησης των ουσιαστικών ορίων αυτής, δηλαδή του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος στην έκταση της κατάργησης ή αλλοίωσης του κανονιστικού του περιεχομένου. Επίσης περιλαμβάνεται κι η περιορισμένη δυνατότητα αναθεώρησης του άρθρου 110 Σ, δηλαδή της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Συνοπτικώς, το ελληνικό Σύνταγμα είναι ένα σχετικώς αυστηρό Σύνταγμα, καθώς προβλέπει μεν το ίδιο τη διαδικασία αναθεώρησής του -υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τις ισχύουσες για την τροποποίηση της κοινής νομοθεσίας- τυποποιώντας δε έναν πυρήνα διατάξεων που δεν υπόκειται σε αναθεώρηση. Αυτό το διακρίνει τόσο από τα απολύτως αυστηρά Συντάγματα, τα οποία δεν αναθεωρούνται μέσω προβλεπόμενης διαδικασίας όσο και από τα ήπια Συντάγματα που με τη σειρά τους αναθεωρούνται με την κοινή νομοθετική διαδικασία, δηλαδή ευέλικτα με απλές τροποποιήσεις. Εν έτει 2019 και όπως όλα δείχνουν, το ελληνικό Σύνταγμα οδεύει αισίως προς την τέταρτη αναθεώρησή του.

Πηγές

Συμέλα Θεοδοσιάδου

Γεννηθείσα το 1996, είναι επί πτυχίω φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από ξένες γλώσσες, κατέχει άριστη γνώση της αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει ημερίδες και συζητήσεις με νομικό περιεχόμενο. Μέσα από την αρθρογραφία, ευελπιστεί ότι θα κατανοήσει, διευρύνει κι ερευνήσει περαιτέρω το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο, ανάμεσα στις ασχολίες της, ξεχωρίζει τη δραστηριοποίησή της ως ενεργού μέλους φοιτητικού πολιτιστικού συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει στο εγχείρημα του OffLine Post αρθρογραφώντας κυρίως με νομικό άξονα.