Της Θεοδώρας Βουνίδη,

Η χρήση ανθρωπιστικών επιχειρημάτων για να δικαιολογήσουν οι «ισχυροί» την εισβολή και κατοχή του Ιράκ, έθεσε το ερώτημα περί νομιμότητας της ανθρωπιστικής επέμβασης σε διεθνές επίπεδο.

Το καθεστώς Hussein και ο κίνδυνος που απέρρεε από τα “όπλα μαζικής καταστροφής”, για τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, αποτελούσε ικανή συνθήκη για να ξεσπάσει πόλεμος. Τα όπλα αυτά, όμως, δεν τα χρησιμοποιούσε το καθεστώς και έτσι η χρήση βίας από τη πλευρά των Δυτικών Δυνάμεων έτεινε όλο και περισσότερο να ανάγεται σε ανθρωπιστικές αιτιολογίες.  Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξάρτητα από τα όπλα, δικαιολογούσαν τον πόλεμο ως μέσο για δημιουργία ενός καλύτερου Ιράκ, χωρίς τον Saddam

Οι απόψεις περί νομιμότητας αυτής της επέμβασης ποικίλουν και δημιουργούν ένα μωσαϊκό από επιχειρήματα που στοιχειοθετούν τις απόψεις υπέρ και κατά.

Αν θεωρήσουμε πως ο συνασπισμός με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες έδρασε με γνώμονα τον ανθρωπισμό, αφού μόνο απομακρύνοντας την τυραννία και αποκαθιστώντας την δημοκρατία, θα λυνόταν το πρόβλημα του Ιράκ, τότε όντως η επέμβαση μπορεί να θεωρηθεί ανθρωπιστική.  Από μια καθαρά ρεαλιστική σκοπιά, τα κράτη δεν μπορούν ποτέ να δράσουν καθοδηγούμενα αποκλειστικά από ανθρωπιστικά κίνητρα, οπότε είναι υπέρ το δέον ικανοποιητικό να έχει μία πράξη απλά ανθρωπιστική πρόθεση, ακόμα και χωρίς το κίνητρο.

Ταυτόχρονα, η συνεχής ασυδοσία σε βάρος των αμάχων αποτελούσε κίνητρο για ανθρωπιστική επέμβαση. Σε καμία περίπτωση η διεθνής κοινότητα δεν καλείται να επέμβει, παρά μόνο αν υπάρχουν μαζικές σφαγές και δολοφονίες. Για το Ιράκ η κατάσταση αυτή της καταπάτησης των δικαιωμάτων τους από το καθεστώς αποτελούσε ρουτίνα. Για τον λόγο αυτό το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού επιδοκίμασε την επέμβαση, παρόλο που δεν εγκρίθηκε ποτέ από τα Ηνωμένα Έθνη.

Η επέμβαση παρουσιάστηκε, σε μια πιο φιλελεύθερη επιχειρηματολογία, εξ ολοκλήρου ως ανάγκη απέναντι στην διαρκή καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς.

Αντίθετα, η θέση περί μη νομιμότητας της επέμβασης στο Ιράκ στηρίζεται ιδιαίτερα στην άποψη του Nardin ότι «η ανθρωπιστική επέμβαση έχει ως στόχο να σώσει τα πιθανά θύματα σφαγής ή κάποιων άλλων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εμποδίζοντας τη βία εναντίον τους».  Με αυτό το δεδομένο, η περίπτωση του Ιράκ δεν αποτελεί ανάγκη ανθρωπιστικής επέμβασης, αφού το πρόβλημα έγκειται στην μορφή και τον χαρακτήρα του καθεστώτος και όχι σε διάπραξη συγκεκριμένων εγκλημάτων. 

Παράλληλα, η ανθρωπιστική επέμβαση πρέπει πάντα να γίνεται με στόχο την αποκατάσταση του καλού έναντι του κακού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στο Ιράκ, ήδη από την επομένη, γνωστά σε όλους, είχαν προβλεφθεί και το μοντέλο της επικράτησης του καλού αμέσως καταρρίφθηκε. Φυσικά, η λειτουργία της διεθνούς κοινωνίας εξαρτάται από συγκεκριμένους κανόνες συνύπαρξης των κρατών και υποστηρίζεται καθολικά. Η ανθρωπιστική επέμβαση αποτελεί απλά μια εξαίρεση σε αυτούς τους κανόνες, χρήσιμη μόνο σε περιστάσεις εκτάκτου ανάγκης.

Ανεξάρτητα με το αν η εισβολή στο Ιράκ αποτελεί ανθρωπιστική επέμβαση, η διχογνωμία στο θέμα αυτό αποδυνάμωσε την ισχύ των ισχυρών κρατών να πείσουν σε αντίστοιχες περιπτώσεις τα κράτη να στηρίξουν τέτοιες αποφάσεις. Αυτό σημαίνει πως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία καθίστανται αδύναμες να στοιχειοθετήσουν ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ μιας εισβολής στο μέλλον.

Όπως προέβλεψε ο Kenneth Roth, οδυνηρή συνέπεια της χρήσης ανθρωπιστικών αιτιολογήσεων στην εισβολή στο Ιράκ αποτελεί το γεγονός πως «θα είναι πιο δύσκολο την επόμενη φορά για εμάς να ζητήσουμε τη στρατιωτική δράση όταν τη χρειαζόμαστε για να σώσουμε πιθανώς εκατοντάδες ζωές». (Human Rights Watch)

Σίγουρα, το παράδειγμα του Ιράκ αποτελεί θεμέλιο λίθο της εύθραυστης συναίνεσης σε μια ενδεχόμενη ανθρωπιστική επέμβαση με αβέβαια αποτελέσματα.


Θεοδώρα Βουνίδη

Προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και ερασιτέχνης αρθρογράφος. Στα επιστημονικά και ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα εντάσσεται η μελέτη των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής ως πολιτικοϊστορικές κατηγορίες.